Η Νύχτα Των Ζωντανών Νεκρών: (The Night Of The Living Dead / 1968 του Τζορτζ Ρομέρο
Το σοκ που δημιούργησε ο Ρομέρο το 1968 δεν ήταν μόνο τα αναίσθητα, νεκρά όντα που κινούνται άψυχα προς την κατεύθυνση των θυμάτων τους, διψασμένα για ζωντανή ανθρώπινη σάρκα. Η πραγματική φρίκη έρχεται από την κλειστοφοβία των ζωντανών που, παγιδευμένοι σε μια φάρμα, προσπαθούν να επιβιώσουν από αυτά. Η απειλή είναι ολοκληρωτική. Ερχεται από παντού. Γινόμαστε όλοι ζόμπι. Το ξύπνημα των ζωντανών νεκρών οι οποίοι φέρουν πάνω τους όλα τα ματωμένα, παραμορφωμένα χαρακτηριστικά της στιγμής και του τρόπου του θανάτου τους έχει μόνο μια συνέπεια: την αύξηση του πληθυσμού τους. Μόνο η χαριστική σφαίρα στο κεφάλι τα λυτρώνει από το βαρύ κυνήγι τους. Ο ασπρόμαυρος τρόμος του Ρομέρο δεν φείδεται καθόλου απόγνωσης, εικονογραφικής φρίκης και άφθονων κοινωνικο-πολιτικών προεκτάσεων. Και η εμβληματική ταινία του δεν τραυμάτισε ανεξίτηλα μόνο την μέχρι τότε υπερρεαλιστική αθωότητα του είδους αλλά και εκατομμύρια θεατές που, μαζί με τον ύπνο τους, έχασαν και πολλά περισσότερα. Μ.Φ.
Μετά Τα Μεσάνυχτα: (Dont Look Now / 1973) του Νίκολας Ρεγκ
Σε μια Βενετία παραδομένη στη σήψη και την υγρασία ένα ζευγάρι πασχίζει να ξεπεράσει τον πνιγμό της κόρης του. Το πένθος, όμως, παραμονεύει παντού. Στο παγωμένο βλέμμα ενός τυφλού μέντιουμ, στα λαβυρινθώδη σοκάκια μια νεκρής πόλης που δεν αφήνει περιθώρια διαφυγής, σε ένα κόκκινο αδιάβροχο που μπορεί να κουβαλά την ελπίδα ή τον θάνατο. Στην αόρατη αυτή απειλή που αιωρείται πάνω από το εγκαταλειμμένο τουριστικό θέρετρο συνυπάρχουν μια σπαραξικάρδια σπουδή για την απώλεια κι ένα αξέχαστο μεταφυσικό ταξίδι σε ανεξερεύνητες περιοχές του πεπρωμένου. Στοχεύοντας σε κάτι περισσότερο από μια απλή ταινία είδους, ο Νίκολας Ρεγκ πειραματίστηκε με εικονοκλαστικά παιχνίδια του φακού και φυσικά το παραπλανητικό μοντάζ που τον έκανε διάσημο. Κυρίως όμως ανακάλυψε τον τρόμο όχι τόσο στο διαβόητο, σοκαριστικό φινάλε αλλά στη μελαγχολική διαπίστωση ότι υπάρχουν πράγματα από τα οποία δεν μπορείς ποτέ να ξεφύγεις. Θ.Π.
Η Απειλή (The Thing / 1982): του Τζον Κάρπεντερ
Ο Κάρπεντερ θα πρέπει να είναι στατιστικά ο σκηνοθέτης με τις περισσότερες ταινίες που μου έχουν κόψει το αίμα. Οι τρόποι που διαλέγει να πειραματίζεται με τον τρόμο, τη φρίκη και τις προσδοκίες των θεατών είναι πάντα ποικίλοι και συνήθως εφευρετικοί, τουλάχιστον τότε που βρισκόταν στην περίοδο της δημιουργικής ακμής του. Οπως το 1982 που, με το ριμέικ του στο κλασικό «Τhe Thing From Another World» του 1951, έπλασε τον απόλυτο τρόμο στη μορφή του εξωγήινου κίνδυνου που παίρνει τα χαρακτηριστικά των όντων τα οποία σκοτώνει. Από τότε, η ιδέα του μορφοποιήσιμου κινδύνου έχει γίνει συνταγή και ρουτίνα. Στην ταινία αυτή, όμως, λειτούργησε ως το απόλυτο χάπι πανικού: ο κίνδυνος στη μορφή μιας οικείας φιγούρας γίνεται φρικτότερος και πιο αναπάντεχος. Η μαεστρία της ταινίας είναι απαράμιλλη, τα εφέ πλήρως στρατευμένα στην τακτικές σοκ που ασκεί ο σκηνοθέτης στο κοινό του και το επιστημονικό υπόβαθρο του σεναρίου δίνει έναν επιπλέον τόνο σοβαρότητας στο θέμα. Η απειλή όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με οργανωμένη αντίδραση ξεπερνάει το προσωπικό στοιχείο και γίνεται μαζική. Μ.Φ.
Ο Ενοικος (Le Locataire / 1976): του Ρόμαν Πολάνσκι
Εχοντας πολιτογραφηθεί κάτοικος Γαλλίας, δεν είναι παράξενο που ο Πολάνσκι αποφάσισε να υποδυθεί ο ίδιος τον μετανάστη ήρωα του βιβλίου του Ρολάντ Τοπόρ. Μόνο που για τον Τρελκόφσκι το Παρίσι αποδεικνύεται θάνασιμα αφιλόξενο. Η αρχική εχθρότητα των γειτόνων του, στο νέο διαμέρισμα όπου μετακομίζει, μετατρέπεται σταδιακά σε μια οργανωμένη προσπάθεια να τον κάνουν να χάσει τα λογικά του, προτρέποντάς τον να πάρει τη θέση της προηγούμενης ενοίκου, που αυτοκτόνησε πηδώντας από το παράθυρο. Ή μήπως είναι όλα αποκυήματα της φαντασίας του; Οπως και η Κατρίν Ντενέβ στην «Αποστροφή», ο Τρελκόφσκι οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στην τρέλα. Το πιο τρομακτικό, όμως, στοιχείο του «Ενοίκου» είναι η αυτοκαταστροφική παραίτηση ενός ήρωα που, αν και οσμίζεται τη συνωμοσία εναντίον του, δεν μπορεί να προβάλλει καμία ουσιαστική αντίσταση – σαν να έλκεται από την τύχη της άγνωστης αυτόχειρα. Θ.Π.
Εφιάλτης Στον Δρόμο Με Τις Λεύκες: (Α Nightmare On Elm Street / 1984) του Γουές Κρέιβεν
Ενα οχυρό υπήρχε στον άνθρωπο, το παραβίασε και αυτό ο Γουές Κρέιβεν, ξεκινώντας το άγριο σερί με τον «Εφιάλτη» του, στον οποίο ο Φρέντι Κρούγκερ με τα μεταλλικά δάχτυλα που καταλήγουν σε λάμες-νύχια ανακαλύπτει έναν σωρό τρόπους προκειμένου να ανασκολοπίσει τα θύματά του. Ηταν η πρώτη φορά που έβλεπα τον Τζόνι Ντεπ στον κινηματογράφο και δεν πήγε ο νους μου στη συνέχεια που θα είχε. Κρίνοντας από το τι του συνέβη στην ταινία, θα έπρεπε να κάνει πολλές μεταγγίσεις αίματος για να συνέλθει και να παίξει σε κάποια επόμενη! Φρικαλέος και άτεγκτος, ο Κρούγκερ εκδικείται τυφλά και μονότονα από τότε, μέσα στη νύχτα, προκαλώντας σε μια άνιση μάχη τα θύματά του. Αν σου βαστάει πέσε για ύπνο. Ο Φρέντι τρυπώνει στα όνειρα, επιλέγει με σαδιστική εκλεκτικότητα τον πιο φρικτό φόβο και «δημιουργεί» πάνω σ’ αυτόν. Μ.Φ.
Ο Ενοικος: (Le Locataire / 1976) του Ρόμαν Πολάνσκι
Εχοντας πολιτογραφηθεί κάτοικος Γαλλίας, δεν είναι παράξενο που ο Πολάνσκι αποφάσισε να υποδυθεί ο ίδιος τον μετανάστη ήρωα του βιβλίου του Ρολάντ Τοπόρ. Μόνο που για τον Τρελκόφσκι το Παρίσι αποδεικνύεται θάνασιμα αφιλόξενο. Η αρχική εχθρότητα των γειτόνων του, στο νέο διαμέρισμα όπου μετακομίζει, μετατρέπεται σταδιακά σε μια οργανωμένη προσπάθεια να τον κάνουν να χάσει τα λογικά του, προτρέποντάς τον να πάρει τη θέση της προηγούμενης ενοίκου, που αυτοκτόνησε πηδώντας από το παράθυρο. Ή μήπως είναι όλα αποκυήματα της φαντασίας του; Οπως και η Κατρίν Ντενέβ στην «Αποστροφή», ο Τρελκόφσκι οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στην τρέλα. Το πιο τρομακτικό, όμως, στοιχείο του «Ενοίκου» είναι η αυτοκαταστροφική παραίτηση ενός ήρωα που, αν και οσμίζεται τη συνωμοσία εναντίον του, δεν μπορεί να προβάλλει καμία ουσιαστική αντίσταση – σαν να έλκεται από την τύχη της άγνωστης αυτόχειρα. Θ.Π.
Εφιάλτης Στον Δρόμο Με Τις Λεύκες: (Α Nightmare On Elm Street / 1984) του Γουές Κρέιβεν
Ενα οχυρό υπήρχε στον άνθρωπο, το παραβίασε και αυτό ο Γουές Κρέιβεν, ξεκινώντας το άγριο σερί με τον «Εφιάλτη» του, στον οποίο ο Φρέντι Κρούγκερ με τα μεταλλικά δάχτυλα που καταλήγουν σε λάμες-νύχια ανακαλύπτει έναν σωρό τρόπους προκειμένου να ανασκολοπίσει τα θύματά του. Ηταν η πρώτη φορά που έβλεπα τον Τζόνι Ντεπ στον κινηματογράφο και δεν πήγε ο νους μου στη συνέχεια που θα είχε. Κρίνοντας από το τι του συνέβη στην ταινία, θα έπρεπε να κάνει πολλές μεταγγίσεις αίματος για να συνέλθει και να παίξει σε κάποια επόμενη! Φρικαλέος και άτεγκτος, ο Κρούγκερ εκδικείται τυφλά και μονότονα από τότε, μέσα στη νύχτα, προκαλώντας σε μια άνιση μάχη τα θύματά του. Αν σου βαστάει πέσε για ύπνο. Ο Φρέντι τρυπώνει στα όνειρα, επιλέγει με σαδιστική εκλεκτικότητα τον πιο φρικτό φόβο και «δημιουργεί» πάνω σ’ αυτόν. Μ.Φ.
Ο Εξορκιστή: (The Exorcist / 1973) του Γουίλιαμ Φρίντκιν
1988. Μετά από μια παρατεταμένη απεργία των εκπαιδευτικών, εγώ και τέσσερις συνομήλικοι φίλοι μου ζούμε το «Στάσου Πλάι Μου» της βιντεοκασέτας. Στο απόγειο του VHS, κάθε πρωί μετά το (μη)σχολείο, αδειάζουμε τα ράφια του βίντεο κλαμπ από κάθε είδους θρίλερ (οι γονείς λείπουν, το πεδίο ελεύθερο για να δράσουν ο Φρέντι Κρούγκερ και ο Τζέισον Βούρχις). Μόνο που στον «Εξορκιστή», τα πράγματα δεν είχαν καθόλου fun. Η κατάβαση της μικρής Ρέγκαν στην κόλαση μάς πήρε και μας σήκωσε. Στο φιλμ του Φρίντκιν κεφάλια περιστρέφονται 360 μοίρες γύρω από τη βάση τους, η μορφή του ιερέα ήρωα δεν προσφέρει καμία ηρεμία, το σπίτι είναι βουτηγμένο στο σκοτάδι, η μουσική του Μάικ Ολντφιλντ ανατριχιάζει. Στη θέα της Ρέγκαν να ξερνάει κάποιο απροσδιόριστο υγρό και να στέλνει βρισιές με φωνή από τα έγκατα της κόλασης, κάποιος πατάει το stop. Η παρέα διαλύεται – κανείς δεν θα είχε ήσυχο ύπνο εκείνο το βράδυ. Το φιλμ μπόρεσα και το είδα ολόκληρο, 15 χρόνια μετά. Η.Κ.
Αλιεν: Ο Επιβάτης Του Διαστήματος (Alien / 1979) του Ρίντλεϊ Σκοτ
Τo ξεχνάμε καμιά φορά σήμερα που την πρωτότυπη ταινία έχουν ακολουθήσει τρεις εντυπωσιακά ετερόκλητες συνέχειες,αλλά το πρώτο εκείνο «Αlien» του Ρίντλεϊ Σκοτ δεν ήταν παρά μια αρχετυπική ταινία τρόμου-μια κλασική ιστορία φαντασμάτων τοποθετημένη στο διάστημα. Χαρακτήρες ξεπαστρεύονταν μεθοδικά από μια αθέατη απειλή ο ένας μετά τον άλλον, πριν ένα τέρας βγαλμένο από τους χειρότερους εφιάλτες κάνει την εμφάνισή του στα μισά της ταινίας για να μας στείλει σε μια ημίωρη κόλαση αγωνίας, με μια γυναίκα να έχει μείνει μόνη απέναντι στον ίδιο τον διάβολο. Η τελική αναμέτρηση στο ατομικό σκάφος της Ρίπλεϊ είναι το υλικό από το οποίο φτιάχνεται ο τρόμος. Θ.Δ.
Η Ομίχλη: (The Fog / 1982) του Τζον Κάρπεντερ
Εκατό χρόνια μετά τον άδικο χαμό τους, τα θύματα ενός ναυαγίου που συνέβη στα ανοιχτά μιας παραθαλάσσιας κωμόπολης θα ξυπνήσουν προκειμένου να γυρέψουν εκδίκηση από όσους τους έστειλαν με δόλο στον θάνατο. Αυτή την ιστορία διηγείται με την υπνωτική φωνή του ένας γέρος ναυτικός, σε μια παρέα παιδιών που έχουν μαζευτεί γύρω από μια αναμμένη φωτιά και τον ακούν. Το ρολόι στο μεταξύ σημαίνει μεσάνυχτα. Μια εκατονταετία συμπληρώνεται από το μοιραίο βράδυ του ναυαγίου. Και μια παράξενη ομίχλη αρχίζει να πλησιάζει τη στεριά από τα σκοτάδια του πελάγους… Η πιο υποτιμημένη ταινία της καριέρας του Κάρπεντερ εξακολουθεί να αποτελεί ένα μάθημα ατμόσφαιρας και μαζικής υποβολής που με συνεπαίρνει, όσες φορές κι αν του παραδοθώ. Καμιά φορά δεν συγκρίνεται, βέβαια, με τον πανικό που με είχε πιάσει το βράδυ που πρωτοείδα την ταινία. Μέσα της δεκαετίας του 80, καλοκαίρι, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, σε ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα όπου παραθερίζαμε, η τηλεόραση πρόβαλε την «Ομίχλη». Και καθώς οι νεκροί ξεπηδούσαν μέσα από την παχιά άχλη για να επισκεφτούν τα θύματά τους, έβαζα στοίχημα ότι θα ήμουν ο επόμενος στη μακάβρια λίστα τους. Λ.Κ
Αποστροφή: (Repulsion / 1965) του Ρόμαν Πολάνσκι
Καθώς ακολουθούμε τη νεαρή Κατρίν Ντενέβ στην μπανάλ καθημερινότητά της, από το σπίτι στο ινστιτούτο αισθητικής όπου εργάζεται, καμία ιδέα δεν έχουμε για το τι συμβαίνει στο όμορφο κεφαλάκι της. Οταν η αρχική εντύπωση μιας αφηρημένης, αλαφροϊσκιωτης κοπέλας δίνει τη θέση της στη βεβαιότητα μιας τρομερής ψύχωσης που όλα τα σφάζει και όλα τα μαχαιρώνει, είναι πια πολύ αργά. Επιτιθέμενη με μανία σε κάθε άνδρα που επιχειρεί να εισβάλει στο λονδρέζικο διαμέρισμά της, μοιάζει να αναζητά λύτρωση από τα φρικτά οράματα που την καταδιώκουν. Δεν έχει σημασία τι την οδήγησε εδώ. Σημασία έχει ότι, παγιδεύοντάς μας στο ταραγμένο της μυαλό, ο Πολάνσκι μετατρέπει τις φαντασιώσεις της σε μια πραγματικότητα τόσο αντικειμενική όσο και η προηγούμενη ηρεμία. Η πρώτη απόπειρα του Πολωνού σκηνοθέτη στο είδος του τρόμου είναι καταδικασμένη να τραυματίσει ανεπανόρθωτα όποιον έρθει σε επαφή μαζί της. Προσωπικά, από τότε εγώ ποτέ δεν είδα με το ίδιο μάτι ένα κουνέλι στιφάδο! Θ.Π.
Τhe Haunting: (1963) του Ρόμπερτ Γουάιζ
Οταν μια τετραμελής ομάδα καλείται να συγκατοικήσει σε ένα παλιό αρχοντικό προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη ή όχι του μεταφυσικού στοιχείου στα σκοτεινά δωμάτιά του, κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τον τρόμο που τους περιμένει. Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για το κοινό που θα έρθει σήμερα σε επαφή με αυτή την «παλιομοδίτικη», ασπρόμαυρη ταινία στοιχειώματος η οποία κατορθώνει να εξυψώσει μια απλοϊκή ιδέα σε μια συμφωνία ανατριχίλας και σασπένς. Μέσα από ανορθόδοξες γωνίες λήψης κι έναν αριστοτεχνικό συνδυασμό απειλητικών ήχων και φωτοσκιάσεων το επιβλητικό κτίσμα μετατρέπεται σε μια αυτόνομη οντότητα, έτοιμη να καταβροχθίσει τους ενοίκους του. Οχι με τον κυριολεκτικό τρόπο που επέλεξε ο Γιαν ντε Μποντ στο εφετζίδικο ριμέικ του, αλλά επιβάλλοντας την παρουσία του ενάντια σε κάθε δυσπιστία. Μαθητής του Βαλ Λιούτον και θιασώτης του υπαινικτικού τρόμου που συνήθιζε να εφαρμόζει ο δάσκαλός του, ο Γουάιζ αποδεικνύει πως μερικές φορές ό,τι δεν βλέπεις μπορεί να είναι απείρως πιο τρομακτικό. Θ.Π.
Η Νύχτα Με Τις Μάσκες: (Ηalloween / 1978) του Τζον Κάρπεντερ
Στην τρίτη ταινία του, o Κάρπεντερ μετέτρεψε μια «γιορτή» σε εφιαλτική νύχτα, σκορπίζοντας μια θανάσιμη σκιά στη θαλπωρή κάθε μετέπειτα γιορτής που έμελλε να γίνει κινηματογραφικά παρανάλωμα στις διαθέσεις κάποιου ψυχωτικού δολοφόνου που διψάει για εκδίκηση. Η Τζέιμι Λι Κέρτις τραβάει ανομολόγητα πάθη με το κακό που την έχει βρει, αλλά ο μακελάρης είναι κάθετος: αυτό που ξεκίνησε πριν από 16 χρόνια ως εξάχρονος σφαγέας της αδερφής του πρέπει να ολοκληρωθεί απόψε, μετά την απόδρασή του από το ψυχιατρείο. Το σασπένς και ο φόβος ελλοχεύουν πίσω από κάθε πλάνο αυτής της ανελέητης ταινίας. Και το παιχνίδι με τα όρια της υπομονής και της αντοχής δεν έχει πλέον κανόνες. Τους παραβιάζει ο σκηνοθέτης. Μ.Φ.
Suspiria (1977) του Ντάριο Αρτζέντο
Σαν άβγαλτες παιδούλες οι φοιτήτριες μιας σχολής χορού επιδίδονται σε ένα φαινομενικά απλοϊκό παιχνίδι αναζητώντας το απόκοσμο μυστικό πίσω από τα αλλόκοτα γεγονότα που κατακλύζουν το γοτθικό κτίσμα. Δεν γνωρίζουν όμως ότι, πέρα από ένα παραισθησιογόνο παραμύθι, ο σαδιστής Αρτζέντο τους επιφυλάσσει μια σειρά μπαρόκ εγκλημάτων, από τα πιο ευφάνταστα που γνώρισε ποτέ το σινεμά. Με τη διαβολική μουσική των Goblin να παίζει στη διαπασών και ένα σκηνικό λουσμένο σε απόκοσμους μπλε και κόκκινους φωτισμούς, ο Ιταλός μετρ μετατρέπει τη δολοφονία σε ύψιστη τέχνη και το άντρο των μαγισσών σε έναν λαβύρινθο όπου η απειλή παραμονεύει παντού, παίρνοντας απρόβλεπτη μορφή. Η αίσθηση είναι παρόμοια με τα πνιγηρά εκείνα ονειρικά τοπία που, όταν τα συναντάς στον ύπνο σου, προσπαθείς μάταια να ουρλιάξεις για βοήθεια. Αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν ο Αρτζέντο είχε γυρίσει τελικά την ταινία με πρωταγωνίστριες 12χρονα κορίτσια, όπως ακριβώς επιθυμούσε αρχικά!Θ.Π.
Τhe Innocents: (1961) του Τζακ Κλέιτον
Η αριστουργηματική ανάγνωση του Κλέιτον στο «Στρίψιμο Της Βίδας» του Χένρι Τζέιμς είναι ίσως η απόλυτη ιστορία φαντασμάτων, έστω κι αν μπορεί ταυτόχρονα να ιδωθεί ως μια ομιχλώδης σπουδή στην καταπιεσμένη σεξουαλικότητα της ηρωίδας. Καθώς η νευρωτική, άπειρη γκουβερνάντα της Ντέμπορα Καρ αναρωτιέται αν τα δύο αγγελούδια που έχει αναλάβει έχουν καταληφθεί από το πνεύμα της νεκρής προκατόχου της και του διαβολικού εραστή εκείνης ή η φαντασία της παίζει ύπουλα παιχνίδια, ό,τι εκτυλίσσεται στη συνέχεια μοιάζει να επιτείνει βασανιστικά το παραπάνω δίλημμα. Σε οποιαδήποτε περίπτωση ο διφορούμενος ερωτισμός που ξαφνιάζει ακόμα και σήμερα, οι αινιγματικές φιγούρες των παιδιών και το βασίλειο της σκιάς που κυριαρχεί στο φωτισμένο με κεριά βικτωριανό αρχοντικό, κάνοντάς το να μοιάζει με πολυτελές μαυσωλείο, αρκεί για να στείλει ρίγη στο εκστασιασμένο κοινό που διχάζεται ανάμεσα στην εξαίσια ομορφιά της ταινίας και το νοσηρό περιεχόμενό της. Θ.Π.
Ο Σχιζοφρενής Δολοφόνος Με Το Πριόνι: (Τhe Texas Chainsaw Massacre / 1974) του Τομπ Χούπερ
Εχουν γραφτεί πολλά για το φιλμ του Τομπ Χούπερ. Οτι δεν είναι μια απλή ταινία τρόμου, ότι εξέφρασε ιδανικά το μούδιασμα της αμερικανικής κοινωνίας που ένιωθε στο πετσί της τη seventies πτώση των αξιών. Κι όμως, όλα αυτά μοιάζουν περιττά μπροστά στην αξέχαστη μορφή του Leatherface, ενός δολοφόνου που ενσάρκωσε ό,τι πιο ρεαλιστικό πλησίασε την έννοια του κακού στο σινεμά. Αντίθετα με τις πεποιθήσεις πολλών, ο Χούπερ φρόντισε να σοκάρει όχι με τα όσα αποτρόπαια απεικόνιζε αλλά με όσα άφηνε να σχηματίσει η φαντασία καθενός θεατή χωριστά. Οδυνηρός και αποπνικτικός, ο «Σχιζοφρενής Δολοφόνος» παραμένει πιο απειλητικός από 10 «Ηostel» και «Σε Βλέπω» μαζί, κυρίως γιατί απάντησε πειστικότατα στην ερώτηση «Ξέρεις πώς είναι να πεθαίνεις βασανιζόμενος;» Η.Κ.
Η Λάμψη: (The Shining / 1980) του Στάνλεϊ Κιούμπρικ
«Αll work and no play makes Jack a dull boy»: θυμάμαι το έγραφα παντού (σε πρόχειρα τετράδια, χαρτοπετσέτες και τοίχους) μάλλον προσπαθώντας να ξορκίσω τον δαίμονα που έκρυβαν αυτές οι λέξεις. Αν ο Τζακ Νίκολσον δεν είχε «κόψει τον κάβο» του μυαλού του σε αυτό το υποδειγματικό φλερτ με τον εσωτερικό μας τρόμο που σκάρωσε ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ το 1980, δεν θα είχα φανταστεί ποτέ ότι η δύναμη του κακού δεν είναι κάτι που έρχεται από μακριά αλλά, αντίθετα, βρίσκεται σε μικρότερη απόσταση από εκείνη της αναπνοής μας. Μέσα μας. «Η πολύ δουλειά τρώει τον αφέντη» είναι το άλλοθι που γέννησε το λασκαρισμένο μυαλό του κυρίου Τόρανς για να ελευθερώσει την κόλαση από μέσα του και να δικαιώσει το στρίψιμο της βίδας. Σε αντίστιξη με το φρικαλέο τέρας που γέννησε ο Νίκολσον στην οθόνη, ο γιος του Ντάνι Τόρανς (Ντάνι Λόϊντ στην πραγματική ζωή) αντιμετώπισε με ήπια στωικότητα τα φαντάσματα του παρελθόντος και τις φρίκες του μέλλοντος. Τότε ήταν που αποφάσισα ότι δεν θέλω να έχω κανενός είδους σχέση με τα παραφυσικά φαινόμενα αλλά και ότι το καλύτερο που έχω να κάνω όταν εμφανιστεί, παρ ελπίδα, το τέρας μέσα μου, είναι να το οικειοποιηθώ. Μ.Φ.






