Έφυγε στα 86 του χρόνια ο Σίντνεϊ Λιούμετ, ο Αμερικανός σκηνοθέτης κλασικών ταινιών όπως τα «Σκυλίσια μέρα» και «Το δίκτυο», του οποίου η φιλμογραφία περιλαμβάνει ταινίες που έχουν καθορίσει το αμερικανικό, και όχι μόνο, σινεμά. Στις ταινίες του, ο ιδεαλισμός ζει πλάι-πλάι με τη διαφθορά, η ελπίδα με την απαισιοδοξία, το θάρρος με το «σπασμένο» σύστημα, ενώ οι ήρωές του είναι συχνά εκτός του κατεστημένου, αουτσάιντερ που παλεύουν το σύστημα και τη σύμφυτη αδικία του, χάρη στους δικούς τους ηθικούς κώδικες και με το ανάλογο κόστος.
Ο Λιούμετ ασχολούνταν συχνά με ταινίες προβλημάτων, οι οποίες ένωναν τη φωνή τους με τα κινήματα ενάντια στον ρατσισμό, την ομοφοβία, τον φανατισμό και την κοινωνική αδικία στο σύνολό της. Η πάλη ανάμεσα στο καλό και το κακό, τη δικαιοσύνη και την αδικία, την ηθική ακεραιότητα και την παρακμή, την αφοσίωση και την προδοσία, έκαναν το όνομά του συνώνυμο με τον ευαισθητοποιημένο κοινωνικά κινηματογράφο ουσίας. Απέφευγε την παγίδα του κηρύγματος, όμως, υφαίνοντας την εκάστοτε προβληματική του μέσα σε ιστορίες που ήταν αρκετά συναρπαστικές, για να κρατούν την προσοχή και να αναδεικνύουν το θέμα μέσα από τη ζωή των χαρακτήρων.
Υπήρξε άλλωστε έντονα πολιτικοποιημένος σε όλη του τη ζωή, κάτι που προέκυψε, καθώς μεγάλωσε φτωχός από μετανάστες γονείς την εποχή της «Μεγάλης Ύφεσης» στις ΗΠΑ. «Ενώ ο στόχος όλων των ταινιών είναι να ψυχαγωγούν, το είδος ταινίας στο οποίο πιστεύω, πάει ένα βήμα παραπέρα. Αναγκάζει τον θεατή να εξετάσει μιαν όψη της συνείδησής του,» δήλωσε πριν μερικά χρόνια στους New York Times. Είχε εξηγήσει μάλιστα ότι η ατμόσφαιρα των ταινιών του προέρχεται άμεσα από την παιδική του ηλικία: «ως Εβραιόπουλο που ήμουν, έτρωγα ξύλο συνέχεια. Οπότε μαθαίνεις να προσέχεις πράγματα. Η εμπειρία του μετανάστη, όχι μόνο σου δίνει μια φοβερή αίσθηση χρόνου και τόπου και ορίων, σου δίνει και μια φοβερή ενέργεια, γιατί πρέπει να προσέχεις. Όλη την ώρα.»
Οι πιο προσωπικές και αξέχαστες στιγμές του Λιούμετ εκτυλίσσονται στους δρόμους της πολυαγαπημένης του Νέας Υόρκης με αποτέλεσμα να θεωρείται, μαζί με τον Γούντι Άλεν και τον Μάρτιν Σκορσέζε, ο απόλυτος Νεοϋορκέζος σκηνοθέτης, που χρησιμοποιούσε τις τοποθεσίες σαν χαρακτήρες στις ταινίες του, αφού «η πόλη είναι ικανή να απεικονίσει την ατμόσφαιρα που χρειάζεται η σκηνή,» όπως είχε πει χαρακτηριστικά. Το εγκληματικό στοιχείο της Νέας Υόρκης, συχνά μέσα στο ίδιο το αστυνομικό σώμα και το δικαστικό σύστημα, του έδωσε τροφή για τις ηθικά διφορούμενες κεντρικές ιστορίες και ήρωες των «Σέρπικο», «Σκυλίσια μέρα», «Τον λέγαν πρίγκηπα της πόλης» και «Επικίνδυνες ερωτήσεις, θανάσιμες απαντήσεις».
Τον χαρακτήριζε επίσης η διορατικότητα στην επιλογή σεναρίου και συνεργατών, η οποία ήταν αυτή που απογείωνε το έργο του. Είχε την ευτυχία να δουλέψει με σενάρια που αποτέλεσαν μεγάλες στιγμές για τους συγγραφείς τους, όπως του Ρέτζιναλντ Ρόουζ στους συγκλονιστικούς «12 ένορκους», του Πάντι Τσαγέφσκι στο ανελέητο για την τηλεόραση «Δίκτυο», του Φρανκ Πίρσον στη γεμάτη ένταση «Σκυλίσια μέρα» και του Ντέιβιντ Μάμετ στην συγκινητική «Ετυμηγορία». Μετέφερε επίσης στη μεγάλη οθόνη έργα κλασικών θεατρικών συγγραφέων όπως ο Άρθουρ Μίλερ (στο ενδιαφέρον «Ψηλά απ’ τη γέφυρα»), ο Άντον Τσέχωφ (στον άνισο «Γλάρο»), ο Τενεσί Γουίλιαμς (στο ξεχασμένο σήμερα «The fugitive kind») και ο Ευγένιος Ο’Νιλ (στο άκρως πετυχημένο «Μακρύ ταξίδι της μέρας στη νύχτα»). Οι ηθοποιοί του είχαν με τη σειρά τους την ευτυχία να καθοδηγηθούν από τον «σκηνοθέτη των ηθοποιών», όπως αποκαλούνταν – ανάμεσα στις εμβληματικές ερμηνείες είναι αυτή του Χένρι Φόντα στους «12 ενόρκους», του Πίτερ Φιντς και της Φέι Ντάναγουεϊ (αλλά και όλο το καστ) στο «Δίκτυο», του Αλ Πατσίνο στα «Σέρπικο» και «Σκυλίσια μέρα», του Ροντ Στάιγκερ στον «Ενεχυροδανειστή», του Αρμάν Ασάντε στο «Επικίνδυνες ερωτήσεις, θανάσιμες απαντήσεις» και του Πολ Νιούμαν στην «Ετυμηγορία».
Η εμπειρία του Λιούμετ στο θεατρικό σανίδι, και πιο μετά στη ζωντανή τηλεόραση, τον βοήθησε να γυρίζει με μεγάλη ταχύτητα τις ταινίες του, αλλά και έδωσε στο στιλ του μιαν μοναδική αμεσότητα, που μπορούσε με άνεση να ενσωματώσει στιγμές αυτοσχεδιασμού. «Η σπουδαία δουλειά είναι να προετοιμάζεις τον εαυτό σου για το ατύχημα που θα συμβεί,» είχε πει ο ίδιος, ο οποίος απέφευγε την προφανή υιοθέτηση ενός στιλ και απεχθανόταν το να τραβά η κάμερα την προσοχή. Το περιεχόμενο υποστηριζόταν αθόρυβα από τη μορφή: «Το καλό στιλ, για μένα, είναι το αόρατο στιλ. Είναι το στιλ που το αισθάνεσαι.»
Προσπαθώντας να απομακρυνθεί από το είδος ταινίας που τον καθιέρωσε, υπέγραψε τη σκηνοθεσία και σε διαφορετικού ύφους ταινίες, πότε με επιτυχία («Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές», «Τρέχοντας στο κενό») και πότε όχι («Ο Μάγος του Οζ», «Γκλόρια»). Παρέμεινε, πάντως, ενεργός και ενθουσιώδης για τη διαδικασία της δημιουργίας μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωή του, και το κύκνειο άσμα του, «Πριν ο διάβολος καταλάβει ότι πέθανες» κέρδισε τις καλύτερες κριτικές του από την εποχή της «Ετυμηγορίας».
Τι θα μείνει λοιπόν από το έργο της ζωής του; Μιλώντας στους NY Times, ο Λιούμετ είπε: «Η δουλειά μου θα βρει το δρόμο της, δεν μπορώ να κάνω κάτι για αυτό. […] Θα ήθελα πάντως κάποιος να προσέξει το εξής, ότι δεν φοβόμουν τα θέματα με τα οποία καταπιάστηκα.»
Χριστίνα Λιάπη






