Διένυσε μια πορεία που τον έστειλε από το δωμάτιο του μοντάζ στην καρέκλα του σκηνοθέτη, άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στα πιο αρχετυπικά κινηματογραφικά είδη, υπέγραψε μερικές από τις πιο διαχρονικές επιτυχίες του αμερικανικού σινεμά και δίδαξε την κολοσσιαία διαφορά ανάμεσα σε έναν διεκπεραιωτή κι έναν πραγματικό τεχνίτη. Πειράζει που κανείς δεν τον αποκάλεσε ποτέ «auteur»;
Από τον Λουκά Κατσίκα
ένα αστέρι γεννιέται
Είναι δυνατόν ένας σκηνοθέτης να περνά με περισσή ευλυγισία από ένα γουέστερν σε ένα πυγμαχικό δράμα, από μια πολεμική ταινία σε μια σάτιρα, από το νουάρ στην αισθηματική κομεντί και από το μιούζικαλ και την σαπουνόπερα στον υποβλητικό τρόμο και το σινεμά του φανταστικού; Μπορεί μια ταινία όπως το ρεαλιστικό και πεσιμιστικό The Set Up ή ένα μοντέρνο δείγμα επιστημονικής φαντασίας όπως το The Andromeda Strain να ανήκει στον ίδιο άνθρωπο που υπέγραψε την οικογενειακή Μελωδία Της Ευτυχίας ή τη χολιγουντιανή αποθέωση που αποτέλεσαν τα Βότσαλα Της Αμμου; Με οχτώ περίπου δεκαετίες καριέρας, ο Ρόμπερτ Γουάιζ απέδειξε πως μπορεί, χτίζοντας κομμάτι – κομμάτι μια φιλμογραφία τέτοιας στιλιστικής πολυμορφίας, θεματικής ποικιλίας και καλλιτεχνικής συνέπειας, ώστε να αποτελεί πραγματικό αξιοθαύμαστο. Προτού εξερευνήσει από πρώτο χέρι τις δυνατότητες της κάμερας, ωστόσο, ο Γουάιζ ήταν ένας 19χρονος που προσπαθούσε να επιβιώσει από το οδυνηρό οικονομικό κραχ δουλεύοντας ως αγγελιαφόρος της εταιρίας RKO, προτού μάθει όλα τα μυστικά του μοντάζ και τελειοποιήσει μόνος την συγκεκριμένη τέχνη ως μαθητευόμενος στο πλευρό άλλων. Μέσα από αμέτρητες ώρες ενασχόλησης και προσεκτικής παρατήρησης ανέτειλε σταδιακά ένας ενθουσιώδης αυτοδίδακτος, ο οποίος έφτασε σε σημείο να δουλεύει κανονικά σε ταινίες όπως η Παναγιά Των Παρισίων του Γουίλιαμ Ντίτερλε ή το Top Hat, προτού τραβήξει την προσοχή ενός καινούργιου σκηνοθέτη που ετοιμαζόταν να πραγματοποιήσει το ντεμπούτο του. Ο Ορσον Γουέλς τον εμπιστεύτηκε για τον Πολίτη Κέιν και ο νεαρός μοντέρ ανταπέδωσε με μια δυναμική δουλειά που τον έφερε υποψήφιο για το πρώτο Οσκαρ της καριέρας του. Δυο χρόνια αργότερα, το 1942, η καταχρηστική απόφαση της εταιρίας να πάρει στα χέρια της τους Υπέροχους Αμπερσονς κατά τη διάρκεια απουσίας του Γουέλς και να επιβάλλει στον Γουάιζ να μειώσει την αρχική διάρκεια του φιλμ σήμανε και το τέλος της συνεργασίας των δυο αντρών.
Την ίδια χρονιά ο Γουάιζ προσελήφθη από τον παραγωγό Βαλ Λιούτον προκειμένου να μοντάρει τη συνέχεια στο πολύ πετυχημένο Cat People που επρόκειτο να γυρίσει ο Γκούντερ φον Φριτς. Τρεις εβδομάδες μετά το ξεκίνημα των γυρισμάτων και ενώ ο σκηνοθέτης καθυστερούσε παροιμιωδώς στις υποχρεώσεις του, ο Λιούτον τον απέλυσε και ζήτησε από τον Γουάιζ να ολοκληρώσει το φιλμ. Μπορεί το πολύ ενδιαφέρον The Curse Of The Cat People να μην γνώρισε την επιτυχία του προκατόχου του, στάθηκε όμως η ουσιαστική είσοδος του χαρισματικού νεαρού στη σκηνοθεσία. Για την επόμενη δεκαετία, ο νεοφερμένος κινηματογραφιστής ανέλαβε από ταινίες κατά παραγγελία και φτηνές b-movie παραγωγές μέχρι πιο προσωπικά σχέδια, που φανέρωναν από πολύ νωρίς την τάση του να δοκιμάζεται στα πιο διαφορετικά πράγματα. Ενα ιδανικό παράδειγμα αυτής της προτίμησης ήταν το Blood On The Moon (1948), ένα ιδιόρρυθμο γουέστερν που αρνείται πολλές από τις συμβάσεις του είδους για να αγκαλιάσει τη διάθεση και την αισθητική του φιλμ νουάρ ή νωρίτερα το ατμοσφαιρικό θρίλερ The Body Snatcher (1945), που έδωσε στον Μπόρις Καρλόφ την ευκαιρία να υποδυθεί έναν από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του.
η γλυκιά γεύση της επιτυχίας
Η δεκαετία του 50 πέτυχε τον Γουάιζ να δοκιμάζει ασταμάτητα τα πιο ετερόκλητα πράγματα, μεταπηδώντας με κάθε καινούργιο σχέδιο που αναλάμβανε και σε διαφορετικό φιλμικό είδος, για να αγγίξει τον αριθμό-φαινόμενο των 18 ταινιών σε δέκα χρόνια. Ημι-ντοκιμαντεριστικά θρίλερ (The Captive City), ιστορικά έπη (Helen Of Troy), επιστημονική φαντασία (The Day The Earth Stood Still), γουέστερν (Tribute To Α Bad Man), πολεμικές περιπέτειες (Desert Rats, Run Silent, Run Deep), ανάλαφρες κωμωδίες (This Could Be The Night) και ρεαλιστικά δράματα (Ι Want To Live!) ανέδειξαν πρωτίστως έναν απαράμιλλο τεχνίτη σε διαρκή εξερεύνηση των ορίων του. Με τον ερχομό των χρόνων του 60, ο Γουάιζ αναγορεύτηκε σε έναν από τους πιο πετυχημένους και πολυβραβευμένους δημιουργούς στον κόσμο χάρη στον θρίαμβο (οσκαρικό και εισπρακτικό) ταινιών όπως το West Side Story, η Μελωδία Της Ευτυχίας, ακόμη και τα Βoτσαλα Της Αμμoυ, αν και η ωραιότερη στιγμή ολόκληρης της δεκαετίας γι αυτόν θα έπρεπε να θεωρηθεί η δεξιοτεχνική άσκηση υποβολής και τρόμου του The Haunting. Εξαίρεση στα παραπάνω, το ογκώδες εισπρακτικό ναυάγιο του Star! (1968), μια δαπανηρή και καθόλου συναρπαστική μουσική βιογραφία που έκλεισε κάπως άδοξα την πιο προσοδοφόρα εποχή τοu δημιουργού. Η τελευταία πραγματικά σημαντική στιγμή του Ρόμπερτ Γουάιζ σημειώθηκε το 1971 με το μοντέρνο και αρκούντως αντισυμβατικό φιλμ επιστημονικής φαντασίας The Andromeda Strain. Η υπόλοιπη δεκαετία τον πέτυχε να επισκέπτεται για μια τελευταία φορά περιοχές τρόμου και μυστηρίου με το συμπαθές Audrey Rose (1977), να συντρίβεται στα ταμεία μαζί με την (βασισμένη σε αληθινό συμβάν) τραγωδία του Hindenburg (1975), αλλά και να παίρνει εισπρακτικά το αίμα του πίσω με το Σταρ Τρεκ (1979) και την πρώτη κινηματογραφική περιπέτεια των μελών του διαστημοπλοίου Εντερπράιζ. Κατόπιν δεκάχρονης απουσίας από τις οθόνες, ο Γουάιζ επέστρεψε δυστυχώς με το Χoρεύoντας Στις Στέγες Της Νέας Υoρκης (Rooftops, 1989), έναν ιδιαίτερα φτωχό συγγενή του West Side Story που έτυχε σφοδρής αποδοκιμασίας από την κριτική. Το 2000, ένα παλιό σενάριο του Ροντ Σέρλινγκ («Η Ζώνη Του Λυκόφωτος») έδωσε την ευκαιρία στον 85χρονο πλέον δημιουργό να γυρίσει για λογαριασμό της τηλεόρασης το συμπαθητικό «Α Stοrm In Summer», να διεκδικήσει τρία βραβεία Εμι και να κλείσει χαμηλόφωνα και τρυφερά την καριέρα του με την τεσσαρακοστή του ταινία. Πέντε χρόνια αργότερα έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών…
the directors cut
10 ΣταθμΟί Καριέρας για τΟν Ρόμπερτ Γουάϊζ
Τhe Set-Up (1949)
Η πρώτη σπουδαία ταινία στη φιλμογραφία του Γουάιζ είναι ένα αθλητικό δράμα που χρησιμοποιεί τον νεωτερισμό του να εκτυλίσσεται σε πραγματικό χρόνο (μόλις 72) και επιφυλάσσει ένα απελπισμένο φινάλε για τον ήρωά του. Τον υποδύεται εξαιρετικά ο Ρόμπερτ Ράιαν, σε ένα από τα πιο ειλικρινή πυγμαχικά φιλμ που έγιναν ποτέ.
«Ηταν μια δουλειά την οποία όλοι οι συντελεστές αγκαλιάσαμε με αγάπη και που εξακολουθώ να θεωρώ ως μια από τις αγαπημένες μου ταινίες. Οι κριτικές που έλαβε στις ΗΠΑ ήταν ως επί το πλείστον καλές, το μεγαλύτερο μέρος της δημοσιότητας μονοπώλησε, παρ όλα αυτά, τότε το Champion, μια άλλη πυγμαχική ταινία που κυκλοφόρησε ο φίλος μου ο Μαρκ Ρόμπσον την ίδια περίπου περίοδο. Το The Set-Up συγκέντρωσε, ωστόσο, εξαιρετικές κριτικές στην Ευρώπη, κέρδισε κι ένα βραβείο στο φεστιβάλ των Καννών και θα θυμάμαι τον Μπίλι Γουάιλντερ και τον Γιάν Νεγκουλέσκο να μου λένε ότι αν η ταινία μου είχε γυριστεί στη Γαλλία ή στην Ιταλία, θα είχε κερδίσει όλους τους διθυράμβους του κόσμου από τους Αμερικανούς κριτικούς».
Τhe Day The Earth Stood Still (1951)
Η πιο φιλοσοφημένη ταινία φαντασίας σε ολόκληρη τη δεκαετία του 50 παρακολουθεί τις προσπάθειες ενός εξωγήινου επισκέπτη να σπείρει το μήνυμα της ειρήνης στην ανθρωπότητα, προτού οι φιλοπόλεμες διαθέσεις της αποδειχθούν ολέθριες γι αυτήν. Σε μια εποχή όπου το είδος κυβερνούσαν φονικές διαγαλαξιακές απειλές και πληθώρα από εφέ, ο σκηνοθέτης αιφνιδιάζει μειώνοντας τη δράση και το θέαμα στο απειροελάχιστο χάριν μιας ουμανιστικής δήλωσης ενάντια στα ψυχροπολεμικά παιχνίδια και τις γενικότερες φοβίες της ατομικής εποχής.
«Αισθάνομαι ότι πολλές από τις ταινίες μου βρίσκουν πάντοτε κάτι να πουν για τον άνθρωπο και τον τρόπο που εκείνος έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος με τις δυσκολίες τις οποίες του επιφυλάσσει ο κόσμος γύρω του. Ολες, επίσης, οι ταινίες μου θέλω να χρησιμεύουν ως ένα σχόλιο, με τη διαφορά ότι αυτό το σχόλιο πρέπει να προκύπτει από την ίδια την ιστορία, την πρόοδο της δράσης και τον τρόπο που οι χαρακτήρες σχετίζονται μεταξύ τους, χωρίς να πρέπει οι ηθοποιοί να το εκφράσουν με περιττά λόγια. Μοναδική εξαίρεση σε αυτή μου την αντίληψη στάθηκε το The Day The Earth Stood Still. Ολόκληρο το φιλμ χτίζεται γύρω από την προειδοποίηση που απευθύνει ο Κλάτου στο φινάλε, μια δήλωση που εξέφραζε κι εμένα τον ίδιο προσωπικά εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Ενα άλλο πράγμα που μου άρεσε πολύ με το φιλμ ήταν ότι επρόκειτο μεν για μια δημιουργία επιστημονικής φαντασίας, σε αντίθεση όμως με άλλες ταινίες των ημερών, που σχετίζονταν με ταξίδια στο φεγγάρι, η δική μου δουλειά ήταν επιστημονική φαντασία που εκτυλισσόταν στη Γη».
Somebody Up There Likes Me (1956)
Μπορεί η αρχική επιλογή για τον ρόλο να ήταν ο Τζέιμς Ντιν (που δεν θα ζούσε δυστυχώς για να τον υποδυθεί), ο Πολ Νιούμαν δίνει εντούτοις ψυχή και σώμα (μαζί με κάποιους αναπόφευκτους μανιερισμούς της Μεθόδου) σε αυτή την πυκνογραμμένη βιογραφία του πυγμάχου Ρόκι Γκρατσιάνο, η οποία επιβεβαιώνει την αδυναμία του σκηνοθέτη στην ποίηση των απλών ανθρώπων.
«Με το Somebody Up There Likes Me επιχείρησα να απεικονίσω για ακόμη μια φορά τον κόσμο των πυγμαχιών, αυτή τη φορά όμως προσπάθησα να δώσω μια περισσότερο φωτεινή και αισιόδοξη διάσταση στη δράση απ ό,τι συνέβη με το Set-Up. Ηθελα επιπλέον το συγκεκριμένο φιλμ να κινείται με ένα διαρκώς στακάτο αίσθημα, σαν να αποτελούσε προσωποποίηση του ίδιου του Ρόκι και εκείνης της διαρκώς αεικίνητης παρουσίας που είχε. Γι αυτό πίεζα αρκετά στα γυρίσματα και επέμενα οι ηθοποιοί να κάνουν τα πάντα γρηγορότερα και με μεγαλύτερη ζωντάνια. Η έρευνα που κάναμε για τον αληθινό Ρόκι Γκρατσιάνο υπήρξε εξοντωτική και εις βάθος. Μαζί με τον Νιούμαν περάσαμε πολύ καιρό μαζί του στη Νέα Υόρκη, για να μπορέσει ο Πολ να τον μελετήσει και να χρησιμοποιήσει τον οποιονδήποτε τρόπο ομιλίας και την κάθε του σωματική κίνηση. Στο τέλος κατέληξε σε μια θαυμάσια ερμηνεία».
Ι Want To Live! (Θέλω Να Ζήσω! /1958)
Η αληθινή ιστορία της Μπάρμπαρα Γκράχαμ, η οποία κατέληξε μετά από μια σειρά μικροπαρανομιών στην καταδίκη της σε θάνατο για ανθρωποκτονία, μετατρέπεται στα χέρια του Γουάιζ σε ένα πανίσχυρο κατηγορώ ενάντια στην εφαρμογή της θανατικής ποινής. Η εκπληκτική (βραβευμένη με Οσκαρ) ερμηνεία της Σούζαν Χέιγουορντ, η σκηνοθεσία που αντιλαμβάνεται το φιλμ ως τρία διαφορετικά ρυθμικά κομμάτια και ένα τελευταίο ημίωρο δυσβάσταχτης δύναμης αποτελούν όψεις ενός από τα πιο θαρραλέα δράματα της εποχής…
«Μέχρι την σημερινή μέρα ομολογώ πως δεν ξέρω ποια ακριβώς είναι τα συναισθήματά μου για την Μπάρμπαρα Γκράχαμ. Εχοντας μιλήσει με αρκετούς από τους ανθρώπους που την γνώριζαν, θα έλεγα ότι ήταν αθώα. Αυτό που θέλαμε να δηλώσουμε, πάντως, με την ταινία είναι κάτι που εξέφρασαν ιδανικά και οι εφημερίδες την επομένη της εκτέλεσής της. Ανεξαιρέτως αν κάποιος άνθρωπος είναι αθώος ή ένοχος, δεν πρέπει να υποστεί ξανά και για κανέναν λόγο τα μαρτύρια που πέρασε η Μπάρμπαρα Γκράχαμ. Και πρέπει να ρυθμίσουμε τους νόμους μας με τέτοιον τρόπο ώστε να απομακρύνουν μια για πάντα ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αυτό ήθελα να πω με την ταινία και όχι να επισημάνω απαραιτήτως ότι ένας αθώος άνθρωπος κατέληξε στον θάλαμο αερίων».
Odds Against Tomorrow (1959)
Επειδή απεχθανόταν τα ξεκάθαρα μηνύματα στις ταινίες του, ο Γουάιζ φρόντιζε να τα μεταμφιέζει πίσω από πιο προφανείς πλοκές. Κάτι τέτοιο συμβαίνει σε αυτό το υποδειγματικό φιλμ ληστείας που λειτουργεί ιδανικά και ως αντιρατσιστική αλληγορία, με τους Χάρι Μπελαφόντε και Ρόμπερτ Ράιαν να αντιμάχονται ο ένας τις ισχυρές αντιλήψεις του άλλου μέχρι το πικρό και τραγικό φινάλε. Τελευταία δημιουργία στην καριέρα του Γουάιζ που επικαλείται τον σκληρό ρεαλισμό και την αιχμηρή κοινωνική θεματολογία, το φιλμ πετυχαίνει τον σκηνοθέτη αλλά και ολόκληρη την τότε βιομηχανία στη σταδιακή μεταστροφή τους από τις ασπρόμαυρες, μετριοπαθούς κόστους παραγωγές στα μεγάλα και δαπανηρά στουντιακά προϊόντα που μεσουρανούν μέχρι σήμερα. Τεράστιος θαυμαστής της ταινίας, ο Ζαν Πιέρ Μελβίλ παραδέχτηκε κάποτε ότι την έχει δει πάνω από εκατό φορές.
«Είχα την τύχη να γνωρίσω τον Μελβίλ στο Παρίσι το 1971. Με πήγε σε μια αίθουσα προβολής για να μου δείξει μια σκηνή από ένα φιλμ που ετοίμαζε, για την οποία είχε χρησιμοποιήσει το ηχητικό εφέ από μια πόρτα που κλείνει στο Odds. Αυτό είναι παρμένο από τη δική σου ταινία μου επισήμανε περιχαρής. Ηταν αληθινά πολύ μεγάλος θαυμαστής της».
West Side Story (1961)
Εκμοντερνίζοντας την ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας σε μια φυλετικά φορτισμένη Νέα Υόρκη και συνεργαζόμενος με τον χορογράφο Τζερόμ Ρόμπινς, ο Γουάιζ κατέβασε το μιούζικαλ από τη θεατρική σκηνή στις φτωχογειτονιές, βομβάρδισε την οθόνη με ηλεκτρισμό και παρέδωσε μια από τις πιο επαναστατικές στιγμές ενός ολόκληρου είδους.
«Πίστευα εξαρχής ότι το καλύτερο πράγμα για την ταινία θα ήταν ο Ρόμπινς να αναλάβει καθήκοντα συν-σκηνοθέτη, έχοντας ήδη την εμπειρία από το θεατρικό ανέβασμα. Εκείνος δέχτηκε με την προϋπόθεση να κάνει κάτι περισσότερο από μια πιστή μεταφορά της χορογραφικής δουλειάς του από το θεατρικό σανίδι. Επωμίσθηκε τα μουσικοχορευτικά κομμάτια κι εγώ τα υπόλοιπα μέρη που είχαν να κάνουν περισσότερο με την πλοκή. Η παραπάνω συμφωνία δούλεψε, δυστυχώς, μόνο κατά 60%, διότι μετά από κάποιες αυξημένες καθυστερήσεις, οι οποίες αποδόθηκαν στον σκηνοθετικό καταμερισμό που κάναμε, το στούντιο αποφάσισε να απομακρύνει τον Τζερόμ. Ηταν μια πολύ στενάχωρη εξέλιξη, για την οποία δεν έκρυψα τη δυσαρέσκειά μου».
Τhe Haunting (O Στοιχειωμένος Πύργος / 1963)
Εφαρμόζοντας τις υπαινικτικές μεθόδους του παραγωγού Βαλ Λιούτον και αξιοποιώντας ατμόσφαιρα, σκηνικά και ρυθμούς σε ένα απόλυτα υποβλητικό σύνολο, ο Γουάιζ εξαντλεί όλες τις φοβικές και ψυχολογικές παραμέτρους του μυθιστορήματος της Σίρλεϊ Τζάκσον στην καλύτερη, ίσως, στιγμή της καριέρας του. Μπορεί να μην γνώρισε επιτυχία στην εποχή του, σήμερα όμως το Haunting θεωρείται δικαιολογημένα μια από τις πιο τρομακτικές ταινίες που έγιναν ποτέ. Και δεν έχει χάσει τίποτα από την ανατριχιαστική μαγεία του…
«Ο Βαλ συνήθιζε να λέει πάντα πως ο μεγαλύτερος φόβος κάθε ανθρώπου είναι ο φόβος του αγνώστου και πως αυτό που δεν μπορείς να δεις είναι συνήθως πιο τρομακτικό από αυτό που βλέπεις. Αντίθετα με τις περισσότερες ταινίες που γίνονται πλέον και προσπαθούν να σε φοβίσουν απεικονίζοντας τα πιο τερατώδη πράγματα, το Haunting τρομάζει ακριβώς επειδή απλώς τα υπονοεί».
Τhe Sound Of Music (H Μελωδία Της Ευτυχίας / 1965)
Ενα από τα δημοφιλέστερα μιούζικαλ όλων των εποχών αποτέλεσε μια δουλειά την οποία ο Γουάιζ παραδέχτηκε ότι ανέλαβε διεκπεραιωτικά, για να τη μετατρέψει σε έναν feel good παιάνα των πέντε Οσκαρ που υπόσχεται να προκαλέσει από κύματα ευδαιμονίας μέχρι… κρίσεις διαβήτη στον θεατή.
«Από την πρώτη στιγμή που ανέλαβα να κάνω το φιλμ το βασικό μέλημά μου ήταν να αποδυναμώσω τα υπερβολικά ζαχαρένια συστατικά από την θεατρική παράσταση στην οποία στηριζόταν, χωρίς αυτό να βλάψει την ουσία του. Μπορεί αρκετοί κριτικοί να μας κατηγόρησαν ότι γίναμε υπέρμετρα γλυκεροί, η αλήθεια όμως είναι ότι σε όλη τη διάρκεια γυρίσματος του φιλμ αναζητούσαμε τρόπο να κάνουμε το ακριβώς αντίθετο. Μετά την ολοκλήρωση της ταινίας αισθανόμασταν ότι υπήρχε η πιθανότητα να έχουμε στα χέρια μας κάτι που μπορούσε να γίνει επιτυχία. Κανείς μας δεν περίμενε, εντούτοις, ότι η Μελωδία Της Ευτυχίας θα εκτοξευόταν σε τέτοια ύψη. Δεν θα έλεγα ότι η τεράστια απήχηση που γνώρισε στάθηκε βάρος για μένα, απλώς εκτόπισε από τη μνήμη των θεατών άλλες μου δουλειές για τις οποίες αισθάνομαι ιδιαίτερα περήφανος. Καταλαβαίνω, παρ όλα αυτά ότι η φύση και τα θέματα που άγγιζε η Μελωδία είχαν μια περισσότερο οικουμενική διάσταση από τα θέματα των υπολοίπων δημιουργιών μου και, εν πάση περιπτώσει, οφείλεις να αισθάνεσαι ευγνώμων όποτε το κοινό σού κάνει την τιμή να ανταποκριθεί τόσο αυθόρμητα σε μια δουλειά σου».
The Sand Ρebbles (Τα Βότσαλα Της Αμμου / 1966)
Ο Γουάιζ θεωρούσε τη φιλόδοξη μεταφορά ενός μυθιστορήματος του Ρίτσαρντ ΜακΚένα στην οθόνη ως μια από τις πιο προσωπικές δουλειές του. Ισως γιατί, πίσω από την ογκώδη διάρκεια και το μεγαλεπήβολο της παραγωγής, η ταινία φανερώνει την ικανότητα του σκηνοθέτη να ελέγχει ακόμη και το πιο χαώδες υλικό, δίχως να χάνει στιγμή τον αντικειμενικό σκοπό του, που είναι οι ανθρώπινες ιστορίες. Τα Βότσαλα Της Αμμου αντανακλούν επιπλέον και ένα εξαιρετικά καίριο για την εποχή σχόλιο του σκηνοθέτη κόντρα στη σκοπιμότητα της αμερικανικής εμπλοκής στον πόλεμο του Βιετνάμ.
«Αποτελούσε πάντοτε μια από τις πιο αγαπημένες μου ταινίες, επειδή ήταν ίσως και η δυσκολότερη που γύρισα ποτέ. Εχοντας αντιμετωπίσει για οκτώμισι ολόκληρους μήνες ένα πλήθος από λογιστικά και φυσικά εμπόδια, τις πιο αντίξοες καιρικές συνθήκες και την αγωνία του να χρειάζεται να διηγηθείς μια τόσο επική ιστορία βοήθησε, νομίζω, το φιλμ να γίνει μια πιο αξιομνημόνευτη εμπειρία από κάθε άλλη στην καριέρα μου».
Τhe Andromeda Strain (1971)
Η μαθηματικής ακρίβειας προσέγγιση του Γουάιζ, η προχωρημένη σκηνογραφική δουλειά, η σχολαστική ενασχόληση του συγγραφέα Μάικλ Κράιτον με την επιστημονική συνέπεια των όσων επικαλείται και το κλίμα διογκούμενης κλειστοφοβίας στέλνουν τις προσπάθειες τεσσάρων ανθρώπων να απομονώσουν έναν θανατηφόρο μικροοργανισμό που ήρθε από το διάστημα στην στρατόσφαιρα των πιο αξιομνημόνευτων σταθμών του φανταστικού σινεμά.
«Το Andromeda Strain αποτελούσε περισσότερο επιστημονικό γεγονός παρά επιστημονική φαντασία και μου άρεσε το πόσο επίκαιρο ήταν στην εποχή του. Είχα διαβάσει τότε, θυμάμαι, ένα άρθρο για την ύπαρξη μιας βάσης βιολογικού πολέμου κάπου στην έρημο, που έμοιαζε πολύ με τις εγκαταστάσεις της δικής μας βάσης στο φιλμ… Η μοναδική αλλαγή που κάναμε σε σχέση με το βιβλίο ήταν ιδέα του σεναριογράφου Νέλσον Γκίντινγκ και αφορούσε στην μετατροπή ενός από τους τέσσερις επιστήμονες σε γυναίκα, κάτι που θα εμπλούτιζε τα δρώμενα. Η ιδέα μού φάνηκε εξωφρενική, όταν όμως ο Νέλσον άρχισε να μου εξηγεί τον τύπο ηρωίδας που είχε στο μυαλό του -μια μεγάλη σε ηλικία γυναίκα με σαρκαστική αίσθηση του χιούμορ- δέχτηκα και οφείλω να πω πως, με τη συμβολή της Κέιτ Ριντ, ο ρόλος της Ρουθ Λίβιτ μετατράπηκε στον πιο ενδιαφέροντα χαρακτήρα της ταινίας».






