Η ανέλπιστη εμπορική επιτυχία του «Τι Απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν;» (1962) του Ρόμπερτ Όλντριτς δεν εισήγαγε μονάχα το camp στην κινηματογραφική βιομηχανία, αλλά ενέπνευσε και μία από τις πιο αλλόκοτες μόδες που γνώρισε ποτέ το Χόλιγουντ: το hag horror ή hagsploitation – σε ελεύθερη μετάφραση: το σινεμά τρόμου της γριάς σκύλας!
Προσπαθώντας να επαναλάβουν ξεδιάντροπα τη συνταγή της «Μπέιμπι Τζέιν», παραγωγοί και σεναριογράφοι θα βαλθούν να κοπιάρουν στοιχεία που έως τότε όλοι θεωρούσαν ξεκάθαρα αντιεμπορικά, ανοίγοντας διάπλατα τις πόρτες σε συνταξιοδοτημένες σταρ και βάζοντάς τες να υποδύονται ψυχωτικές μέγαιρες που γεμίζουν με πτώματα τις γοτθικές επαύλεις τους και κρύβουν νοσηρά μυστικά από το παρελθόν. Τόση ήταν η λύσσα των αντιγραφέων που έκανε τo προληπτικό Χόλιγουντ να ξεπεράσει ακόμα και την παραδοσιακή δεισιδαιμονία που ήθελε τις ταινίες με ερωτηματικό στον τίτλο τους να βυθίζονται στο box office: για τα επόμενα χρόνια το παρεξηγημένο αυτό σημείο στίξης θα είχε την τιμητική του!
Όσο για τις κάποτε περιζήτητες πρωταγωνίστριες, θες επειδή έπρεπε να πληρώσουν το νοίκι, θες από αυτοσαρκασμό, θα δέχονταν αδιαμαρτύρητα να φορέσουν ξεμαλλιασμένες περούκες και να λουστούν στο αίμα και το γκροτέσκο μακιγιάζ για τις ανάγκες σκηνών ανελέητου ξεκατινιάσματος, καθώς συναγωνίζονταν η μία την άλλη σε εξεζητημένους θεατρινισμούς. Αυτά τα απενοχοποιημένα γκραν γκινιόλ μελοδράματα, όπου τα όρια μεταξύ κωμωδίας και τρόμου ήταν πάντα εξαιρετικά δυσδιάκριτα (συχνά κατά λάθος), ήταν ίσως και το μόνο πράγμα που οι σπασμένες ντίβες μπορούσαν πια να περιμένουν σε αυτό το σημείο της καριέρας τους από μια βιομηχανία που κάποτε τις λάτρεψε. Και εκείνες τα σημάδεψαν με μερικές από τις πιο υπερβολικές ερμηνείες που γνώρισε ποτέ το σινεμά.
Strait-Jacket (1964) του Γουίλιαμ Κάστλ
Πρώτος στις αντιγραφές, ο βασιλιάς του φτηνιάρικου τρόμου Γουίλιαμ Κάστλ δεν έχασε χρόνο για να ετοιμάσει την αρπαχτή του με τίτλο «Strait-Jacket». Πριν καλά-καλά η Τζόαν Κρόφορντ προλάβει να βγει από το πετσί του ρόλου της στη «Μπέιμπι Τζέιν», ο δαιμόνιος σκηνοθέτης την αγκαζάρισε σε ρόλο παρανοϊκής δολοφόνου με τσεκούρι που δολοφονεί τον σύζυγο και την ερωμένη του μπροστά στα μάτια της τρίχρονης κόρης της. Είκοσι χρόνια αργότερα, η συζυγοκτόνος βγαίνει από το άσυλο και επανασυνδέεται με το σπλάχνο της, που –λες και δεν της έφτανε το παιδικό τραύμα– πρέπει τώρα να υποστεί και την υστερική ερμηνεία της Κρόφορντ! Σύντομα, τα κεφάλια θα αρχίσουν και πάλι να κατρακυλούν…
Trog (1970) του Φρέντι Φράνσις
Το ίδιο και η καριέρα της Κρόφορντ, που σε ένα ντελίριο (ακούσιας;) αυτοπαρωδίας θα συνεχίσει να φιγουράρει σε ολοένα και πιο ανεκδιήγητα b-movies, όπως το «I Saw What You Did» (1965), πάλι του Κάστλ, και το «Berserk» (1967). Ωστόσο, η ηθοποιός θα αγγίξει το υπόγειο της καριέρας της με το «Trog» (1970) του διακεκριμένου διευθυντή φωτογραφίας (αλλά λιγότερο ικανού σκηνοθέτη) Φρέντι Φράνσις, όπου η Κρόφορντ, υποδυόμενη καταξιωμένη ανθρωπολόγο, συμπρωταγωνιστεί με εξαγριωμένο πιθηκοειδές που υποτίθεται πως αποτελεί τον χαμένο κρίκο στην εξέλιξη του ανθρώπινου είδους και φορά τσουρομαδημένο κοστούμι που είχε ξεμείνει από το «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος». Αστειευόμενη, η παρακμασμένη σταρ θα δηλώσει πως αν δεν ήταν αντίθετο στις θρησκευτικές της πεποιθήσεις ίσως και να είχε αυτοκτονήσει από ντροπή για τη συμμετοχή της στην ταινία. Όποιος έχει δει το ανοσιούργημα που λέγεται «Trog» σίγουρα δεν θα την κατηγορούσε – από τραγική ειρωνεία, όμως, αυτό θα είναι το κύκνειο άσμα της.
Hush… Hush, Sweet Charlotte (1964) του Ρόμπερτ Όλντριτς
Ο ίδιος ο Όλντριτς δεν δίστασε να αντιγράψει τον εαυτό του με το «Hush… Hush, Sweet Charlotte», όπου φιλοδοξούσε να φέρει εκ νέου σε θανάσιμη αντιπαράθεση τις δύο εγωκεντρικές ντίβες του «Μπέιμπι Τζέιν». Όταν η Κρόφορντ αποσύρθηκε για λόγους υγείας, η αντίζηλός της φρόντισε να την αντικαταστήσει αμέσως με την Ολίβια ντε Χάβιλαντ, η οποία όλως τυχαίως ήταν κολλητή της φίλη. Ως γλυκιά Σάρλοτ, η Μπέτι Ντέιβις είναι και πάλι για δέσιμο, αυτή τη φορά όμως αποτελεί το θύμα, μια γυναίκα στοιχειωμένη από τον φόνο του εραστή της από τον ίδιο της τον πατέρα, που οδηγείται στην παράνοια με τη βοήθεια της δολοπλόκας ανιψιάς της. Ικανοποιητική συνέχεια του camp αριστουργήματος του Όλντριτς, το φιλμ θα προταθεί για επτά Όσκαρ, ανάμεσά τους και για Β΄ Γυναικείου Ρόλου για την Άγκνες Μούρχεντ (που υποδύεται την άπλυτη οικονόμο), χάρη στον άθλο της ηθοποιού να επισκιάσει σε ερμηνευτική υπερβολή ακόμα και την Ντέιβις.
What Ever Happened to Aunt Alice? (1969) του Λι Κάτσιν
Από τη θέση του παραγωγού, ο Ρόμπερτ Όλντριτς θα δώσει ζωή σε ένα ακόμα θανάσιμο ντουέτο με το «What Ever Happened to Aunt Alice?» (1969), που μπόλιαζε το γνωστό κόνσεπτ με στοιχεία μιας απολαυστικής κοινωνικής σάτιρας. Ως καλομαθημένη αλλά άφραγκη χήρα, η Τζεραλντίν Πέιτζ μετατρέπει τις οικιακές βοηθούς της σε λίπασμα για τα φυτά του κήπου της, προκειμένου να ξαφρίσει τις οικονομίες τους και να διατηρήσει το αριστοκρατικό λαϊφστάιλ της. Μόνο που το τελευταίο υποψήφιο θύμα της (η οσκαρούχος Ρουθ Γκόρντον, η αξιολάτρευτη σατανόφιλη της διπλανής πόρτας από το «Μωρό της Ρόζμαρι») αποδεικνύεται σκληρό καρύδι.
What's the Matter with Helen? (1971) του Κέρτις Χάρινγκτον
Αν οι Ντέιβις και Κρόφορντ είναι οι αδιαφιλονίκητες βασίλισσες του γεροντοτρόμου, η Σέλει Γουίντερς είναι σίγουρα η άξια διάδοχός τους. Πάλαι ποτέ μέλος της αβάν-γκαρντ παρέας του Κένεθ Άνγκερ και δημιουργός του σούπερ καλτ «Night Tide», ο Κέρτις Χάρινγκτον θα τη σκηνοθετήσει σε δύο εξέχοντα δείγματα του είδους, αρχής γενομένης με το «What's the Matter with Helen?» (1971), όπου η Γουίντερς και η Ντέμπι Ρέινολντς υποδύονται πικραμένες μανάδες στο Χόλιγουντ των 30s, των οποίων οι κανακάρηδες σαπίζουν στη φυλακή για το φόνο μίας νεαρής γυναίκας. Αποφασισμένες να κάνουν μία καινούργια αρχή, θα ανοίξουν σχολή χορού για κακομαθημένα κοριτσάκια που φιλοδοξούν να γίνουν επόμενη Σίρλεϊ Τεμπλ, όμως η ανθυγιεινή θρησκοληψία της Γουίντερς (ενδεχομένως και η καταπιεσμένη ομοφυλοφιλία της) θα την οδηγήσει σε μία παρεξηγημένη ερμηνεία της βιβλικής εντολής «αγάπα τον πλησίον σου». Την επόμενη χρονιά Χάρινγκτον και Γουίντερς θα σμίξουν ξανά στο κατώτερο «Whoever Slew Auntie Roo?», μία εκσυγχρονισμένη εκδοχή του «Χάνσελ και Γκρέτελ», με την πληθωρική ηθοποιό ως παρανοϊκή χήρα που το παίζει ευεργέτιδα ορφανοτροφείων με απώτερο στόχο να παρασύρει ανύποπτα παιδάκια στην έπαυλή της για να αντικαταστήσει με φρέσκο κρέας τα μουμιοποιημένα απομεινάρια της νεκρής της κόρης που σαπίζει στη σοφίτα.
Die! Die! My Darling (1965) του Σίλβιο Ναριτζάνο
Αγαπημένο μοτίβο του hag horror, τα αρρωστημένα μητρικά ένστικτα ξαναχτυπούν στο «Die! Die! My Darling» (1965), όπου η θρυλική Ταλούλα Μπάνκχεντ επιστρέφει στο σινεμά έπειτα από 20 ολόκληρα χρόνια αποχής και δίνει μία ερμηνεία μεγατόνων, κυνηγώντας με το κουμπούρι τη νύφη της (Στέφανι Πάουερς), την οποία θεωρεί υπεύθυνη για το θάνατο του μονάκριβου γιου της. Κατά βάθος έχει καλό σκοπό: να τη γαλουχήσει στις χριστιανικές αξίες και να τη φέρει στον ίσιο δρόμο, πριν την ξαποστείλει στον παράδεισο άξια πια να σταθεί στο πλευρό του γιόκα της!






