Αν και προέρχεται από τον χώρο του θεάτρου στον κινηματογράφο έχει συνεργαστεί με εξαιρετικούς σκηνοθέτες, όπως ο Φρανσουά Οζόν («Η Καινούργια Φιλενάδα») και Τζο Ράιτ («Άννα Καρένινα»), ενώ βρέθηκε στην Αθήνα με αφορμή την πρεμιέρα της ταινίας «Υπόθεση Άγνωστο DNA» στο πλαίσιο του 17ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Αθήνας.
Ο Λουκάς Κατσίκας συνάντησε τον Ραφαέλ Περσονάζ και συζήτησαν μαζί για την σοκαριστική αληθινή ιστορία πίσω από την ταινία, τις κινηματογραφικές συνεργασίες του με τους Φρανσουά Οζόν και Μπερτράν Ταβερνιέ, αλλά και την ξεχωριστή θέση που έχει η Ελλάδα στη ζωή του
Πόσο έντονα θυμάστε τα πραγματικά συμβάντα που διηγείται η ταινία, όταν αυτά εκτυλίσσονταν και αναστάτωναν το Παρίσι; Και πόσο πιστή θεωρείτε την ταινία στην αναπαράσταση αυτών των συμβάντων;
Όταν ξεκίνησαν τα πρώτα περιστατικά ήμουν γύρω στα 12 κι όταν άρχιζε να ξεκαθαρίζει η υπόθεση ήμουν γύρω στα 18, το οποίο όπως καταλαβαίνετε συνέπιπτε με το τέλος της αθωότητάς μου. Ο κόσμος φοβόταν όλα αυτά τα χρόνια. Στο βλέμμα κάθε αστυνομικού ο κόσμος έβλεπε ότι αναζητούσαν αυτόν τον άνθρωπο. Υπήρχαν οδηγίες στους δρόμους να μην κυκλοφορούν οι κοπέλες μόνες το βράδυ, αν φοβούνταν ότι κάποιος τις παρακολουθεί να φωνάξουν για βοήθεια ανά πάσα στιγμή. Όλοι νομίζω όσοι έζησαν στο Παρίσι τη δεκαετία του ’90 θυμούνται αυτό το κλίμα φόβου και μόνιμης ανησυχίας.
Και αυτή είναι η πρώτη ταινία που αποδίδει τόσο τα γεγονότα της υπόθεσης όσο και το κλίμα της περιόδου. Αν και ήμουν μικρός τότε μπορώ να δω την ταινία σαν ένα ταξίδι πίσω στον χρόνο που έχω ζήσει. Στη δεκαετία του ’90 που ακριβώς επειδή ήμουν παιδί παρατηρούσα το πόσο κάπνιζαν οι μεγάλοι. Σήμερα οι θεατές βλέπουν στην ταινία τους αστυνομικούς να καπνίζουν τόσο πολύ και το θεωρούν παράλογο -οι Γάλλοι θεατές βέβαια, γιατί νομίζω στους Έλληνες δε θα κάνει μεγάλη εντύπωση, το πολύ να θέλουν να ανάψουν τσιγάρο μέσα στο σινεμά. Ακόμη και τα κοστούμια, αν και μιλάμε για το 1991 που ξεκίνησε η υπόθεση, έπρεπε να είναι προσεκτικά προσαρμοσμένα στην εποχή. Κάθε λεπτομέρεια στην ταινία δουλεύτηκε σαν ταινία εποχής, ακριβώς για να μπει στο κλίμα και να αποτυπώσει καλύτερα τις συνθήκες μέσα στις οποίες εκτυλίχθηκε αυτή η ιστορία.
Το γεγονός ότι στην ταινία υποδύεστε ένα υπαρκτό πρόσωπο νιώσατε ότι σας φόρτωνε με ένα μεγαλύτερο ποσοστό ευθύνης προκειμένου να τον ερμηνεύσετε με όσο το δυνατόν περισσότερη πιστότητα;
Ναι, σίγουρα ήταν ένα βαρύ φορτίο ευθύνης. Γνώρισα τον αστυνομικό που υποδύομαι στην ταινία 6 μήνες πριν αρχίσουμε τα γυρίσματα. Δούλεψα ουσιαστικά μαζί του και πραγματικά δεν ήθελα να τον απογοητεύσω. Από την άλλη όμως δεν ήθελα να τον μιμηθώ. Το ζητούμενο δεν ήταν να τον παραστήσω αλλά να εμβαθύνω στον ρόλο. Ακριβώς επειδή η ευθύνη είναι μεγάλη δεν ήθελα να έρθει να δει την ταινία και να μου πει «ήσουν απαίσιος». Ήθελα να τον κάνω περήφανο.
Και ευτυχώς φάνηκε πολύ ικανοποιημένος. Για την ακρίβεια ήρθε να δει την ταινία περισσότερες από 10 φορές. Γιατί ήταν πολύ επηρεασμένος από αυτή την υπόθεση. Μάλλον για εκείνον η υπόθεση δεν έκλεισε με τη δίκη αλλά με το τέλος της ταινίας.
Τι σας προξένησε μεγαλύτερη εντύπωση κατά τις συναναστροφές σας με τον πραγματικό Σαρλί, τον αστυνομικό που υποδύεστε στην ταινία;
Δύο πράγματα. Το πρώτο έχει να κάνει με την ανάκριση που έκανε ο ίδιος, ο αστυνομικός τον οποίο υποδύομαι, στον ύποπτο μόλις τον συνέλαβαν. Πρόκειται για μία σκηνή που δεν αποτυπώθηκε στην ταινία όπως ακριβώς έγινε στην πραγματικότητα γιατί κρίθηκε ότι δε θα ήταν καθόλου πιστευτή. Ο αστυνομικός είχε ανάψει μερικά κεριά στο γραφείο της ανάκρισης. Είχε σβηστά τα περισσότερα φώτα. Είχε βάλει ένα δίσκο τζαζ να παίζει και του πρόσφερε ένα ποτήρι ουίσκι πριν αρχίσουν να μιλούν για τα γεγονότα. Η προσέγγισή του ήταν σα να συζητούσε με έναν κανονικό άνθρωπο, ή ακόμη έναν φίλο.
Και το δεύτερο στοιχείο που μου έκανε πραγματικά εντύπωση είναι πώς αυτός ο άνθρωπος, που ερχόταν καθημερινά αντιμέτωπος με όλη αυτή την φρίκη, την οπτική φρίκη των φωτογραφιών, των σκηνικών βιασμών και φόνων, αλλά και με την φρίκη του νου αυτού του εγκληματία, κατάφερε να έχει έναν συγκροτημένο εαυτό για τον ίδιο. Μπόρεσε να κάνει μία υπέροχη οικογένεια και να αποκτήσει δύο κορίτσια μέσα στη φρίκη αυτής της καθημερινότητάς του. Κατάφερε να μεγαλώσει τα δύο του κορίτσια, που τώρα πια είναι μεγάλες κοπέλες, και τις βλέπεις να είναι γεμάτες ζωντάνια, λάμψη και δίψα για ζωή και πραγματικά δεν το πιστεύεις. Μάλιστα η μία έχει και ένα μικρό ρόλο στην ταινία, υποδύεται τη νοσοκόμα στο μαιευτήριο, που δίνει στον αστυνομικό που υποδύομαι την κόρη του, κάτι που όπως αντιλαμβάνεστε έκανε τη σκηνή ακόμη πιο φορτισμένη συναισθηματικά.
Πόσο εύκολο του ήταν να μπείτε στην ψυχολογία και στο μυαλό ενός τέτοιου ανθρώπου; Εκπρόσωπου της τάξης και θεωρητικά σκληροτράχηλου, ταυτόχρονα όμως ευάλωτου απέναντι στις εγκληματικές πράξεις των άλλων;
Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι περισσότεροι αστυνομικοί, ειδικά όταν έχουν να κάνουν με τέτοιες υποθέσεις, είναι ότι δεν μπορούν να αφήσουν τον εαυτό τους έξω απ’αυτές. Πολλοί γίνονται αλκοολικοί, καταθλιπτικοί, αλλά συμβαίνει –ίσως όχι καθημερινά- κάποιοι να τα καταφέρνουν και στη δουλειά και στην προσωπική ζωή.
Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας μου για τον ρόλο έτυχε να συναντήσω και την σύζυγο του αστυνομικού που υποδύομαι. Αυτή κι αν ήταν ήρωας! Μπόρεσε όχι απλώς να σταθεί δίπλα σε έναν άνθρωπο με τόσο βεβαρυμμένο συναισθηματικά έργο αλλά να του δείξει κατανόηση ειλικρινή, και να του χαρίσει μία υπέροχη οικογένεια. Είναι σαν τις γυναίκες των ναυτικών που μπαρκάρουν κι εκείνες πρέπει να μένουν πίσω για το σπίτι και την οικογένεια.
Έχετε μια εξαιρετικά παραγωγική καριέρα από τότε που ξεκινήσατε, πριν 15 χρόνια δηλαδή. Με αποκορύφωμα κάποιες χρονιές (όπως εκείνη του 2013) όπου συμμετείχατε σε 5 ταινίες! Θα αποκαλούσατε τον εαυτό σας εργασιομανή ή απλώς ανταποκρίνεστε κάθε φορά σε κινηματογραφικές ευκαιρίες που ξέρετε ότι σπάνια δίνονται σε έναν ηθοποιό και καλό θα ήταν να μην τις προσπεράσει;
Η αλήθεια είναι ότι δεν είναι εφικτό να γυρίσει κανείς 5 ταινίες σε έναν χρόνο. Νομίζω κάποιες είχαν ξεκινήσει νωρίτερα, ωστόσο βγήκαν περίπου ταυτόχρονα και τώρα που το σκέφτομαι ίσως ήταν πολλές. Λίγη σημασία έχει αυτό. Σημασία έχει ότι αγαπώ τη δουλειά που κάνω. Για την ακρίβεια νιώθω τυχερός. Κι αν μου δίνεται η ευκαιρία να συμμετάσχω σε ταινίες που μου φαίνονται ενδιαφέροντες θα το κάνω, όσο αντέχω.
Κάποιοι ηθοποιοί ίσως σκέφτονται «ας λείψω λίγο», «μη με βαρεθεί ο κόσμος» αλλά εγώ αυτά τα βρίσκω λίγο ανόητα. Δε θα αρνηθώ έναν ρόλο που μου φαίνεται ενδιαφέρων για να χτίσω κάποια εικόνα. Αυτό γι’ αυτούς που δεν τους αρέσω ως ηθοποιός δε θα ακουστεί πολύ καλό αλλά αν κάποιος πιστεύει ότι ανταποκρίνομαι καλά στον εκάστοτε ρόλο δε θα πει «πάλι αυτός»!
Έχετε δουλέψει με αξιοσέβαστους σκηνοθέτες του γαλλικού σινεμά, καθένας με την δική του προσωπική σφραγίδα. Θα μπορούσατε να μας πειτε δυο λόγια για τον καθένα; Και για την εμπειρία που είχατε δουλεύοντας μαζί του;
1. Με τον Φρανσουά Οζόν στο The New Girlfriend
Είναι ένας σκηνοθέτης που κάνει σχεδόν μία ταινία κάθε χρόνο και κάθε φορά η ταινία έχει κάτι να πει. Κάθε φορά είναι κάτι διαφορετικό. Και μιλάμε για τον Φρανσουά Οζόν που είναι γνωστός σε όλον τον κόσμο. Έχει διεθνή αξία. Και αυτό που πρόσεξα δουλεύοντας μαζί του είναι ότι είναι όλη την ώρα πίσω από την κάμερα. Κινηματογραφεί ο ίδιος. Και δεν σκηνοθετεί με λόγια αλλά με το ίδιο του το μάτι πίσω από την κάμερα. Ξέρει ακριβώς τι θέλει να δει μέσα από αυτή από πριν και όσο πιο σαφώς ξέρει κανείς τι θέλει τόσο πιο εύκολο είναι να το πετύχει. Δεν υπάρχει περιθώριο αυτοσχεδιασμού ή τύχης. Ο άνθρωπος σκέφτεται και δουλεύει σκληρά. Και τον ρώτησα πώς το κάνει. Και μου είπε πρώτα γράφω, ακριβώς τι θέλω, και μετά γυρίζω. Δουλεύει πάρα πολύ κι αν κάποιοι τον κατακρίνουν καμιά φορά για την παραγωγικότητά του, έχω να πω ότι είναι αποτέλεσμα πολλής πολλής δουλειάς. Και ήταν πολύ ωραίο που δούλεψα μαζί του.
2. Με τον Μπερτράν Ταβερνιέ στο Quai d; Orsay και La Princesse de Montpensier (The Princess of Montpencier)
Α! Ο άνθρωπος είναι θεριό! Τόσο σωματικά όσο και ως κινηματογραφική προσωπικότητα. Νομίζω έχει κάνει 27 ταινίες. Πριν την πρώτη μας συνεργασία είχε κάνει μία ταινία με τον Τομι Λι Τζόουνς. Αυτό και μόνο ήταν ικανό να με αγχώσει. Έλεγα στον εαυτό μου «πρέπει να βάλεις τα δυνατά σου. Πρέπει να είσαι ακριβής και προσεχτικός γιατί αν κάνει τη σύγκριση καταστράφηκες». Ωστόσο, ο Μπερτράν Ταβερνιέ σε πιάνει μόλις φτάνεις στο γύρισμα και σου λέει «πώς πιστεύεις ότι πρέπει να κάνουμε τη σκηνή σήμερα;» Κι ενώ θες να πεις «ε, δεν είμαι σκηνοθέτης, δεν ξέρω, ένας απλός ηθοποιός είμαι φίλε μου και δουλεύω μαζί σου», αντιλαμβάνεσαι ότι θέλει να σε κάνει συμμέτοχο του γυρίσματος. Να σεβαστεί τη μέθοδό σου και κυρίως την αξία σου. Σε κάνει να νιώθεις ότι συμβάλεις κι εσύ σε αυτό και είσαι απαραίτητος στη δημιουργία της ταινίας. Κι αυτός κάνει πολλά και διαφορετικά πράγματα. Και αν και νομίζω είναι 75 χρονών πια, στο γύρισμα έχει την ενέργεια μικρού παιδιού. Για να μην πω ότι είναι σε καλύτερη φυσική κατάσταση από πολλούς νεώτερούς του. Πήγαινε 5 το πρωί, ήμασταν ακόμη στο γύρισμα, όλοι κατάκοποι, κι εκείνος ήταν ακούραστος. Και, αγαπά πολύ την Ελλάδα. Πηγαίνει συχνά στην Άνδρο.
Έχετε επίσης πρωταγωνιστήσει στις δυο σκηνοθετικές απόπειρες του Ντανιέλ Οτέιγ, ενός από τους κορυφαίους ηθοποιούς στην ιστορία του γαλλικού σινεμά: το Marius και το Fanny, και τα δυο από θεατρικά έργα του Μαρσέλ Πανιόλ. Εκτός αυτού, ποιους Γάλλους ηθοποιούς θεωρείτε σημαντικότερους ερμηνευτές στα χρονικά του κινηματογράφου της χώρας σας;
Σίγουρα το μεγάλο τέρας του γαλλικού σινεμά, τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ. Πολύς κόσμος τον κατακρίνει για τα θέματα υπηκοότητας, για τις δηλώσεις του αλλά νομίζω είναι άλλο πράγμα η υποκριτική και άλλο η πολίτική. Οι υποκριτικές του ικανότητες πραγματικά δεν γνωρίζουν όρια. Μακάρι να μοιραζόμουν έστω και μια σκηνή στη ζωή μου μαζί του.
Συμμετείχε επίσης σε μια μεγάλη αγγλόφωνη παραγωγή, όπως ήταν η Άννα Καρένινα του Τζο Ράιτ, στην οποία ερμήνευε τον Αλεξάντερ Βρόνσκι. Πώς ήταν η εμπειρία στο μέσο ενός τόσο μεγαλοπρεπούς και χαοτικού (υποθέτουμε) γυρίσματος;
Ο ρόλος μου δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλος. Γι’αυτό νομίζω έμεινα στα γυρίσματα περίπου για δύο εβδομάδες. Ολόκληρο το σετ ήταν στημένο σε ένα κτήριο το οποίο είχε ανακατασκευαστεί ολόκληρο για τις ανάγκες της ταινίας. Εντυπωσιάστηκα από την παραγωγή και το πόσο καλά και λεπτομερώς είχαν κατασκευαστεί τα πάντα. Εντυπωσιάστηκα και από τους άγγλους ηθοποιούς. Από τον επαγγελματισμό τους και από το πόσο εμβάθυναν στον ρόλο τους. Αλλά αυτό που ίσως μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση ήταν ότι ο Τζουντ Λο, μιλάμε για Τον Τζουντ Λο, που προφανώς δε σε ξέρει όταν πηγαίνεις στο γύρισμα, έρχεται από μόνος του να σου συστηθεί, να σε ρωτήσει πώς είσαι, να σε καλωσορίσει κατά κάποιο τρόπο και να σε κάνει να νιώσεις οικεία, φυσικά, φιλικά θα έλεγα. Χωρίς ίχνος σταρ σύστεμ πάνω του.
Και οφείλω να σας περιγράψω και την εμπειρία μου με τον Τζο Ράιτ που προφανώς είναι μία μεγάλη δύναμη στο σινεμά. Μεταξύ των σκηνών, από το «κατ» μέχρι το επόμενο «πάμε» έβαζε στο σετ πολύ δυνατή μουσική που αν και φαινόταν αστείο, όντως ήταν αρκετά εμψυχωτικό, ενώ παράλληλα μας φώναζε πόσο καλά πήγε το γύρισμα. Κι ενώ ήταν ένα έργο με ρωσική καταγωγή, άγγλους και αμερικανούς ηθοποιούς κι εγώ ήμουν ένας Γάλλος, κατάφεραν με αυτή την υπέροχη ατμόσφαιρα να με κάνουν να νιώσω οικεία και ως εκ τούτου να δουλέψω όσο καλύτερα μπορούσα. Γιατί είχα να αντιμετωπίσω και τη γλώσσα. Ήταν η πρώτη ταινία που γύριζα στα αγγλικά.
Κι αν έχω κρατήσει κάτι από αυτήν την εμπειρία μου σε μία μεγάλη αγγλόφωνη παραγωγή είναι ότι αυτοί οι τύποι δουλεύουν πολύ σοβαρά χωρίς να παίρνουν καθόλου στα σοβαρά τους εαυτούς τους.
Τέλος, πως σας φαίνεται που βρεθήκατε εδώ στην Ελλάδα στο πλαίσιο του 17ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Αθήνας για να παρουσιάσετε την ταινία Υπόθεση Άγνωστο DNA.
Η σχέση μου με την Ελλάδα είναι ξεχωριστή. Η μητέρα μου είναι μεταφράστρια από τα ελληνικά στα γαλλικά (έχουν εκδοθεί η μεταφράσεις της στα ποιήματα του Ρίτσου) και οι αναφορές στο σπίτι μας στην Ελλάδα ξεκινούν όπως φαντάζεστε από πολύ παλιά. Ήμουν μικρό παιδί όταν αγοράσαμε το σπίτι μας στην Τήνο, όπου ερχόμαστε τα καλοκαίρια για διακοπές. Ωστόσο, ακόμη δεν έχω καταφέρει να μάθω ελληνικά, παρά μόνο λίγες λέξεις. Και παρά την ιδιαίτερη σχέση μου με την Ελλάδα, είναι η πρώτη φορά που έρχομαι στην Αθήνα για να παρουσιάσω μία ταινία στην οποία συμμετέχω. Παρευρέθηκα στην πρεμιέρα και μίλησα με το κοινό μετά το τέλος της ταινίας και μάλιστα, συνειδητοποίησα ότι στην Ελλάδα δεν ήταν καθόλου γνωστή η πραγματική ιστορία πίσω από την ταινία. Στα χρόνια χωρίς ίντερνετ οι ειδήσεις δεν έτρεχαν τόσο…
Η ταινία «Υπόθεση Άγνωστο DNA» κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Danaos Films στις 26 Μαΐου






