Πιστεύει ότι παράξενες ομοιότητες τον ενώνουν με το σινεμά του Λαρς φον Τρίερ. Δηλώνει μεγάλος θαυμαστής του Αποκάλυψη Τώρα! και θυμάται τη βραδιά που φιλοξένησε τον Κόπολα, τραγουδώντας μαζί του Πουτσίνι. Εξηγεί το μακροχρόνιο όραμά του να εφεύρει μια κινηματογραφική γλώσσα που να ενώνει το θέατρο, τη μουσική, την ποίηση, το χορό και την όπερα. Μιλά και χειρονομεί σχεδόν παραληρηματικά, θυμίζοντας πολύ τον φρενήρη τρόπο με τον οποίο κινηματογραφεί. Η γνωριμία μαζί του είναι η συνάντηση με έναν παθιασμένο άνθρωπο. Το μόνο που χρειάζεσαι είναι να πάρεις ανάσα και να τον ακολουθήσεις…
Θα λέγατε ότι πολλά από τα τραγούδια που επιλέξατε για την ταινία αντανακλούν το προσωπικό σας γούστο;
Όχι πράγματι. Πολλοί ίσως σκέφτηκαν ότι επειδή χρησιμοποιήσαμε αρκετά κομμάτια από τη δεκαετία του ’80, επιχειρούσα να εξερευνήσω τα χρόνια της νιότης μου, στην ουσία όμως, ο ένας και μοναδικός κανόνας ήταν η μουσική που θα επιλέγαμε να προέρχεται από τα τελευταία 100 χρόνια και να υπηρετεί αυστηρά την πλοκή. Χρειαζόμασταν οικεία κομμάτια και άφθονες ποπ αναφορές που να πετυχαίνουν σχεδόν αμέσως επαφή ανάμεσα στο κοινό και τη μουσική. Δεν κάναμε πάντως τίποτα καινούριο.
Θυμηθείτε την Τζούντι Γκάρλαντ να τραγουδά το “Clang, Clang, Clang with the Trolley” στο Meet me in St. Louis. Η ταινία εκτυλίσσεται στις αρχές του αιώνα, το συγκεκριμένο κομμάτι ακουγόταν παρ’ όλα αυτά στο ραδιόφωνο το ’40. Η μουσική του καιρού που γυρίστηκε το φιλμ χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει χαρακτήρες και καταστάσεις μιας άλλης εποχής. Είναι ενδιαφέρον πάντως το ότι θίγετε το ζήτημα του προσωπικού γούστου, καθώς υπάρχουν κομμάτια στο φιλμ που με εκφράζουν αληθινά, ενώ άλλα τα αγαπώ λιγότερο. Λατρεύω, ας πούμε, το “Nature Boy”, πιστεύω ότι είναι ένα θαυμάσιο τραγούδι που τυχαίνει να λειτουργεί έξοχα και επεξηγηματικά στο συγκεκριμένο σημείο του φιλμ, υπάρχουν ωστόσο πράγματα που ενώ μου άρεσαν πολύ, χρειάστηκε να τα αφαιρέσουμε επειδή δεν υπηρετούσαν ικανοποιητικά την πλοκή. Μια σκηνή, για παράδειγμα, όπου ο Ρίτσαρντ Ρόξμπουργκ τραγουδά το “Under My Thumb” των Rolling Stones αναγκάστηκα με μεγάλη λύπη να την αφήσω έξω.
Συμμερίζεστε την άποψη μερικών θεατών που ισχυρίζονται ότι η διάθεση της ταινίας να μην κατεβάσει λεπτό τους τόνους της γίνεται σε σημεία υπερβολική;
Αυτό που ισχυρίζονται είναι σωστό, όχι όμως εξολοκλήρου ακριβές. Η ταινία είναι μοιρασμένη ανάμεσα σε ηχηρές στιγμές και μικρές παύσεις. Αναμφίβολα αυτό που κάνω στα πρώτα είκοσι λεπτά του φιλμ είναι αβάσταχτο, με την έννοια ότι είναι δύσκολο να το παρακολουθήσεις και μπορεί να σε ενοχλήσει. Ο σκοπός του πάντως είναι να προκαλέσει ένα αρχικό ταρακούνημα στο θεατή.
Απευθύνομαι σε ένα κοινό το οποίο, έχοντας γνωρίσει όλα τα μοντέρνα στερεότυπα της φιλμικής γλώσσας, είναι αρκετά εξοικειωμένο ώστε να αναγνωρίσει ότι η συγκεκριμένη κίνηση της κάμερας και η ταχύτατη εναλλαγή πλάνων είναι τεχνάσματα προορισμένα να σε απομακρύνουν από κάθε υποψία ρεαλισμού και να σε μεταφέρουν σε έναν κινηματογραφικό κόσμο ολοκληρωτικά πλασματικό και χορογραφημένο πάνω στη μουσική. Είναι, αν θέλεις, ένας δυναμικός πρόλογος στη μορφή, τη λογική και τη μουσικότητα της ταινίας. Από τη στιγμή που βλέπεις κάτι τέτοιο, όλα επιτρέπονται, όλα είναι πιθανά.
Ποιο είναι το αγαπημένο σας μιούζικαλ;
Δε θα ξεχώριζα κάποιο συγκεκριμένα. Μου αρέσουν τα πάντα, από το Bandwagon μέχρι το Καμπαρέ. Ο ορισμός ενός μιούζικαλ είναι να πετύχει τη χρυσή αρμονία ανάμεσα στη μουσική και την ιστορία. Αν αυτό συμβεί, θα γεννήσεις μια ασίγαστη δύναμη. Είναι κάτι πολύ δύσκολο να γίνει. Κι εγώ δεν ξέρω αν τα κατάφερα…
Απόσπασμα από την συνέντευξη του Μπαζ Λούρμαν στον Λουκά Κατσίκα που δημοσιεύεται στο τέυχος 128 του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ.






