Δεν υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος για τον οποίο ο Τέρενς Ντέιβις δεν συγκαταλέγεται αυτόματα μέσα στους πέντε σημαντικότερους εν ζωή Βρετανούς σκηνοθέτες. Εκτός αν θεωρούνται σημαντικοί λόγοι ότι σιχαίνεται την ποπ μουσική, θεωρεί αδύνατον να κινηματογραφήσει πόδια σε οποιαδήποτε μορφή, είναι δηλωμένος γκέι και μονίμως πασχίζει να βρει χρηματοδότηση για τις ταινίες του.
Με αφορμή την κυκλοφορία της καινούριας του ταινίας, «Το Βαθύ Μπλε του Έρωτα», θυμόμαστε τα διαλεχτά κεφάλαια της εξαιρετικής του φιλμογραφίας.
«The Terence Davies Trilogy» (1984)
Τα τρία πρώτα φιλμ του Ντέιβις ακολουθούν τον ήρωα Ρόμπερτ Τάκερ από την παιδική του ηλικία («Children», 1976) μέχρι την σύγχυσή του ανάμεσα στην καθολική του ανατροφή και την ομοφυλοφιλία του («Madonna and Child», 1980) και τελικά τον θάνατο («Death and Transfiguration», 1983). Η φιλοσοφία «ζωής» του Ντέιβις μέσα σε 90 πανέμορφα αλλά και επώδυνα ασπρόμαυρα λεπτά που επεξεργάζονται τη θεματική του «χαμένου χρόνου» και της ενοχής όπως σχεδόν κανείς δεν κατάφερε ποτέ.
«Distant Voices, Still Lives» (1988)
Βινιέτες μιας ολόκληρης ζωής σε άπταιστο έγχρωμο, η ταινία που χάρισε στον Ντέιβις το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών ανήκει δικαιωματικά σήμερα στις σημαντικότερες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ. Ένα παλίμψηστο (ή μήπως μιούζικαλ;) εικόνων, συναισθημάτων, ήχων και αρωμάτων που αναδομεί την έννοια της νοσταλγίας, ζωντανεύοντας μια ολόκληρη ζωή μέσα σε 85 λεπτά απόλυτης, ιδανικής και αρχιτεκτονικά αυστηρής ομορφιάς.
«The Long Day Closes» (1992)
Άτυπο σίκουελ του «Distant Voices, Still Lives», η ταινία που ανάγκασε τους θεατές της πρεμιέρας στο φεστιβάλ των Καννών να χειροκροτούν όρθιοι τον Ντέιβις για δέκα ολόκληρα λεπτά παραμένει η πιο «αισιόδοξη» στιγμή του σκηνοθέτη. Ένα οδοιπορικό στη μοναχική ζωή ενός 10χρονου που μόλις έχει χάσει τον πατέρα του, βρίσκοντας καταφύγιο στο σινεμά. Σκηνή ανθολογίας το τράβελινγκ που ξεκινάει από μια εκκλησία και καταλήγει στην αίθουσα ενός κινηματογράφου.
«The Neon Bible» (1995)
Η πρώτη ταινία του Ντέιβις στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και η πρώτη που βασίστηκε σε άλλη πηγή (το ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζον Κένεντι Τουλ) παραμένει η ταινία που άφησε την πιο «άνοστη» γεύση στους θαυμαστές του, αν και υπήρξαν κριτικοί που ανακάλυψαν νότες από το απαράμιλλο στιλ του Ντέιβις. «Το ‘The Neon Bible’ δεν λειτουργεί και φταίω εξ ολοκλήρου εγώ. Ήταν ένα μεταβατικό στάδιο. Θα μπορούσα να κάνω το ‘House of Mirth’ χωρίς αυτό.»
«House of Mirth» (2000)
Ο Τέρενς Ντέιβις διασκευάζει Ίντιθ Γουόρτον (για πολλούς, καλύτερα και από τον Σκορσέζε), ποντάρει στην εύθραυστη φιγούρα της Γκίλιαν Άντερσον (σε κόντρα ρόλο σε σχέση με την Σκάλι των «X Files») και παραδίδει αυτό που μέχρι σήμερα παραμένει η μεγαλύτερη κριτική και εμπορική ταινία της καριέρας του. Ένα λυρικό και εκρηκτικό δράμα για τις χαμένες αγάπες, καταπιεσμένες επιθυμίες και την οριστική νίκη των συμβάσεων πάνω στο όνειρο.
«Of Time and the City» (2008)
Η πρώτη ταινία του Ντέιβις μετά από οκτώ χρόνια μοιάζει φαινομενικά με ένα ντοκιμαντέρ για το μεταπολεμικό Λίβερπουλ, φτιαγμένο από αρχειακό υλικό, κινηματογραφημένες σκηνές, τραγούδια και ντοκουμέντα μιας ολόκληρης εποχής. Στην πραγματικότητα όμως είναι ένα ποίημα (με αφηγητή τον ίδιο τον Ντέιβις) πάνω στα παιχνίδια της μνήμης, δοσμένο με την νοσταλγία που καταφέρνει να διασώσει οτιδήποτε σβήνει αδυσώπητα η ταχύτητα του χρόνου.
[Αναδημοσίευση από το τεύχος 205 του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ]
Η ταινία «Το Βαθύ Μπλε του Έρωτα» κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες.






