• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Σιλβέστερ Σταλόνε: Τα χρυσά γάντια αστράφτουν ακόμα

16 Φεβ 2016 | Θέματα | 0 comments

Η 88η τελετή απονομής των Όσκαρ, που φέτος διεξάγεται την 28η Φεβρουαρίου, θα ξεκινήσει, όπως είθισται, με την απονομή του βραβείου Β΄ Ανδρικού Ρόλου. Διαβάζοντας τα ονόματα των υποψηφίων συναντάμε ένα, που σίγουρα προξενεί έκπληξη, εκείνο του Σιλβέστερ Σταλόνε.
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Αν έλεγες σε κάποιον πριν δεκαπέντε χρόνια ότι ο Σταλόνε σήμερα θα έφτανε να διεκδικεί με αξιώσεις το χρυσό αγαλματίδιο, μπορεί και να γελούσε μαζί σου. Πραγματικά, τράβηξε πολύ κουπί για να βρεθεί εκεί ο Σλάι, όπως τον προσφωνούν οι οπαδοί του. Και, ομολογουμένως, έχει περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά, που βρέθηκε σε αυτή την θέση. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Βρισκόμαστε στις αρχές των 70’s. Ο νεαρός Σταλόνε πασχίζει να καθιερωθεί στην κινηματογραφική βιομηχανία, το περισσότερο που κατορθώνει όμως είναι περάσματα μερικών δευτερολέπτων στο γουντιαλενικό «Bananas» και το «Klute» και ένας μικρός ρόλος στο ριμέικ του «Farewell my Lovely». Και μετά έρχεται το «Rocky» (1976) ή «Ρόκι, Τα Χρυσά Γάντια», όπως κυκλοφόρησε στην χώρα μας. Ο Σταλόνε έγραψε το σενάριο μέσα σε τρεις μέρες, τα στούντιο έδειξαν ζωηρό ενδιαφέρον, αυτός όμως αρνήθηκε κάθε πρόταση, που δεν συνοδευόταν από τον όρο ότι θα υποδυθεί ο ίδιος τον κεντρικό χαρακτήρα, έναν ελαφρώς αργόστροφο, μα ασύστολα καλοσυνάτο μεροκαματιάρη κι επίδοξο πυγμάχο, βασανισμένο από το γιατί της ευκαιρίας, που δεν ήρθε ποτέ. Οι αναλογίες με τον προσωπικό του αγώνα να κατακτήσει το κινηματογραφικό όνειρο εμφανείς . Ο Σλάι ήταν αποφασισμένος να μην επιτρέψει σε κανέναν άλλο να ενσαρκώσει στην οθόνη έναν ήρωα τόσο δικό του. Το πείσμα του απέδωσε καρπούς. Το αποτέλεσμα ήταν ένα υπόδειγμα λαϊκού σινεμά, που έμελλε να καταστεί το κατεξοχήν κινηματογραφικό underdog story. Θεατές και κριτικοί ενθουσιάζονται, ενώ η ταινία φτάνει μέχρι τα Όσκαρ εκείνης της χρονιάς, κατακτώντας το βραβείο Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας και Μοντάζ, ο βασικός υπεύθυνος της επιτυχίας της όμως θα φύγει από την απονομή με άδεια χέρια, παρά την διπλή του υποψηφιότητα στις κατηγορίες του Α΄Ανδρικού Ρόλου και του Πρωτότυπου Σεναρίου.

Ο κόσμος είναι δικός του στη συνέχεια. Ο Ρότζερ Ίμπερτ θα τον χαρακτηρίσει σε κείμενο του ως νέο Μπράντο. Ο χαρακτηρισμός αυτός θα τον «κυνηγήσει» τα επόμενα χρόνια, δημιουργώντας από αυτόν απαιτήσεις, που ούτε του άρμοζαν, και μάλλον ούτε τις αξίωσε. Οι επόμενες κινήσεις του πάντως τείνουν προς αυτή την κατεύθυνση. Το 1978 θα πρωταγωνιστήσει στο «F.I.S.T» του Νόρμαν Τζούισον, υποδυόμενος μια φιγούρα, που παραπέμπει στον Τζίμυ Χόφφα, ενώ θα κυκλοφορήσει στις αίθουσες και το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, το «Paradise Alley». Αμφότερα αποτυγχάνουν στα ταμεία, με το δεύτερο να διανέμεται πετσοκομμένο στο μοντάζ από την παραγωγή, αφήνοντας τον Σταλόνε βαθύτατα στενοχωρημένο, που το στούντιο πήρε την ταινία από τα χέρια του. Δεν το βάζει κάτω όμως και επιστρέφει στον χαρακτήρα, που τον ανέδειξε, με το «Rocky II» (1979), περνώντας για δεύτερη φορά πίσω από την κάμερα. Αυτή την φορά ο Ρόκι προσπαθεί να διαχειριστεί την φήμη, που απέκτησε, μετά τον αγώνα του με τον Απόλλο Κριντ, και να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του κόσμου, καθιστώντας πεντακάθαρο πόσο προσωπικός είναι αυτός ο ήρωας για τον Σταλόνε. Ο Ρόκι Μπαλμπόα μοιάζει να τον ακολουθεί μέσα στα χρόνια, αντανακλώντας το στάδιο, που βρίσκεται η καριέρα και η ζωή του.

Στη συνέχεια θα συνεργαστεί με τον Τζoν Χιούστον στο πολυαγαπημένο στην χώρα μας «Escape to Victory» (1981). Εκεί θα εμφανιστεί για πρώτη φορά η δύστροπη πλευρά του χαρακτήρα του, καθώς θα απαιτήσει να είναι εκείνος ο πρωταγωνιστής της τελικής σκηνής και ο αγώνας των κρατούμενων με τους Ναζί να τελειώσει με τον πορτιέρο να σώζει ένα πέναλτι, αντί με τον Πελέ να σκοράρει ένα γκολ, όπως προέβλεπε το σενάριο. Λίγη σημασία έχει τελικά, η ταινία αποτελεί guilty pleasure από τα λίγα, αλλά οι ποδοσφαιρικές σκηνές με τον Σλάι κάτω από τα γκολπόστ είναι ελαφρώς αμήχανες. Μνημειώδης η ατάκα του θρυλικού αργεντινού σταρ Αρντίλες, ότι ο Σταλόνε ως τερματοφύλακας δεν μπορούσε να αποκρούσει όχι μπάλα ποδοσφαίρου, αλλά ούτε διερχόμενο λεωφορείο.

 

Μια χρονιά μετά θα κάνει την εμφάνιση του στις αίθουσες ο έτερος εικονικός χαρακτήρας του Σταλόνε, ο Τζον Ράμπο. Στο «Rambo: First Blood» (1982) ένας βετεράνος του πολέμου του Βιετνάμ επιστρέφει στην πατρίδα, για να δει την βία να τον ακολουθεί. Πρόκειται για μια από τις καλύτερες ταινίες εκείνης της χρονιάς, τίποτα όμως στην ταινία δεν προοικονομεί την εξέλιξη του χαρακτήρα αλλά και της καριέρας του Σταλόνε. Στα δύο επόμενα σίκουελ της ταινίας, το «Rambo First Blood Part II» (1985) και το «Rambo III» (1988) ο ήρωας θα εναρμονιστεί με την επιθετική καμπάνια της ριγκανικής περιόδου, που προπαγάνδιζε την δυναμική επιστροφή της πανίσχυρης αμερικανικής υπερδύναμης στο διεθνές προσκήνιο. Χρειάζονται όμως και τα δύο για να φτάσουμε στο «John Rambo»(2008) κι εκείνο το συγκλονιστικό «δεν σκότωσες για την πατρίδα σου, σκότωσες για τον εαυτό σου» -σκέψου πού απευθύνεται και θα καταλάβεις πόσο αρμονικά κλείνει το φιλμ τον κύκλο που άνοιξε με το «Πρώτο Αίμα»-. Είναι, επίσης, οι ταινίες που εδραίωσαν τον Σταλόνε στη συνείδηση του κοινού ως action hero.

Η action περσόνα του Σταλόνε διαφέρει από αυτή του αντίζηλου του την εποχή εκείνη, του Άρνολντ Σβαρτζενέγκερ,. Ο Σβαρτζενέγκερ στο σινεμά είναι υπεράνθρωπος, μια γιγαντόσωμη φιγούρα, που όχι μόνο ξεπαστρεύει τον αντίπαλο της , αλλά και τον εξευτελίζει με μια εξυπνακίστική ατάκα. Αντίθετα η περσόνα του Σταλόνε γεννήθηκε σε μια εποχή, που η Αμερική ακόμα δεν είχε συνέλθει από τον πόλεμο του Βιετνάμ. Γι’ αυτό και οι ήρωες του Σταλόνε κουβαλούν, συνήθως, ένα τραύμα από το παρελθόν. Προσωπικά, με την εξαίρεση του «Cobra» (1986) – από τις ελάχιστες παραγωγές της Cannon Films, που αντέχονται σήμερα- δεν θυμάμαι τον Σταλόνε να υποδύεται άλλη φορά έναν ατόφια κινηματογραφικό και δίχως την παραμικρή αδυναμία (υπερ)ήρωα.

Με το τέλος των 80’s ο Σταλόνε έχει γίνει πια μεγάλος σταρ, αφίσες του κοσμούν τα αγορίστικα εφηβικά δωμάτια, οι εισπράξεις είναι σταθερά καλές εντός Αμερικής και, περιέργως, ακόμα καλύτερες στον υπόλοιπο κόσμο, η Κριτική όμως είναι εχθρική απέναντι του σε βαθμό εμμονής. Στο μεσοδιάστημα δεν θα ξεχάσει τον Ρόκι Μπαλμπόα, καταφεύγοντας άλλες δύο φορές σε αυτόν («Rocky III», «Rocky IV»). Με αυτόν είναι που θα ανοίξει τα κινηματογραφικά του 90’s, θα καλέσει και τον σκηνοθέτη του πρώτου φιλμ Τζον Αβίλντσεν πίσω, υπό τις οδηγίες του τελευταίου όμως το «Rocky V» (1990) καταλήγει η πιο αδύναμη ταινία της σειράς.

 

Στη συνέχεια θα ξεκινήσει μια σειρά πειραματισμών, αμιγώς εμπορικού προσανατολισμού. Θα δοκιμαστεί στην κωμωδία με το χαριτωμένο «Oscar» (1991) του Τζον Λάντις και το «αλησμόνητο» «Stop or My Mom will Shoot» (1992) και στην επιστημονική φαντασία με το απολαυστικά politically incorrect «Demolition Man» (1993), θα ερωτοτροπήσει στην ντουζιέρα με την -τότε, τώρα και πάντα- καυτή Σάρον Στόουν υπό τις μελωδίες του Τζον Μπάρι στο «The Specialist» (1994), ενώ θα προσπαθήσει (ανεπιτυχώς) να ξεκινήσει ένα νέο κινηματογραφικό franchise με το «Judge Dredd» (1995). Οι εισπράξεις των ταινιών του όμως, με την αξιοσημείωτη εξαίρεση του «Cliffhanger» (1993), ακολουθούν φθίνουσα πορεία, ενώ έχει να αντιμετωπίσει και την χλεύη των media. Τα Χρυσά Βατόμουρα, ένας κανιβαλικός θεσμός (;), δεκαπέντε φορές πιο άτολμος από την Οσκαρική Ακαδημία, για λόγους που δεν θα αναλυθούν εδώ, τον πυροβολούν σταθερά και αδικαιολόγητα με υποψηφιότητες και βραβεία όλο αυτό το διάστημα. Και κάπου εκεί έρχεται το «Copland» (1997).

Στο εξαιρετικό αστικό γουέστερν του Τζέιμς Μάνγκολντ ο Σταλόνε θα πάρει κιλά, θα χαμηλώσει τους τόνους και θα θυμίσει σε κοινό και κριτικούς εκείνο τον υποσχόμενο καλλιτέχνη, που ξεπεταγόταν με τον Ρόκι το ΄76. Το μοτίβο του τραύματος από το παρελθόν είναι και πάλι στο προσκήνιο. Ο ήρωας, ο σερίφης μιας κωμόπολης στα προάστια της Νέας Υόρκης, που κατοικείται αποκλειστικά από τους αστυνόμους της μεγαλούπολης, είναι κουφός από το ένα αυτί, ενθύμιο μιας καλής του πράξης από το παρελθόν. Το καλό του αυτί όμως είναι εκείνο που τον προδίδει, καθώς έχει μάθει να μένει κλειστό απέναντι στην διαφθορά, που "φωνάζει" γύρω του. Στην εξαιρετική σεκάνς της τελικής μονομαχίας – υπόδειγμα εύστοχης, λειτουργικής χρήσης του slow motion- o ήρωας παίρνει την κατάσταση στα χέρια του έχοντας και το καλό του αυτί αδρανές, ακούει μόνο την φωνή της συνείδησης του.

Κλειστά όμως θα μείνουν και τα αυτιά των μελών της Ακαδημίας των Όσκαρ απέναντι στην ηχηρή μεταμόρφωση του Σλάι. Κι έπειτα, θέλεις η απογοήτευση, θέλεις οι συγκυρίες, αυτό που θα ακολουθήσει είναι η χειρότερη, ποιοτικά, περίοδος της φιλμογραφίας του, από την οποία θα κρατήσουμε μόνο μια φωνητική ερμηνεία στο «Antz» (1998), άντε και το «D-Tox» (2002), ένα συμβατικό μα ενδιαφέρον whodunit, όπου θα υποδυθεί και πάλι έναν τραυματισμένο ήρωα. Το κοινό αδιαφορεί παντελώς και όλα δείχνουν να έχουν τελειώσει για τον ιταλοαμερικάνο σταρ. Δεν το βάζει κάτω όμως. Παλεύει να ανασυγκροτηθεί και επιστρέφει στις ρίζες του, σε αυτό που είναι περισσότερο δικό του, στον Ρόκι του. Όσοι περίμεναν ένα αφόρητα camp θέαμα από το «Rocky Balboa» (2006) ακονίζοντας τα μαχαίρια τους, θα εκπλαγούν, ευρισκόμενοι μπροστά σε ένα χαμηλότονο, νοσταλγικό δράμα, στοιχειωμένο από εκείνο τον σπαρακτικό μονόλογο του ήρωα, πως έχει ακόμα "stuff in the basement", πως έχει κι άλλα πράγματα να δώσει, διάολε, πως δεν θα τα παρατήσει ακόμα. Κοινό και κριτική ανταποκρίνονται θετικά στην κραυγή του Σταλόνε και δίνουν το φιλί της ζωής στην καριέρα του.

 

Αφού κλείσει και το κεφάλαιο Rambo (βλέπε παραπάνω),με τo «Τhe Expendables» (2010) ο Σλάι θα κάνει πραγματικότητα το όνειρο χιλιάδων φαν του σινεμά δράσης, θα παντρέψει επί της οθόνης τους πιο δημοφιλείς action heroes, σε μια περιπέτεια που αναπαράγει επιτυχώς την αισθητική των 80's και σαρώνει τα ταμεία. Τα επόμενα χρόνια θα γυρίσει δύο συνέχειες του Expendables, θα συνεργαστεί με τον Γουώλτερ Χιλ στο «Bullet to the Head» (2012), θα βρεθεί και πάλι απέναντι στον άλλοτε αντίζηλο του, τον Σβαρτζενέγκερ, στο «Escape Plan» (2013) και θα παίξει μποξ με τον Ντε Νίρο στο ατυχέστατης σύλληψης «Grudge Match» (2013). Τίποτα προσβλητικό δηλαδή, τίποτα όμως που να εμπεριέχει και την παραμικρή δόση καλλιτεχνικού ρίσκου. Μέχρι που χτυπά την πόρτα του ο Ryan Cogler με το σενάριο του «Creed» (2015). O Σλάι είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικός, αρνείται αρχικά, πως θα μπορούσε να εμπιστευτεί το πνευματικό του παιδί στα χέρια κάποιου άλλου; Σκέψου πόσο δύσκολη απόφαση είναι άλλωστε για έναν σταρ, που υπήρξε ιδιαίτερα συγκεντρωτικός, καθώς στο σύνολο της καριέρας του, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, αρνήθηκε πεισματικά να πρωταγωνιστήσει σε παραγωγή, όπου το όνομα του σκηνοθέτη θα ήταν βαρύτερο ή έστω εξίσου βαρύ με το δικό του. Και γιατί να εμφανιστεί ως δεύτερο βιολί σε μια ιστορία που έχει για ήρωα τον γιο του μεγάλου αντιπάλου του Ρόκι; Έχει μαλακώσει όμως ο Σλάι εδώ και χρόνια, το βλέπεις και στις συνεντεύξεις του, όπου εμφανίζεται πάντα ευγενής και ταπεινός. Με τα πολλά θα πει το ναι. Και δεν θα χάσει.

Αν το Creed είναι η καλύτερη ταινία της σειράς, θα αποφανθεί η ιστορία. Είναι αναμφίβολα όμως η πιο καλοσκηνοθετημένη. Και, ναι, παρά το γεγονός ότι πλασάρεται ως spin-off με ήρωα τον γιο του Απόλλο Κριντ, είναι μια ταινία της σειράς Ρόκι. Γιατί ο Ρόκι είναι η φιγούρα που δεσπόζει μέσα στο φιλμ. Στην πρώτη συνάντηση του Ρόκι με τον Άδωνις , τον βλέπουμε διαφορετικό. Μοιάζει παρατημένος, εξαντλημένος βιολογικά και ψυχολογικά από τα χρόνια, με αγαπημένους και φίλους να φεύγουν από τη ζωή – αξίζει να σημειωθεί εδώ πως ο Σταλόνε έχασε τον γιό του τον Αύγουστο του 2012 από καρδιακή νόσο- μοιάζει, εν ολίγοις, να έχει ξεχάσει πως είναι ο Ρόκι. Ο ερχομός του Άδωνις στη ζωή του Ρόκι τον αφυπνίζει, θα ξυπνήσει το πνεύμα του μαχητή μέσα του. Κι αυτός με την σειρά του θα λειτουργήσει ως πατρική φιγούρα απέναντι στον Άδωνις – αν θυμάσαι την προβληματική σχέση του Ρόκι με το γιο του από την προηγούμενη ταινία της σειράς, στην οποία γίνεται μια φευγαλέα μνεία εδώ, θα βρεις και επιρροές από το ιστγουντικό Million Dollar Baby μέσα στο έργο-. Σαν αποτέλεσμα το «Creed», που ζει και αναπνέει με το πνεύμα του Ρόκι Μπαλμπόα, θα καταστεί εμμέσως η φιλμική κληρονομιά του Σταλόνε προς τις επόμενες γενιές.

Ενθουσιώδεις οι κριτικές, ενθουσιώδης και υποδοχή του κοινού στο «Creed», αλλά ο ενθουσιασμός δεν μεταφράστηκε σε πολλές οσκαρικές υποψηφιότητες. Ο Σταλόνε όμως, η καρδιά και η ψυχή του έργου θα είναι εκεί το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου. Και μια ενδεχόμενη νίκη του θα σημαίνει πολλά. Θα σημαίνει πολλά για τον Σταλόνε, έναν σταρ που λοιδορήθηκε όσο λίγοι, που υπήρξε για χρόνια ο αποδιοπομπαίος τράγος της Κριτικής, μα στάθηκε όρθιος. Θα επικυρώσει «ακαδημαϊκά» την αξία του original Rocky, που για χρόνια συμπεριλαμβάνεται στις λίστες με τις ατυχείς επιλογές της Οσκαρικής Ακαδημίας. Εντάξει, σπουδαίες ταινίες και ο Ταξιτζής και το Όλοι Άνθρωποι του Προέδρου. Σπουδαίο όμως είναι και το Rocky, στάθηκε (και συνεχίζει να στέκεται) ένας από τους πιο επιδραστικούς και πιο αγαπητούς τίτλους του αμερικανικού σινεμά. Και, τέλος, θα σημαίνει πολλά σε συναισθηματικό επίπεδο για όλους αυτούς που μεγάλωσαν σε μια εποχή, όπου σήμαινε συναγερμός στην γειτονιά, όταν έπαιζε Ρόκι στην τηλέοραση. Αν κερδίσει ο Σταλόνε την 28η Φεβρουαρίου, όλοι αυτοί θα πανηγυρίζουν μαζί του.

Χωρίς φόβο και χωρίς ντροπή. Όπως του πρέπει.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ