Επί δεκαετίες, δύο επιστήμονες αναζητούν στον Αμαζόνιο ένα ιερό φυτό με θαυματουργές θεραπευτικές ιδιότητες. Η περιπλάνηση θα τους οδηγήσει σε έναν Σαμάνο, τελευταίο επιζώντα της φυλής του, η επαφή με τον οποίο, αφού περάσει από τα στάδια της γνωριμίας και της φιλίας, θα καταλήξει στην προδοσία.
Με αφετηρία τα ημερολόγια των Θίοντορ Κοχ Γκρουνμπεργκ και Ρίτσαρντ Έβανς Σουλτς, πρώτων εξερευνητών της κολομβιανής πλευράς του Αμαζονίου, το «Στην Αγκαλιά του Φιδιού» του Σίρο Γκέρα είναι ένα οπτικά καθηλωτικό φιλμ, που βρέθηκε στην οσκαρική πεντάδα Καλύτερης Ξενόγλωσσης ταινίας, και μια περιπετειώδης περιπλάνηση που εστιάζει στις ανεπούλωτες ακόμα πληγές της αποικιοκρατίας.
Η σχέση ανάμεσα στους δύο επιστήμονες και τον ιθαγενή Σαμάνο αποτυπώνει, μέσα από την ποιητική ορμή της ασπρόμαυρης φωτογραφίας, μια εθνογραφικού χαρακτήρα σπουδή πάνω στο εκρηκτικό αντάμωμα δυο κόσμων.
Αυτή η παραγωγή επέβαλε δυσκολίες στον σκηνοθέτη της, που πιθανότατα κανένα άλλο φιλμ του δεν θα ισοφαρίσει. Αποδέχεται πως πήγε όσο πιο μακριά μπορούσε σε ό,τι αφορά το ρίσκο και τις απαιτήσεις, υπήρξαν πολλές στιγμές που φαινόταν ότι το να τα παρατήσει ήταν η μόνη επιλογή, όχι μόνο από τις αντιξοότητες στη χρηματοδότηση και την κατασκευή της ταινίας, αλλά και σε σχέση με την αντιμετώπιση του μυστηρίου που συνάντησε καθώς κατέβαινε όλο και βαθύτερα μέσα στη ζούγκλα του Αμαζονίου.
«Καθώς ολοκληρώσαμε την πρώτη εβδομάδα των γυρισμάτων, ένας μεγάλος προβληματισμός με κατέλαβε», γράφει σε ένα ημερολόγιο όχι πολύ διαφορετικό από εκείνα των εξερευνητών, οι ιστορίες των οποίων ενέπνευσαν το φιλμ. «Οι περιπλοκές ήταν πολύ μεγάλες, το πρόγραμμα υπερβολικά σφιχτό, έγινε σύντομα ξεκάθαρο, κρυστάλλινα ξεκάθαρο, ότι το να ολοκληρωθεί η ταινία ήταν αδύνατο. Κάναμε πολύ μεγάλα όνειρα, στοχεύσαμε πολύ μακριά. Υπήρξαμε αμαρτωλά αισιόδοξοι, και οι θεοί μαζί με τη ζούγκλα επρόκειτο να μας τιμωρήσουν. Μ’ αυτή τη διαύγεια, σαν τον ναύτη που πρώτος παρατηρεί ότι το σκάφος βυθίζεται, έκατσα και προετοιμάστηκα για το αναπόφευκτο. Αλλά τότε, αυτό του οποίου έγινα μάρτυρας ήταν το πώς ένα θαύμα κατάφερε να γεννηθεί.»
Από πού προήλθε αυτή η ιστορία;
Προήλθε από ένα προσωπικό ενδιαφέρον να μάθω σχετικά με τον κόσμο του κολομβιανού Αμαζονίου, που είναι το μισό της χώρας, και παρόλα αυτά παραμένει κρυμμένος και άγνωστος, παρά το γεγονός ότι έζησα στην Κολομβία όλη μου τη ζωή.
Αισθάνομαι ότι γυρίσαμε τις πλάτες μας σ’ αυτή τη γνώση κι αυτόν τον τρόπο κατανόησης του κόσμου. Είναι τόσο υποτιμημένο κι όμως τόσο θεμελιώδες. Όταν όμως ξεκινάς να το μελετάς και να το ψάχνεις, το κάνεις μέσα από τα μάτια των εξερευνητών, που ήταν πάντα Ευρωπαίοι ή από τη Βόρεια Αμερική. Ήταν εκείνοι που ήρθαν και μας πληροφόρησαν για την ίδια μας τη χώρα.
Ήθελα να πω μια ιστορία γι’ αυτές τις επαφές, αλλά μέσα από μια νέα οπτική, στην οποία οι πρωταγωνιστές δεν ήταν οι λευκοί, ως συνήθως, αλλά οι αυτόχθονες. Αυτό άλλαξε εντελώς την προοπτική και την ανανέωσε. Θέλαμε να έχουμε τη δυνατότητα να διηγηθούμε αυτή την ιστορία με έναν τρόπο που θα ήταν ρεαλιστικός ως προς την εμπειρία τους, αλλά και με τον οποίο θα μπορούσε να ταυτιστεί οποιοδήποτε άτομο στον πλανήτη.
Η αφήγηση της ιστορίας γίνεται σε δύο διαφορετικούς χρόνους, βασιζόμενη στα ημερολόγια δύο εξερευνητών που δεν συναντήθηκαν ποτέ. Πώς ήταν η διαδικασία του γραψίματος και με ποιον τρόπο εντοπίσατε το αφηγηματικό νήμα για να πείτε την ιστορία;
Υπάρχει μια ιδέα σε πολλά από τα κείμενα, που εξερευνεί τον κόσμο των ιθαγενών και αναφέρεται σε μια άλλη εκδοχή του χρόνου. Ο χρόνος γι’ αυτούς δεν είναι μια γραμμή, όπως τον αντιμετωπίζουμε εμείς στη Δύση, αλλά μια σειρά από πολλαπλά σύμπαντα που συμβαίνουν ταυτόχρονα. Είναι μια σύλληψη που έχει περιγραφεί ως «χρόνος χωρίς χρόνο» και «διάστημα χωρίς διάστημα».
Νόμιζα ότι συνδεόταν με τις ιστορίες των εξερευνητών, που έγραψαν για το πώς ένας από αυτούς ήρθε στον Αμαζόνιο ακολουθώντας τα βήματα ενός άλλου εξερευνητή που είχε φτάσει πριν απ’ αυτόν, κι όταν συνάντησε την ίδια φυλή ιθαγενών, ανακάλυψε ότι ο προηγούμενος εξερευνητής είχε μετατραπεί σε μύθο. Για τους αυτόχθονες, ήταν πάντα ο ίδιος άνθρωπος, το ίδιο πνεύμα που τους επισκεπτόταν ξανά και ξανά.
Αυτή η ιδέα της μίας και μοναδικής ζωής, της μίας και μοναδικής εμπειρίας που βιώνεται διαμέσου των σωμάτων διαφόρων ανδρών, ήταν συναρπαστική για μένα και σκέφτηκα ότι θα ήταν μια καταπληκτική αφετηρία για το σενάριο. Μας έδινε μια οπτική γωνία του τρόπου σκέψης των ιθαγενών, αλλά συνδεόταν επίσης και με τον θεατή που θα μπορούσε να κατανοήσει αυτούς τους ανθρώπους που ήρθαν από τον δικό μας κόσμο, και μέσω αυτών, μπορούσαμε σιγά-σιγά να αντικρίσουμε το όραμα του κόσμου της Καραμακάτε.
Με όλα αυτά που συνέβησαν, πώς νιώθεις για την επαφή με τις κοινότητες των ιθαγενών και πώς αντέδρασαν στην παραγωγή;
Οι κοινότητες των ιθαγενών ήταν άμεσα πολύ φιλόξενες και βοηθητικές. Οι άνθρωποι του Αμαζονίου είναι πολύ ζεστοί, αστείοι και με μεγάλη καρδιά. Ήταν προφανώς πολύ προσεκτικοί στο ξεκίνημα, όπου προσπαθούσαν να ανακαλύψουν ποιες ήταν οι πραγματικές μας προθέσεις, γιατί για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα οι άνθρωποι που έρχονταν εδώ σκόπευαν να λεηλατήσουν και να τους βλάψουν. Μα μόλις συνειδητοποιήσουν ότι δεν αποτελείς απειλή, γίνονται πολύ ενθουσιώδεις και ήμασταν πολύ χαρούμενοι να δουλεύουμε μαζί τους.
Αυτό που κάνουμε ουσιαστικά είναι να διασώζουμε τη μνήμη του Αμαζονίου που δεν υπάρχει πια, που δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε. Ελπίζουμε το φιλμ να δημιουργήσει την εικόνα μιας συλλογικής μνήμης, γιατί χαρακτήρες όπως οι Καραμακάτε, αυτό το είδος σοφίας, αυτό το κράμα πολεμιστών –σαμάνων, έχει εξαφανιστεί τώρα. Οι σύγχρονοι αυτόχθονες είναι κάτι άλλο, υπάρχει αρκετή γνώση που παραμένει αλλά το μεγαλύτερο κομμάτι έχει πια χαθεί, πολλές κουλτούρες και γλώσσες.
Αυτή η γνώση έχει μεταφερθεί στις επόμενες γενιές μέσω της προφορικής παράδοσης, δεν έχει γραφτεί ποτέ και, από προσωπική μου εμπειρία, η προσπάθεια να την προσεγγίσουμε ήταν κάπως ταπεινωτική, γιατί δεν είναι κάτι που μπορείς να αδράξεις, να κατανοήσεις μέσα σε ένα μικρό χρονικό διάστημα όπως κάνεις στο σχολείο ή το πανεπιστήμιο. Σχετίζεται με τη ζωή, τις γενιές, τις φυσικές περιόδους, είναι στην πραγματικότητα ένας γιγάντιος τοίχος γνώσης που μπορείς μόνο να θαυμάσεις και ίσως να ξύσεις την επιφάνειά του.
Ο μόνος τρόπος να μάθεις είναι με το να το ζήσεις, και να το ζεις για πολλά, πάρα πολλά χρόνια. Μπορούμε μόνο να ελπίζουμε ότι αυτό το φιλμ θα πυροδοτήσει μια κάποια περιέργεια στους θεατές, μια επιθυμία να μάθουν, να σεβαστούν και να προστατέψουν αυτή τη γνώση, κάτι που νομίζω ότι είναι ανεκτίμητο για τον σύγχρονο κόσμο.
Δεν είναι μια υπόθεση λαογραφίας των αρχαίων πολιτισμών, αλλά ένα ζήτημα σοφίας που εμπεριέχει απαντήσεις σε πολλά από τα ερωτήματα που έχουν οι σημερινοί άνθρωποι, από το πώς να επιτύχεις την ισορροπία με τη φύση, να κάνεις την καλύτερη χρήση των πόρων χωρίς να καταστρέφεις, και το πώς να αναζητήσεις την αρμονία, όχι μόνο μεταξύ ανθρώπου και φύσης, αλλά μεταξύ όλων των διαφορετικών τρόπων να είσαι άνθρωπος και να υπάρχεις. Η κατάκτηση αυτής της ισορροπίας είναι ένας τρόπος να επιτευχθεί η ευτυχία, μια ευτυχία που τα τρέχοντα πολιτικά και κοινωνικά συστήματα δεν είναι ικανά να προσφέρουν.
Αυτή η μέθοδος έρευνας και γνώσης αυτών των πολιτισμών, άλλαξε την αντίληψή σας για τον κόσμο και με ποιον τρόπο συνέβη αυτό;
Με κάθε τρόπο. Είμαι ένα διαφορετικό άτομο τώρα απ’ αυτό που ήμουν όταν η διαδικασία ξεκίνησε. Πιστεύω ότι όλοι όσοι συμμετείχαμε στην δημιουργία αυτής της ταινίας, αισθανόμαστε το ίδιο πράγμα. Μαθαίνεις να κολυμπάς σ’ αυτό το γιγαντιαίο κύμα και κάθε μέρα φέρνει νέα πράγματα, νέα οράματα. Είδαμε πώς όλα διαθέτουν γνώση, από τον βράχο και το δέντρο, το έντομο ή τον αέρα, και μάθαμε πώς να βρίσκουμε την ευτυχία σε όλο αυτό. Είναι μια αλλαγή προοπτικής.
Είναι δύσκολο για μας που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στο καπιταλιστικό σύστημα να αλλάξουμε τις ζωές μας. Αλλά προσεγγίσαμε ένα άλλο είδος ύπαρξης, και το να γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει ένας μόνο τρόπος να είσαι άνθρωπος, είναι παρηγορητικό, το να ανακαλύπτουμε την ομορφιά στο Άλλο, και να μαθαίνουμε να το γνωρίζουμε και να το σεβόμαστε, είναι πάρα πολύ σημαντικό.






