• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Στάνλεϊ Κιούμπρικ

20 Νοέ 2007 | Θέματα | 0 comments

Αναζητάς πάντα μία αφορμή για να ξαναδείς και να επανεκτιμήσεις το εργο του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Η κυκλοφορία πέντε ταινιών του σε ειδικές εκδόσεις DVD είναι απλώς αρκετή.
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Αναζητάς πάντα μία αφορμή για να ξαναδείς και να επανεκτιμήσεις το εργο του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Η κυκλοφορία πέντε ταινιών του σε ειδικές εκδόσεις DVD είναι απλώς αρκετή.


«2001: Η Οδύσσεια Του Διαστήματος» / «2001: Α Space Οdyssey», 1968


Από την Ιωάννα Παπαγεωργίου


«Θα μου πει κάποιος τι στο διάολο σημαίνουν όλα αυτά;». Αυτή ήταν η αγανακτισμένη απορία του Ροκ Χάντσον άμα τη εξόδω του από την πρεμιέρα αυτής, της έκτης μεγάλου… ατελείωτου… μήκους ταινίας του Στάνλεϊ Κιούμπρικ.


Τι σημαίνουν, όχι. Τι μπορεί να σημαίνουν, ίσως. Σπαρμένη με πολύ ουσιαστικότερα από το παραπάνω, ανυπέρβλητα διαχρονικά ερωτήματα, αυτή η «Οδύσσεια» της συνείδησης και συνάμα της μοίρας ολόκληρου του ανθρώπινου είδους επιστρέφει στην αρχή. Τότε που ο άνθρωπος ήταν ακόμα πίθηκος. Σε μια πιθανή, χρονική στιγμή που ένας μαύρος, επιτηδευμένα λιτός μονόλιθος (απεσταλμένος του Θεού ή ενός ανώτερου, εξωγήινου πλάσματος;) έκανε αισθητή την παρουσία του στην πρωτόγονη Γη. Για να αφυπνίσει τη λογική των πιθήκων, ώστε να αρχίσουν να χρησιμοποιούν τα -απομεινάρια του γεύματός τους- κόκκαλα ως όπλα επιβίωσης. Και κυριαρχίας. Ως δήλωση αυτής, ένα από αυτά πετιέται θριαμβευτικά στον ουρανό και φτάνει στο διάστημα. Στο άμεσο μέλλον. Μεταμορφωμένο σε διαστημόπλοιο, επικοινωνιακό δορυφόρο ή υπέρ-εξελιγμένο πυρηνικό οπλοστάσιο; Τώρα πια ο άνθρωπος έχει φτάσει στο φεγγάρι. Εκεί όπου ανακαλύπτει έναν μαύρο, επιτηδευμένα λιτό μονόλιθο και αποκτά την έμπνευση και τη γνώση για ακόμα μεγαλύτερα… ατελείωτα… ταξίδια. Με οδηγό το σημαντικότερο τεχνολογικό επίτευγμα του: τον υπέρ-υπολογιστή HAL (Heuristic Algorithmic Computer -τουτέστιν, Ευρηματικός Αλγοριθμικός Υπολογιστής). Ενα «χειροποίητο» ον, φορτωμένο με τεχνητή νοημοσύνη, ελεύθερη βούληση και υποβλητική, υπνωτιστική φωνή. Ανίκανο να προβλέψει ή να προσχεδιάσει τη μοίρα του, είναι ωστόσο σε θέση να επιλέξει τον τρόπο που θα την αντιμετωπίσει όταν επιτέλους τη συναντήσει. Ικανό για το απόλυτο καλό, αλλά και το απόλυτο κακό. Και ατελές. Σαν τον δημιουργό του. Τον άνθρωπο. Που για να επιβιώσει οφείλει να τιμωρήσει αυστηρά το δυσλειτουργικό «παιδί» του, θανατώνοντάς το. Στέλνοντάς το οριστικά και αμετάκλητα στην ανυπαρξία.




Ο HAL πεθαίνει τραγουδώντας. Σκοτωμένος από χέρια ανθρώπου. Του μόνου που ελέγχει τη μοίρα του και αποφασίζει τη στιγμή του θανάτου του. Εκείνου που έτσι, μετεξελίσσεται πλέον (οριστικά και αμετάκλητα;) από δημιούργημα σε δημιουργός. Παντοδύναμος, αλλά ολομόναχος. Αναπνέοντας ταυτόχρονα παντού και πουθενά, αλλά σίγουρα όχι στο παρόν. Ισως μόνο στην αρχή. Τότε που ήταν ακόμα έμβρυο. Ή μήπως τελικά, όλα αυτά είναι το όνειρο ενός ανθρώπινου μωρού που ονειρεύτηκε ότι έγινε θεός;


«Αν καταλάβετε το 2001 απόλυτα, αποτύχαμε. Επιδιώξαμε να προκαλέσουμε πολλά περισσότερα από απαντήσεις. Ερωτήσεις». Αρθουρ Κλαρκ.


* Η διπλή DVD έκδοση της ταινίας περιέχει σχολιασμούς, τρέιλερ, ντοκιμαντέρ του βρετανικού Channel 4 με τίτλο «2001: The Making of a Μyth», 5 ακόμη ντοκιμαντέρ και μία σπάνια ηχητική συνέντευξη με τον Κιούμπρικ.


 


Η Πτώση της Δυτικής Αυτοκρατορίας


« Το Κουρδιστό Πορτοκάλι» / «Α Clockwork Οrange», 1971


Από τον Μάρκο Φράγκο



Μια σπουδή πάνω στο καλό και το κακό, τη «μαγιά» της ανθρώπινης ψυχής απέναντι στην πρόκληση του οφέλους κάθε είδους και μια βαθύτατα πολιτική δήλωση για τη δύναμη της εξουσίας, το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» ήταν η κινηματογραφική απόδοση του βιβλίου του Αντονι Μπάρτζες από τον φίλο του, Στάνλεϊ Κιούμπρικ.


Η ταινία που στη φιλμογραφία του σκηνοθέτη κατέχει το ρεκόρ της γρηγορότερης διαδικασίας παραγωγής, σε αντίθεση με τη φήμη του, που τον θέλει δυναστικά χρονοβόρο. Το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» προτάθηκε για τέσσερα Οσκαρ (σκηνοθεσία, μοντάζ, διασκευή σεναρίου και ταινία) το 1971 και έγινε δεκτό από το κοινό και τους κριτικούς με ενθουσιασμό για τη ριζοσπαστική, βαθύτατα φιλοσοφική ματιά του, επηρεάζοντας από τότε πολλές πτυχές της κινηματογραφικής, και όχι μόνο, κουλτούρας.




Ο συμβολισμός της πορείας του Αλεξ (του καταπληκτικού Μάλκολμ ΜακΝτάουελ), από τη νοσηρή ηδονοθηρία (κλασική μουσική, βιασμοί και ακραία βία οι αδυναμίες του) μέχρι το έγκλημα και από κει στην κατασταλτική αναμόρφωση μέχρι τη γεύση του κάρμα και της εκδίκησης λειτουργεί σαν μια παραβολή- σταθμός: η ανικανότητα να επιβληθεί πάνω στα πάθη του και σε αντιδιαστολή, αργότερα, να βρει τη δύναμη να ξεπεράσει την επίδραση της περίφημης τεχνικής «Ludovico» σε μια καθημερινότητα που τον έχει αφήσει ευνουχισμένο από κάθε προσωπική αντίδραση και άμυνα, είναι μια ανατριχιαστική απεικόνιση της επιρροής της εξουσίας πάνω στον άνθρωπο. Εντελώς απαισιόδοξη και ζοφερή η ματιά των Μπάρτζες και Κιούμπρικ πάνω στη σχέση των ανθρώπων με τις επιθυμίες τους αλλά και πάνω στη σχέση των τελευταίων με την κοινωνία, καταλήγουν σε μια αναγκαιότητα που όπως ήταν φυσικό σόκαρε στην εποχή της και έθεσε ερωτήματα που ακόμα δεν έχουν απαντηθεί- αντίθετα έχουν ενταθεί και χάσκουν ακόμα σαν μαύρες τρύπες στην κοινωνία. Κυρίως την αμερικανική.


Ο απόηχος του «Κουρδιστού Πορτοκαλιού» με τους Droogs του Αλεξ (την τρομοκρατική συμμορία), το μπαρ Κορόβα, τις αναφορές στους ναζί και την ενάτη συμφωνία του Μπετόβεν, το μουσικό σκορ του/της Γουόλτερ/Γουέντι Κάρλος και την τελική φαντασίωση της βικτοριανής σουρεαλιστικής σκηνής, έχει ποτίσει όλη την «σκεπτόμενη» καλλιτεχνική οικογένεια της Αμερικής που φιλοσοφεί άμεσα ή έμμεσα πάνω σε ζητήματα ηθικής, ψυχολογίας και φιλοσοφίας. Επιπλέον έχει θέσει ένα θεσμικό -σχεδόν- προηγούμενο στους τρόπους της κινηματογράφησης (χρήση ευρυγώνιου φακού, ρεαλιστική σκηνή της πτώσης από το παράθυρο με την ρίψη κάμερας στο έδαφος κ.λπ.) για την απόδοση των ονειρικών στοιχείων της πλοκής.


* Η διπλή έκδοση DVD του «Κουρδιστού Πορτοκαλιού» περιέχει σχολιασμό από τον ίδιο τον Μάλκολμ ΜακΝτάουελ και τον ιστορικό κινηματογράφου Νικ Ρέντμαν, τρέιλερ, ντοκιμαντέρ του Channel 4 με τίτλο «Still Tickin: The Return of Clockwork Οrange» και δύο ακόμη ντοκιμαντέρ ένα για το making of της ταινίας και ένα για την καριέρα του ΜακΝτάουελ.


 


«Η Λάμψη» / «Τhe Shining», 1980


Από τον Λουκά Κατσίκα


Οι περισσότερες ταινίες τρόμου που θεωρούμε πλέον κλασικές έκριναν πάντοτε σκόπιμο να φανερώνουν στο κοινό τα τέρατά τους. Εξωτερίκευαν και καθιστούσαν σαφείς τις απειλές τους. Στη συνταρακτική «Λάμψη», ο Κιούμπρικ φυλά το τέρας κρυμμένο και χτίζει ολόκληρη την ταινία πάνω στα θεμέλια μιας αόριστης απειλής. Ενός συνεχούς διφορούμενου. Ο αδιευκρίνιστος φόβος που κατοικεί σε καθένα σχεδόν από τα παγερά, στοιχειωμένα θαρρείς πλάνα του φιλμ μπορεί να πηγάζει από την ασαφή αρχιτεκτονική του ερημικού ξενοδοχείου που χρησιμοποιείται ως σκηνικό. Μπορεί να αντλείται από την απόκοσμη χρήση της μουσικής και το δυσβάσταχτο, κλινικό φως που παραβιάζει την κάθε εικόνα. Ενδέχεται να την καλλιεργεί η ανατριχίλα που προκαλούν οι μεγάλοι, άδειοι χώροι στους οποίους περιπλανιέται η κάμερα, με τη νοσηρή σιωπή που φυλάσσουν μέσα τους. Κυρίως όμως την πυροδοτεί η διογκούμενη αίσθηση ότι κάτι πολύ λάθος ελλοχεύει στο εσωτερικό των πραγμάτων. Εκεί που βρίσκουν συνήθως καταφύγιο οι απεχθέστεροι δαίμονες.




Η «Λάμψη» είναι μια ταινία την οποία απασχολεί διαρκώς η αγωνία του τι συμβαίνει «μέσα». Μέσα στα αχανή τετραγωνικά του απομονωμένου και νεκρικά βωβού οικήματος. Μέσα στην καρδιά μιας δυσλειτουργικής οικογένειας που μέχρι το τέλος του φιλμ θα έχει διαλυθεί βίαια. Μέσα στο μυαλό ενός πρώην αλκοολικού συγγραφέα ο οποίος νιώθει τον έλεγχο της λογικής να του γλιστρά μέσα από τα χέρια. Ολόκληρη η «Λάμψη» χτίζεται γύρω από μια κλειστοφοβική, βαθιά ανησυχητική τοπογραφία που δεν είναι άλλη από το ανθρώπινο μυαλό. Κάθε ατελείωτος διάδρομός του σε φοβίζει, επειδή δεν ξέρεις ποτέ πού οδηγεί. Κάθε σφαλιστή του πόρτα κρύβει πίσω της κι από ένα μυστικό. Κάθε δωμάτιο είναι και μια δίοδος στο πουθενά και στα πάντα. Ολα μοιάζουν με αδίστακτο λαβύρινθο. Φτιαγμένο για να τον κατοικήσει κάθε φορά κι ένας καινούριος Μινώταυρος. Ενα καινούριο κτήνος. Που δεν είναι κανένας άλλος από εμένα και από εσένα. Στην ταινία του Κιούμπρικ, βλέπεις, ο αληθινός τρόμος δεν παραμονεύει σε κάποιο μακρινό άγνωστο. Βρίσκεται ακριβώς μέσα σου.


* Η διπλή έκδοση της «Λάμψης» περιέχει σχολιασμούς, τρέιλερ, το ντοκιμαντέρ της κόρης του Κιούμπρικ, Βίβιαν, με τίτλο «Τhe Making of The Shining» και τρία ακόμη ντοκιμαντέρ.


Πολύ αργά για ήρωες


«Full Metal Jacket», 1987


Από τον Κωνσταντίνο Σαμαρά


«Ηθελα να κάνω την αφηγηματική δομή του φιλμ να ανατιναχθεί (…) και πρώτο θύμα αυτής της ανατίναξης ήταν η συμβατική αντίληψη γύρω από τους χαρακτήρες μιας ταινίας».


Χρειαζόταν να διαβάσω ξανά και ξανά την παραπάνω δήλωση του Στάνλεϊ Κιούμπρικ στο Newsweek, ώστε το νέφος των επικρίσεων γύρω από την πιο παρεξηγημένη ταινία του (τα «Μάτια Ερμητικά Κλειστά» θα συναντήσουν ταχύτερα την υστεροφημία που τους αξίζει) να αρχίσει να διαλύεται μπροστά από τα μάτια μου. Η πολυσυζητημένη «σχιζοφρενής» δομή του «Full Metal Jacket», που ξεκινά σφυροκοπώντας τον θεατή στο πρώτο μισό της στρατιωτικής εκπαίδευσης, για να τον προσγειώσει ανώμαλα στο δεύτερο μέρος σ’ ένα συνονθύλευμα πολεμικών εικόνων χωρίς εμφανές κέντρο βάρους και αξιοσημείωτες εξάρσεις, βασιζόταν σε μια αυτοκτονική αλλά ιδιοφυή φιλμική στρατηγική: Ενώ ο Κιούμπρικ μάς εισάγει στο αισθητικά και θεματικά γνώριμο σύμπαν του, αποφασίζει να οδηγήσει σε πρόωρη ανάφλεξη τον μηχανισμό της ταινίας. Το μαύρο πρόβατο του στρατοπέδου εξεγείρεται κατά του στρατηγού – πατέρα αφέντη και το «Full Metal Jacket» τελειώνει ή, όπως θα έλεγε ο Κιούμπρικ, ανατινάσσεται. Μετά, ακολουθεί το χάος.




«Ι love working for Uncle Sam, lets me know just who Ι am»


Ξαναβλέποντας μετά από χρόνια το, κατακρεουργημένο από τους περισσότερους κριτικούς, «βιετναμέζικο» κομμάτι του «Full Metal Jacket», υποψιάζομαι ότι η πιο πετυχημένη ταινία γύρω από τον πρώτο πόλεμο-τηλεοπτικό υπερθέαμα της ανθρώπινης ιστορίας δε θα αναγνωριστεί ποτέ ως τέτοια. Τι κι αν ο Κόπολα φωνασκούσε ότι η ταινία του «είναι το Βιετνάμ» ή κάποιοι απέδιδαν στον Ολιβερ Στόουν και στο εφετζίδικο «Πλατούν» τα εύσημα του απόλυτου αντικατοπτρισμού της παράνοιας; Μόνο ο Κιούμπρικ τόλμησε να περάσει στην αντίπερα όχθη χωρίς τα στοιχειώδη δεκανίκια του (αντι)ηρωισμού, ενώνοντας τα θραύσματα εικόνων από το Βιετνάμ σε ένα κυβιστικό παζλ. Εκεί όπου χάνεται και ο υποτιθέμενος πρωταγωνιστής της ταινίας, ο στρατιώτης με το παρατσούκλι Private Joker, τυπικός ήρωας α λα Κιούμπρικ που άγεται και φέρεται ως μαριονέτα ενός συστήματος που τον υπερβαίνει. Σε καμιά άλλη πολεμική ταινία το happy end της επιβίωσης δεν ήταν τόσο διφορούμενο, τόσο ελάχιστα λυτρωτικό, όσο στην ενθουσιώδη τελευταία ατάκα: «Είμαι ζωντανός και δεν φοβάμαι τίποτα».


* Στην ειδική έκδοση της ταινίας θα βρείτε ηχητικούς σχολιασμούς (μεταξύ άλλων και από τον Βίνσεντ Ντ Ονόφριο), ντοκιμαντέρ με τίτλο «Full Metal Jacket: Between Good and Εvil», making of, συνεντεύξεις κι ένα trailer.



Η Οδύσσεια του Συναισθήματος


«Μάτια Ερμητικά Κλειστά» / «Εyes Wide Shut», 1999


Από την Πόλυ Λυκούργου



Ενα φροϋδικό παραμύθι. Μία κατάβαση στον δαίδαλο των ανασφαλειών μας. Το κύκνειο άσμα ενός εμμονοληπτικού ανατόμου κοινωνιών και ανθρώπων.


Επί 159 λεπτά υπνωτικής έντασης νιώθουμε πιόνια σε μια σκακιέρα όπου μονομαχεί το συνειδητό με το ασυνείδητο. Η λογική με το ένστικτο. Ο έρωτας με τον θάνατο. Ο άνθρωπος με την Γνώση.


Ο ήρωάς μας ήταν σίγουρος για όλα όσα ήξερε. Είναι γιατρός, μέλος της νεοϋορκέζικης μπουρζουαζίας, πατέρας, και σύζυγος της Αλις, μιας πορσελάνινης, αριστοκρατικής γυναίκας που στεκόταν στο πλευρό του και στο πλευρό του παιδιού τους. Μέχρι που ένα τσιγαριλίκι που μοιράζεται το ζευγάρι, μία υποθετική κουβέντα κι ένα αλαζονικό βλέμμα από τον σύζυγό της που τη θεωρεί δεδομένη, φυτιλιάζει την εκδικητική σχεδόν εξομολόγηση: φυσικά και η Αλις φαντασιώνεται άλλους άντρες όταν κάνουν σεξ. Η θέα ενός αξιωματικού την έκανε να πιστεύει ότι θα τα παρατούσε όλα για αυτόν. Τίποτα δεν «έγινε» στην πραγματικότητα. Πόσο «τίποτα» όμως είναι αυτό το «τίποτα»;


Ο ήρωας φεύγει από το διαμέρισμά του, κλείνοντας με οργή την πόρτα πίσω του, η πόρτα όμως της σκοτεινής πλευράς του μυαλού έχει ανοίξει διάπλατα. Για πρώτη φορά τα μάτια του είναι ερμητικά ανοιχτά.


Η ταινία κουβαλούσε για χρόνια πριν την πρεμιέρα της τη γυμνασιακή προσμονή ενός καλλιτεχνικού πορνογραφήματος. Αυτό που ακολούθησε τις πρώτες προβολές ήταν απορία, έκπληξη, απογοήτευση. Κι όμως είναι μία ταινία για το σεξ. Οσο είναι και για τον θάνατο, την ενοχή, τις επιλογές μας. Δεν είναι τυχαίο που η εικονογραφία αυτής της κοινωνικής και διαπροσωπικής παραβολής δεν παράγει ερωτισμό, αλλά τρόμο. Οι γυμνές γυναίκες μοιάζουν με κινούμενα πτώματα, οι άντρες ευνουχισμένοι παρακολουθούν κάτω από μάσκες, χείλη που δεν αγγίζουν, βλέμματα που δεν συναντιούνται, ψευδοφασιστικές ιεροτελεστίες φαλλών και αιδοίων, τόσο ελκυστικές μέσα στο μυστηριώδες σύμπαν του απαγορευμένου. Τόσο παγερές και κούφιες.




Ο ήρωας υπνοβατεί με το χέρι μόνιμα τεντωμένο πάνω από τη φλόγα, αλλά δεν αφήνει ποτέ τη σάρκα του να καεί. Είναι τυχαίο; Ο Κιούμπρικ κατηγορήθηκε για συντηρητισμό από μερίδα κόσμου που δεν κατάλαβαν… ούτε τον τίτλο. Για άλλη μια φορά δεν έχει τόση σημασία ο προορισμός (μάλιστα, αυτό θα ήταν το συντηρητικό), αλλά η περιπλάνηση. Οσο χτυπάει η καρδιά του ανθρώπου, όσο οξυγονώνεται ο εγκέφαλος και αιματώνεται το σώμα, τα μάτια του θα είναι ερμητικά ανοιχτά. Αν τα κλείνει, είναι επιλογή του. Συνήθως όμως περπατάει κάπου ενδιάμεσα. Σ αυτή την no mans land της ανθρώπινης φύσης όπου ο μοραλισμός και το καθαρόαιμο ένστικτο συνυπάρχουν, αλλά όχι αρμονικά: ένα πιανάκι ενοχλητικό και επίμονο θυμίζει τη δυνατότητα επιλογής. Και αυτή η δυνατότητα μπορεί να γίνει πράξη, ηδονή, φαντασίωση, εφιάλτης, θάνατος ή ένα απλό γαμήσι.


* Η διπλή έκδοση της ταινίας περιέχει σχολιασμό, τρέιλερ, ένα ντοκιμαντέρ του βρετανικού Channel 4 με τίτλο «Τhe Last Movie: Stanley Kubrick and Eyes Wide Shut» και πολλά άλλα.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ