• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Συνέντευξη: Ο Λοράν Καντέ μας ξεναγεί στην «Ιθάκη» του

23 Οκτ 2015 | Θέματα, Συνεντεύξεις | 0 comments

Προσκεκλημένος του 21ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας – Νύχτες Πρεμιέρας, με αφορμή την πανελλήνια πρώτη προβολή της νέας του ταινίας, «Επιστροφή στην Ιθάκη», ο πολυβραβευμένος σκηνοθέτης του «Ανάμεσα στους Τοίχους» μίλησε στον Λουκά Κατσίκα από τη θέση ενός σκεπτόμενου δημιουργού και ενός εξαιρετικά ευγενούς συνομιλητή.
Συντάκτης: Λουκάς Κατσίκας
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Από την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, το 1999, μέχρι τον πολυσυζητημένο θρίαμβό του στις Κάννες, με τον Χρυσό Φοίνικα που απονεμήθηκε το 2008 για το «Ανάμεσα στους Τοίχους» ο θαυμάσιος Γάλλος σκηνοθέτης παραμένει ένας σταθερός και ακούραστος υπηρέτης μιας ρεαλιστικής, αφοπλιστικά λιτής και ανεπιτήδευτης θεώρησης περί κινηματογράφου. Και ταυτόχρονα εκφραστής μιας προσγειωμένης και οξυδερκούς αντίληψης για τον σύγχρονο δυτικό κόσμο, τις εργασιακές και κοινωνικές δυναμικές του, τους μηχανισμούς που ενώνουν και χωρίζουν τους ανθρώπους που κατοικούν σε αυτόν, τις καθημερινές του χίμαιρες και διαψεύσεις.

Από τον «Ανθρώπινο Παράγοντα» που εγκαινίασε την μεγάλου μήκους καριέρα του 54χρονου σκηνοθέτη και το αριστουργηματικό «Ελεύθερος Ωραρίου» (2000) που πιστοποίησε περίτρανα την αξία του ως δημιουργό, μέχρι το «Ανάμεσα στους Τοίχους», ο Καντέ εξακολουθεί να εξερευνά δύσβατες περιοχές όπως είναι η μοντέρνα αποξένωση, η εργασιακή εξάρτηση, η ταξική ανισότητα και η εμπορευματική αντίληψη των πάντων.

«Πρόθεσή μου μέσα από τις ταινίες που κάνω ήταν ανέκαθεν να μπορώ να μεταφέρω την εμπειρία του υπαρκτού μας κόσμου με τον τρόπο που τον καταλαβαίνω και τον ζω καθημερινά», είναι άλλωστε η άποψη που μου μεταφέρει ο ίδιος ο σκηνοθέτης για τον κινηματογράφο που υπηρετεί. «Ο κόσμος αυτός μας θέτει διαρκώς μια σειρά από ερωτήματα, στα οποία νιώθω την ανάγκη να γυρέψω τις απαντήσεις. Νομίζω ότι δεν είναι μόνο δική μου επιθυμία αυτό, αλλά και μια τάση που συναντιέται ολοένα και συχνότερα πλέον στο σινεμά: Η ανάγκη επαφής με την αλήθεια που βρίσκεται γύρω μας. Οι ταινίες μου από την άλλη προσπαθούν, όσο αυτό είναι εφικτό, να δώσουν λόγο και βήμα σε ανθρώπους οι οποίοι έχουν σπάνια ή καθόλου την δυνατότητα να εκφραστούν μέσα από το σινεμά».

Κάτι παρόμοιο διερευνά ο Καντέ και στην καινούργια του ταινία, «Επιστροφή στην Ιθάκη», για την κριτική και τις λεπτομέρειες της οποίας αξίζει να διαβάσετε εδώ.

Οπως αποδείξατε παλιότερα με το «Ανάμεσα στους Τοίχους», έτσι και με την «Επιστροφή στην Ιθάκη» φανερώνετε ότι δεν διστάζετε να κάνετε ένα καθαρά διαλογικό σινεμά και ταυτόχρονα δεν σας τρομάζει το ενδεχόμενο του να περιορίζετε και να φιλμάρετε τους ήρωές σας σε κλειστούς, αυστηρά οριοθετημένους χώρους. Δεν φοβάστε αυτήν την θεατρικότητα.

Όχι, μου αρέσει πολύ όταν μια σκηνή ταινίας υιοθετεί μια τέτοια θεατρικότητα. Δεν μου αρέσει πολύ να πηγαίνω στο θέατρο, είναι η αλήθεια, αλλά βρίσκω πως η θεατρική αναπαράσταση σε δρώμενα μέσα σε ένα πλαίσιο πολύ ρεαλιστικό έχει κάτι το ιδιαιτέρως αποτελεσματικό. Και ειδικά με την «Επιστροφή στην Ιθάκη» το ζητούμενο ήταν να δώσουμε αποκλειστικά τον λόγο στους ανθρώπους. Αρχική μου σκέψη ήταν να φιλμάρω σκηνές που να διαδραματίζονταν σε διάφορες ταράτσες πάνω από την πόλη της Αβάνα, μου φαινόταν, παρ' όλα αυτά, ότι χάνουμε την ιστορία κι εκεί ήταν σημαντικό να μείνουμε πραγματικά. Να ακούσουμε τους ήρωες να μιλούν και κυρίως να αντικρίσουμε το πρόσωπό τους, όλες αυτές τις μικρές λεπτομέρειες: το βλέμμα – τον τρόπο με τον οποίο τα πρόσωπα είναι στιγματισμένα για παράδειγμα από την κούραση, από το πέρασμα των ετών. Διότι βρίσκονται στην ηλικία όπου κάνουν τους λογαριασμούς τους, όπου είναι κουρασμένοι από την ζωή – και μου φαινόταν σωστό να μείνω κοντά τους.

«Οι ταινίες μου προσπαθούν να δώσουν λόγο και βήμα σε ανθρώπους οι οποίοι έχουν σπάνια ή καθόλου την δυνατότητα να εκφραστούν μέσα από το σινεμά»

Το παράδοξο σε αυτήν την ταινία είναι ότι μπορεί η δράση να βρίσκεται πάλι περιορισμένη σε έναν χώρο, όμως ο χώρος αυτός δεν είναι τέσσερις κλειστοί τοίχοι αλλά μια ταράτσα. Κι εκεί βρίσκεται, αν θέλετε, το οξύμωρο: περιορίζετε μεν τους ήρωες σε ένα χώρο, αλλά ταυτόχρονα ο χώρος αυτός είναι ανοιχτός. Εχει θέα στην πόλη και στη θάλασσα.

Για μένα ήταν πολύ σημαντικό κάτι τέτοιο. Εψαχνα πολύ καιρό αυτήν την ταράτσα. Σκαρφαλώσαμε εκατοντάδες ορόφους για να βρούμε επιτέλους την συγκεκριμένη ταράτσα γιατί επιθυμούσα αυτήν την παρουσία της πόλης από την μία πλευρά κι από την άλλη μεριά την παρουσία της θάλασσας, που είναι εξάλλου μια υπόσχεση, αλλά την ίδια στιγμή αποτελεί και ένα εμπόδιο, ένα σύνορο που από φωτεινό και γαλάζιο γίνεται σταδιακά μαύρο, καθώς πέφτει η νύχτα. Αυτή η αντίθεση ανάμεσα σε μια ζωή πολύ κοινωνική – ακόμη κι η ασυδοσία της Κουβανέζικης ζωής – και αυτό το «αλλού» που όμως φοβόμαστε λίγο, γιατί μας περιορίζει σε ένα μέρος, μας εμποδίζει να προχωρήσουμε. Είναι έπειτα και η ίδια η Αβάνα στην οποία τοποθετήσαμε το φιλμ, έχει μια αίσθηση την οποία δεν βρίσκω πουθενά αλλού. Έχω την εντύπωση ότι από αυτό το μικρό σημείο στην Αβάνα, που θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ξεκομμένο, έχουμε μια οπτική γωνία πάνω σε όλον τον κόσμο.

Είχατε εξαρχής σκοπό να τηρήσετε αυτό το συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο στο φιλμ, ξεκινώντας το με το φως της μέρας και τελειώνοντάς το στην αρχή της επόμενης; Ποια ήταν η σημασία του να αναπτύξετε την ιστορία με αυτόν τον τρόπο, ώστε τα πάντα να τελειώσουν με τον ερχομό της αυγής;

Ένα από τα ερωτήματα που θέτει η ταινία είναι το αν αυτή η ομάδα θα αντισταθεί στη νύχτα. Το πρωί θα είναι ακόμα μαζί; Ήταν ένα διαρκές ερώτημα κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Πάντοτε αναρωτιόμουν εάν είναι ρεαλιστικό να φανταστώ ότι θα μείνουν μαζί. Ο Έντι κάποια στιγμή φεύγει, αλλά ξαναγυρίζει. Σαν η φιλία να ήταν τελικά πιο δυνατή από όλα τα προβλήματα που αντιμετώπισαν και από τον τρόπο με τον οποίο λοξοδρόμησαν από την τροχιά τους. Κι έπειτα, υπάρχει κάτι εκεί – ίσως λίγο αφελώς συμβολικό: από την στιγμή που πέρασαν την νύχτα, μια καινούργια μέρα μπορεί μάλλον να ξεκινήσει, ένα είδος ελπίδας ότι η φιλία μπορεί να αντλήσει τη δύναμη και να αντιμετωπίσει την ημέρα που έρχεται.

Βρίσκετε το γύρισμα κάτω από αυτές τις συνθήκες περιοριστικό ή απελευθερωτικό;

Πάρα πολύ απελευθερωτικό.

Γιατί αυτό;

Καταρχάς γιατί είναι μια ταινία που μπορέσαμε να κάνουμε με έναν τρόπο πολύ οικείο. Ήμασταν μια πολύ μικρή ομάδα, είχαμε ηθοποιούς απολύτως εμπλεκόμενους με την ταινία που είχαν μια απίστευτη γενναιοδωρία. Την προηγούμενη ταινία μου, το «Foxfire», που γυρίστηκε στον Καναδά, την έκανα με 90 ανθρώπους, είχαμε μακριά φορτηγά σταθμευμένα γύρω παντού– και είχα την εντύπωση ότι υπερασπιζόμουν το πλατό ενάντια σε όλο αυτό το τσίρκο. Κι εκεί υπήρχε μια συγκέντρωση ενεργειών. Αυτό που μετράει για μένα πραγματικά είναι, ωστόσο, το τι έχουμε να διηγηθούμε.

 

Έχετε την τάση – ειδικά στις τελευταίες σας ταινίες – να ταξιδεύετε τον κόσμο και να τοποθετείτε τις ιστορίες σας σε διαφορετικές γεωγραφικές συντεταγμένες. Αναρωτιόμουν, όντας ξένος σε μια ξένη χώρα όπως η Αβάνα ή η Αϊτή του «Vers le Sud», αν υπήρξαν φορές που σας αποπλάνησε το μέρος; Αν παρασυρθήκατε να γίνετε τουρίστας, αντί για σκηνοθέτης ή θεατής;

Για να σας πω την αλήθεια αυτή είναι μια ερώτηση που θέτω κι εγώ στον εαυτό μου. Στην πραγματικότητα ποτέ δεν πήρα την απόφαση να κάνω γύρισμα εδώ ή εκεί. Κάθε φορά η ιστορία που επιθυμώ να διηγηθώ είναι αυτή που με πάει σε κάποιο μέρος. Επομένως, τα πράγματα μου επιβάλλονται λίγο – χωρίς αυτό να με εμποδίζει να διερωτώμαι για το ζήτημα του βλέμματος, το τουριστικό βλέμμα που ενδέχεται άθελά μου να υιοθετώ σε μια κατάσταση. Εκεί ένας τρόπος να το αποφύγεις αυτό είναι να επικεντρωθείς στην ιστορία και να προσπεράσεις τις γραφικές τοπικές λεπτομέρειες. Η απόσταση, ξέρετε, λειτουργεί μερικές φορές και ευεργετικά διότι μου κινεί την περιέργεια και μου επιτρέπει να κοιτάζω τα πράγματα με λιγότερο πάθος. Να τα κοιτάζω ίσως με μεγαλύτερη ψυχραιμία και ακρίβεια.

Ποιο ήταν το στοιχείο που σας προσέλκυσε περισσότερο στην Αβάνα;

Είναι πάντοτε δύσκολο να ξέρουμε γιατί μας αρέσει κάποιος ή κάτι, αλλά νομίζω πως η Κούβα βγάζει το συναίσθημα, κάθε φορά που φτάνουμε εκεί, μιας οντότητας ιστορικής, πολύ πολύ μεγάλης. Συναντάς εκεί ανθρώπους που έχουν ζήσει πράγματα, που έχουν ζήσει σημαντικές σελίδες της Ιστορίας, και ταυτόχρονα οι άνθρωποι αυτοί έχουν μια δυνατή αίσθηση της φιλίας και της επαφής που εμένα προσωπικά με αγγίζει πολύ.

Οι ιστορίες των ηρώων σας στην «Ιθάκη» έχουν έναν οικουμενικό χαρακτήρα όπου εύκολα μπορείς να ταυτιστείς με τον αγώνα τους και τις αυταπάτες τους, είτε ζεις στην Ελλάδα, είτε στην Αβάνα. Αναρωτιόμουν, όμως, ποια ήταν τα δικά σας σημεία ταύτισης με τους χαρακτήρες.

«Έχω την τάση να μου αρέσουν περισσότερο σκηνοθέτες που έχουν πεθάνει παρά σκηνοθέτες που βρίσκονται εν ζωή!»

Νομίζω πως η δική μου ταύτιση είναι ότι μπορώ να μοιραστώ την ιστορία τους παρά τα χιλιάδες χιλιόμετρα που με χωρίζουν από αυτούς, παρά την ιστορία μου που είναι πολύ διαφορετική από τη δική τους, αλλά επίσης ότι έχουν πράγματα να με διδάξουν. Είχα αυτήν την ίδια αίσθηση όταν κατά τη διάρκεια του πολέμου πήγαινα στο Λίβανο πολύ συχνά. Την εντύπωση ότι αυτοί οι άνθρωποι βίωναν πράγματα τόσο κατακλυσμιαία σε αντίθεση με μένα που, σαν ένας μικρός Γάλλος, ζούσα ήρεμα και τακτοποιημένα. Δεν μπορούσε παρά να μου αποφέρει πράγματα η εμπειρία αυτή, να με βοηθήσει να καταλάβω επίσης τι είναι σημαντικό στην ζωή.

Έχετε κάποια μοτίβα που επανεμφανίζονται στις ταινίες σας. Και νομίζω πως η «Επιστροφή στην Ιθάκη» είναι μια πολύ χαρακτηριστική ταινία για κάποιον που θέλει να καταλάβει τη δουλειά σας. Ένα μοτίβο είναι ότι διαρκώς επιχειρείτε την διερεύνηση των ονείρων και των διαψεύσεων του σύγχρονου κόσμου. Θέλω να πω, όλοι οι χαρακτήρες σας φαίνονται να προδίδονται εν τέλει από την ίδια κοινωνική ψευδαίσθηση.

Ναι, νομίζω πως όλοι οι κύριοι χαρακτήρες μου είναι ιδεολόγοι που διαπιστώνουν συχνά ότι τα ιδανικά τους δεν είναι αρκετά δυνατά απέναντι στην σκληρότητα του κόσμου μέσα στον οποίο ζουν. Υπάρχει, επίσης, το θέμα της ομάδας, η σημασία του συλλογικού που έχει μεγάλη βαρύτητα στη ζωή μου και που μου φαίνεται ίσως η μόνη ελπίδα που έχουμε σήμερα. Ασφαλώς δεν είναι εύκολο για κάποιον να βρει τη θέση του μέσα στην κοινωνία και μέσα στην ομάδα. Επομένως, η ερώτηση που τίθεται στον κάθε άνθρωπο είναι:πώς μπορούμε να υπάρξουμε μέσα σε όλα αυτά; Είναι μια ερώτηση που, ακόμη κι όταν προσεγγίζουμε την πιο πολιτική ερώτηση, προσεγγίζουμε μια προσωπική εμπειρία – μια ενσάρκωση του πολιτικού.

Οι ταινίες σας δεν είναι πάντοτε αισιόδοξες, το δέχομαι αυτό. Εσείς ο ίδιος, όμως, είστε αισιόδοξος ως άνθρωπος;

Όχι – νομίζω πως η έλλειψη αισιοδοξίας είναι ένα από τα μεγάλα μου μειονεκτήματα.

Η ταινία διατηρεί, παρ' όλα αυτά, μια νότα αισιοδοξίας για το τέλος…

Το ελπίζω. Νομίζω πως είναι η πιο αισιόδοξη ταινία που έχω κάνει. Η ιδέα πως μπορούμε να ξεπεράσουμε τον φόβο και από εκεί και πέρα μπορούμε να εξετάσουμε άλλα πράγματα είναι το μήνυμα που επιθυμώ να περάσω – εάν θεωρήσουμε πως μπορούμε να περνάμε μηνύματα μέσα από μια ταινία.

Κάθε φορά προσπαθώ να σας φανταστώ ως θεατή γιατί σας γνωρίζω μόνο ως σκηνοθέτη. Αναρωτιέμαι πώς είστε ως θεατής. Τι είδους ταινίες σας αρέσει να βλέπετε στον ελεύθερο χρόνο σας; Τι είδους κινηματογράφο αγαπάτε;

(γελώντας) Έχω την τάση να μου αρέσουν περισσότερο σκηνοθέτες που έχουν πεθάνει παρά σκηνοθέτες που βρίσκονται εν ζωή! Σκηνοθέτες όπως ο Παζολίνι, ο Ροσελίνι, ο Ντε Σίκα, ο Μορίς Πιαλά, ο Ρενουάρ, ο Μπρεσόν. Μια από τις ταινίες που θα έλεγα ότι με έχουν στιγματίσει τα τελευταία χρόνια είναι, πάντως, ελληνική. Μιλώ για τον «Κυνόδοντα», που για μένα ήταν μια ταινία απολύτως αξιοσημείωτη, με μια φόρμα πολύ μοντέρνα, με ένα μήνυμα πολύπλοκο όσο και θεσπέσια διεστραμμένο. Για μένα αυτά τα συστατικά κάνουν μια ταινία καλή. Είμαι αρκετά επιλεκτικός στις προτιμήσεις μου, όπως καταλαβαίνετε. Και δεν βλέπω πολύ ταινίες δράσης. Δεν μπορώ να πάω να δω Τζέιμς Μποντ στο σινεμά. Δυστυχώς ή ευτυχώς.

Η ταινία «Επιστροφή στην Ιθάκη« προβάλλεται στις αίθουσες από την Strada Films

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ