Με αφορμή την Καρδιά Του Κτήνους, ο Ρένος Χαραλαμπίδης μας εκμυστηρεύεται τα βιβλία που θα ήθελε να κάνει ταινίες. Ας τον ακούσουμε…
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΝΙΚΗ ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗ ΦΩΤΟ: ΚΑΝΑΡΗΣ ΤΣΙΓΚΑΝΟΣ
«Οργισμένος Βαλκάνιος» του Νίκου Νικολαϊδη: Είναι ένα βιβλίο που έχω διαβάσει από την εφηβεία μου και τολμώ να πω ότι είναι ένα από τα όνειρά μου. Είναι μια ιστορία ενός 30χρονου άνδρα, τέλος της δεκαετίας του 60 στην Αθήνα, αρχές της χούντας. Πρόκειται για την ιστορία ενός ροκά σε μία Ελλάδα που ακόμα κοιμάται. Πρωταγωνιστής είναι ο Φάνης, ένας ήρωας που θα ήθελα πάρα πολύ να τον κάνω εγώ, αλλά εκτός από μένα σε αυτό το ρόλο θα έβλεπα και τον Πασχάλη Τσαρούχα. Τον γυναικείο ρόλο της ταινίας μόνο μία θα μπορούσε να τον παίξει παγκοσμίως. Η Μόνικα Μπελούτσι. Το τέλος του βιβλίου βρίσκει τον ήρωα στην Ιταλία, οπότε θα έκανα μια μικρή διασκευή στο ρόλο της γυναίκας. Θα έκανα τnν καταγωγή της ιταλική για να έχει και ένα μικρό αξάν. Στην ταινία ο ήρωας έχει μια μοτοσικλέτα, μια Μάξλες (άλλοι την λένε Μπάξλες), είναι μια μοτοσικλέτα του 50. Επειδή όμως δεν την ξέρουν πια θα την αντικαταστούσα με μία Νόρτον, αφενός γιατί είναι πιο γνωστή σήμερα και αφετέρου γιατί πιστεύω θα ταίριαζε πάρα πολύ με το μαλλί της Μόνικα. Το λέω αυτό, γιατί η Μπελούτσι στην κόμμωσή της έχει μια αυστηρή γραμμή, όπως αυστηρή και φλεγματική γραμμή έχουν οι ντιζάινερ της Νόρτον.
Οσον αφορά τους χώρους των γυρισμάτων, μέσα στα σημεία που έχουν μείνει σχεδόν ανέπαφα είναι το καφέ του Παρκ στην Αλεξάνδρας που έχει μείνει ίδιο με εκείνη την εποχή. Δυστυχώς δεν πρόλαβα το Zonars που οι ζουλού της ανακαίνισης το ισοπέδωσαν και δυστυχώς, επειδή ο ήρωας ζει στην Πετρούπολη, είναι πολύ δύσκολο να βρω γειτονιές εκεί όπως ήταν τη δεκαετία του 60. Νομίζω ότι τέτοιες γειτονιές υπάρχουν πια μόνο στο Ζεφύρι, εκεί που μένουν οι Τσιγγάνοι. Οσον αφορά το κέντρο της Αθήνας, υπάρχουν στοές που δεν έχουν αλλάξει καθόλου από εκείνη την εποχή, και τέλος θα χρησιμοποιούσα κάποια καφενεία στη Λιοσίων.
Διευθυντή φωτογραφίας θα έπαιρνα τον Βιτόριο Στοράρο, γιατί μόνο αυτός ξέρει να βγάζει στην εικόνα την αίσθηση της νοσταλγίας. Ο Στοράρο με τη φωτογραφία του ξέρει να νοσταλγεί αλλά και να αρνείται την επιστροφή στο παρελθόν. Δηλαδή, νοσταλγεί το παρελθόν χωρίς να θέλει να επιστρέψει σε αυτό.
Αλλο ένα βιβλίο είναι «Το Ημερολόγιο Ενός Μάγου» του Πάολο Κοέλιο. Είναι η ιστορία ενός 38χρονου Βραζιλιάνου που πηγαίνει στη Γαλλία και την Ισπανία προκειμένου να περπατήσει ένα μονοπάτι το οποίο είχε διασχίσει και ο Αγιος Ιάκωβος. Είναι ένα μονοπάτι αυτογνωσίας, μέσα από το οποίο, ενώ καλείται να βρει το σπαθί του, ουσιαστικά αναζητά τον εαυτό του. Εκεί λοιπόν συναντά έναν δάσκαλο, τον Πέτρους. Είναι μια ταινία που θα την έκανα σαν παραμύθι και νομίζω ότι ο κατάλληλος σκηνοθέτης θα ήταν ο Φελίνι. Αν όμως η μοίρα θελήσει να την κάνω εγώ (κι έχει την ατυχία αυτή ο Κοέλιο), ο δάσκαλος βέβαια θα ήταν ο Σον Κόνερι. Ο δάσκαλος στη συγκεκριμένη ιστορία είναι μία μείξη καθημερινότητας και μεγαλείου και νομίζω ότι ο Σον Κόνερι, τώρα που γέρασε και έχασε το περιττό μαλλί (γιατί στην περίπτωση του Σον Κόνερι το μαλλί ήταν λάθος), τα συνδυάζει αυτά τα δύο. Αυτός που ψάχνει το σπαθί του θα ήταν ο Τζόνι Ντεπ. Ο Ντεπ είναι η ιδανική φυσιογνωμία του ανθρώπου που ψάχνει αλλά δεν βρίσκει. Βέβαια, θα διασκεύαζα το βιβλίο στα ελληνικά δεδομένα. Θα έβαζα τους ήρωες να διασχίζουν τους απομονωμένους χώρους της Χαλκιδικής και των μοναστηριών του Αγίου Ορους. Διευθυντή φωτογραφίας θα έπαιρνα τον Δημήτρη Θεοδωρόπουλο, που χρησιμοποίησα στην Καρδιά Του Κτήνους, για έναν και μόνο λόγο: επειδή η ταινία θα ήταν περιπετειώδης, θα ήθελα έναν διευθυντή φωτογραφίας ικανό να παίρνει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα ακόμα και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες. Θέλω δηλαδή έναν μουτζαχεντίν διευθυντή φωτογραφίας. Μουσικός στην ταινία αυτή θα ήταν ο Λουδοβίκος των Ανωγείων, γιατί η μουσική του έχει μια εύθυμη εσωστρέφεια, μια χαρούμενη θλίψη. Η μουσική του Λουδοβίκου αποτελεί ένα όχημα για να επιστρέφεις σε έναν εαυτό που έχεις ξεχάσει, αλλά είναι πάντα εκεί. Σαν βοηθό σκηνοθέτη θα επέλεγα τον Σκορσέζε, γιατί κάνει πάντα πολύ καλά τις σκηνές όπου ο ήρωας περνά στη δράση προκειμένου να υπερασπιστεί τις ηθικές του αξίες. Τον Κόπολα θα τον έπαιρνα βοηθό στην προηγούμενη ταινία, γιατί έχει μεγάλη ικανότητα στο να δείχνει με ποιητικό τρόπο σκηνές ωμού ρεαλισμού. Και ο Φελίνι θα μπορούσε να είναι βοηθός μου. Ο Φελίνι για το μαγικό ρεαλισμό και ο Σκορσέζε για τις σκηνές βίας και δράσης. Δεν θα τους φώναζα όμως, θα ήμουν ευγενικός μαζί τους.
Η τρίτη ταινία που θα γύριζα θα ήταν βασισμένη στο μυθιστόρημα του Μηνά Βιντιάδη «Το Δεξί Πόδι Του Θεού». Η ιστορία ενός ποδοσφαιριστή, ενός παιδιού από την επαρχία που φτάνει στην κορυφή του ποδοσφαίρου, αλλά τελικά καταρρέει. Το πρόβλημα του ανθρώπου αυτού είναι ότι ήταν περισσότερο ποιητής και καλλιτέχνης μέσα στο ποδόσφαιρο απ όσο άντεχε. Στο ρόλο του νεαρού ποδοσφαιριστή θα έπαιρνα τον Ιθαν Χοκ, ο οποίος νομίζω ότι έχει τη γοητεία του ανθρώπου της Ελλάδας την περίοδο του 70, αλλά και του διανοούμενου. Θα τη γύριζα καθαρά ντοκιμαντερίστικα, κάμερα στο χέρι δηλαδή, και η μεγάλη πρόκληση για μένα θα ήταν να κλέψω κινηματογραφικά τις σκηνές των γηπέδων τη στιγμή που είναι γεμάτα. Ολοι ξέρουμε ότι οι κινηματογράφος είναι μια τέχνη όπου οι λίγοι ξεπερνούν τους πολλούς. Ετσι, από κινηματογραφική άποψη για μένα αυτό είναι μια πρόκληση, να δώσεις την ψευδαίσθηση του γεμάτου σταδίου. Βέβαια, όταν ερχόταν η στιγμή του ποδοσφαίρου, θα το κινηματογραφούσα τηλεοπτικά. Στην τηλεόραση όταν βλέπουμε μπάλα, βλέπουμε το παιχνίδι, στη δική μου ταινία δεν θα βλέπαμε το παιχνίδι, θα βλέπαμε μέσα από τα μάτια του ποδοσφαιριστή το πώς ζει η μπάλα. Δηλαδή, όπως γράφει συγκεκριμένα το βιβλίο, όταν αυτός έκανε μια κεφαλιά, την έκανε σαν να της έδινε φιλί. Θα αντιμετώπιζα δηλαδή την μπάλα σαν μια ερωμένη. Μουσική γι αυτή τη ταινία θα έκανε ο Κώστας Λειβαδάς, καθώς η μουσική του συνδυάζει το δυναμισμό με το λυρισμό, κάτι που χαρακτηρίζει και τον ήρωα της ταινίας.
Τέλος, θέλω να κάνω ένα ντοκιμαντέρ για τον Κάρολο Γκούσταβ Γιούνγκ. Συγκεκριμένα, θα έκανα το βιβλίο του «Εισαγωγή Στην Ψυχοθεραπεία» για μία και μόνο φράση που γράφει: «όταν έρχονται οι άνθρωποι να μου ζητήσουν συμβουλές για τη ζωή τους, συνειδητοποιώ ότι δεν έχω τίποτα να τους πω και τότε αναγκάζομαι να καταφύγω σε παραμύθια». Αυτό δείχνει έναν άνθρωπο γενναίο και δυνατό απέναντι στο ψυχισμό των άλλων. Θα έβαζα τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο να διαβάζει αποσπάσματα από το βιβλίο και θα το έντυνα με εικόνες από αρχαίους ελληνικούς μύθους.






