• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Πώς να (μη) μεγαλώσεις

8 Ιούλ 2009 | Θέματα | 0 comments

Μoιάζει απίστευτo σήμερα, αλλά υπήρχε μια εποχή πoυ o Τζαντ Απατooυ όχι μόνo δεν σάρωνε με ευκoλία τo box office αλλά δε μπορoύσε καν να σταυρώσει σειρά πoυ να μην κόβεται πριν oλoκληρώσει την πρώτη της σεζόν. Μια από αυτές τις απoτυχίες, τo «Freaκs And Geeks», παραμένει τo καλλιτεχνικό απόγειo της καριέρας τoυ.
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Μoιάζει απίστευτo σήμερα, αλλά υπήρχε μια εποχή πoυ o Τζαντ Απατooυ όχι μόνo δεν σάρωνε με ευκoλία τo box office αλλά δε μπορoύσε καν να σταυρώσει σειρά πoυ να μην κόβεται πριν oλoκληρώσει την πρώτη της σεζόν. Μια από αυτές τις απoτυχίες, τo «Freaκs And Geeks», παραμένει τo καλλιτεχνικό απόγειo της καριέρας τoυ.


Από τον Θοδωρή Δημητρόπουλο


Περισσότερο συγγενές ως προς το πνεύμα ευαίσθητων κινηματογραφικών εφηβικών ημερολογίων παρά αντίστοιχων τηλεοπτικών νεανικών δραμάτων, το «Freaks And Geeks» επισκέπτεται τους διαδρόμους της μνήμης του δημιουργού Πολ Φέιγκ πίσω σε μια περίοδο δύσκολη, όχι μόνο για τον ίδιο αλλά και για μια ολόκληρη κοινωνία. Συνεχίζοντας στην παράδοση ενός «Αmerican Graffiti» (που μας γύρισε πίσω στα 60s) ή ενός «Dazed & Confused» (και τη ματιά του στα ξέφρενα 70s), η σειρά των Φέιγκ και Απατοου διαδραματίζεται στην κόψη δύο δεκαετιών, του70 και του 80, καθρεφτίζοντας την αβεβαιότητα μιας γενιάς πάνω σε μια ομάδα εφήβων οι οποίοι, χωρίς να είναι σίγουροι για το πώς να αυτοπροσδιοριστούν, ψάχνουν δειλά την ταυτότητά τους.


Διαδραματιζόμενη κατά τη σχολική περίοδο 80-81 σε προάστιο του Ντιτρόιτ, η σειρά μας εισάγει στον κόσμο της μέσω της οικογένειας Γουίαρ, δηλαδή του μικρού Σαμ και της έφηβης αδερφής του, Λίντσεϊ (η εξαιρετική Λίντα Καρντελίνι του «Βrokeback Μountain» και της «Εντατικής»), εστιάζοντας στον σχολικό τους περίγυρο και ιδιαίτερα στις δύο κοινωνικές του ομάδες.
Δηλαδή, από τη μία, στους σπασίκλες φίλους του Σαμ (οι κοινωνικά άβολοι Νιλ και Μπιλ) που επικοινωνούν μεταξύ τους με αναφορές στο «Star Wars» και έχουν ως ρουτίνα την κοινωνική τους γελοιοποίηση στα χέρια των δημοφιλέστερων συμμαθητών τους και, από την άλλη, στα φρικιά, τους «καμένους» τύπους που δε νοιάζονται για το σχολείο και για τον περίγυρό τους, τους οποίους προσεγγίζει η Λίντσεϊ στην προσπάθειά της να αποστασιοποιηθεί από την γυαλισμένη περσόνα του Καλού Κοριτσιού που προσπαθούν όλοι να της φορέσουν.


Στην παρέα των Ντάνιελ (ένας πολύ καλός Τζέιμς Φράνκο, πριν τον «Spider-Μan»), Κιμ, Κεν (o Σεθ Ρόγκεν, παιδάκι) και Νικ (ο άφοβος κωμικός Τζέισον Σίγκελ του «Οταν Με Παράτησε Η Σάρα») θα γνωρίσει έναν κόσμο που αγνοούσε, θα αγαπήσει πράγματα απαγορευμένα και θα αναζητήσει διστακτικά τα όρια του εαυτού της.

«Σήμερα βρήκα τον εαυτό μου να αναρωτιέται αν θα έπρεπε να δημιουργήσω ένα πραγματικά έξυπνο, ξεκαρδιστικό σόου που απλά τυχαίνει να αφορά καυτά μοντέλα», γράφει ο Απατοου στο υπέροχο ημερολόγιο παραγωγής του που δημοσιεύτηκε αρχικά στους Los Angeles Times τον Απρίλιο του 2000 (λίγες βδομάδες μετά το κόψιμο της σειράς) και ανατυπώνεται στο λεύκωμα που συνοδεύει την έκδοση σε DVD.
Αναφέρεται, φυσικά, στις δυσκολίες που αντιμετώπισε ως μέλος του δημιουργικού τιμ ενός πραγματικά έξυπνου, ξεκαρδιστικού σόου που έπαιζε με διαφορετικούς κανόνες και είχε να κάνει με οτιδήποτε άλλο παρά με καυτά μοντέλα.


Η από κοινού του επιλογή με τον Φέιγκ η ερμηνευτική ομάδα της σειράς να αποτελείται από πρόσωπα καθημερινά και συνηθισμένα δεν ήταν εύκολο να πουληθεί ούτε στο NBC, κανάλι όπου προβαλλόταν, αλλά ούτε και στο κοινό. Ο δημιουργός Φέιγκ, στου οποίου τις σχολικές εμπειρίες βασίζεται η σειρά σε πολύ μεγάλο βαθμό, ήθελε το έργο ζωής του να αποτελέσει μια εναλλακτική πρόταση απέναντι στις νεανικές σαπουνόπερες της λογικής του «Dawsons Creek», όπου οι έφηβοι χαρακτήρες μιλάνε με ωριμότητα πολύ πέραν των χρόνων τους και έχουν όλοι τους εμφάνιση μοντέλων.
Εψαξε και βρήκε ηθοποιούς όχι μόνο άγνωστους, αλλά κυρίως κόντρα στο πρότυπο του εφήβου που έσπρωχνε το Χόλιγουντ, ώστε για κάθε Τζέιμς Φράνκο του καστ να υπάρχουν τρεις σαν τον Σεθ Ρόγκεν.
Επέμεινε σε μια οπτική απαλής, γαλανής, σχεδόν ξεφτισμένης απόχρωσης αντί για κάτι αταίριαστα φωτεινό. Και πάλεψε με νύχια και με δόντια παρέα με τον Απατοου (τον οποίο το δίκτυο τοποθέτησε ως υπεύθυνο για το «τρέξιμο» της σειράς) ώστε το αποτέλεσμα να είναι απόλυτα φυσικό, ρεαλιστικό και πιστό ως προς τους ανθρώπους για τους οποίους -και στους οποίους- μιλούσε.


Σε μια network τηλεόραση όπου και οι καλύτερες σειρές πέφτουν θύματα συμβιβασμών, λογοκρισίας και της επιθυμίας των focus groups για χαρούμενο τέλος, ο ανεπανάληπτος θρίαμβος του «Freaks And Geeks» είναι ότι, με έναν μαγικό και ανεξήγητο τρόπο (που μάλλον πρέπει να χρεωθεί στη διπλωματία του πανούργου διαμεσολαβητή Απατοου), ποτέ δεν έκανε εκπτώσεις στο όραμα του δημιουργού του. Οι ήρωες του Φέιγκ δεν έχουν απαντήσεις για όλα.
Δεν έχουν την έξυπνη ατάκα στο τσεπάκι. Κάνουν λάθη και τα πληρώνουν. Δεν ανταλλάσσουν αυτοψυχαναλυτικά τσιτάτα. Ο ψυχισμός τους είναι για τους ίδιους περιοχή εξίσου ανεξερεύνητη με τον κόσμο γύρω τους. Αλλού πατούν κι αλλού βρίσκονται. Πέφτουν. Ξανασηκώνονται. Η μεγαλύτερη δημιουργική νίκη αφορούσε το δικαίωμα στην ήττα!

Κόντρα στις επιθυμίες των ανωτέρων τους, οι συγγραφείς δεν υπέκυψαν στην ευκολία της τσάμπα λύτρωσης: o Φέιγκ αρέσκεται στο να λέει πως οι μικρές, καθημερινές νίκες αυτών των περιθωριακών χαρακτήρων δεν ήταν παρά η επιμονή τους στο να αντιμετωπίζουν τις αναποδιές τους με χιούμορ και με την ελπίδα πως κάτι καλύτερο ξημερώνει. Το κοινό όμως φυσικά δεν ανταποκρίθηκε, συνηθισμένο όπως ήταν σε πιο εύπεπτες ιστορίες γελοιωδώς όμορφων 28χρονων-στο-ρόλο-16χρονων, φωτογραφημένων με λαμπερά χρώματα και ροδαλά μαγουλάκια και με μεγαλύτερο φλέγον ζήτημα το τελευταίο ένοχο μυστικό για το ποιος πρόδωσε ποιον και γιατί.











Με μια αύρα κοψίματος του σόου να περιτριγυρίζει την παραγωγή από την πρώτη στιγμή, οι Φέιγκ & Απατοου εκμεταλλεύθηκαν την δημιουργική τους ελευθερία και πέταξαν στον καμβά όλα τους τα χρώματα, μην κρατώντας τίποτα πίσω για τη δεύτερη σεζόν που δεν ήρθε ποτέ. Εβαλαν χαρακτήρες να καπνίσουν μαριχουάνα. Μπήκαν στα φτωχά και διαλυμένα τους σπιτικά. Εστίασαν στις ευκαιριακές επιθυμίες-αντίδραση στη γονεϊκή πίεση. Μίλησαν για το κενό μεταξύ των γενεών, αρνούμενοι να χρωματίσουν αρνητικά οποιαδήποτε εκ των πλευρών. Κρυφοκοίταξαν τα βιαστικά πρώτα φιλιά των ηρώων τους και τη διερεύνηση της σεξουαλικότητάς τους.
Αφηγήθηκαν ιστορίες που κανείς δεν περίμενε ποτέ οτι θα έβλεπε στην ελεύθερη τηλεόραση, όπως τον Κεν να ανακαλύπτει ότι η κοπέλα που του αρέσει διαθέτει γεννητικά όργανα και των δύο φύλων, σε ένα τολμηρό και ευαίσθητο επεισόδιο που αναγνωρίστηκε και από την ένωση GLAAD (η οποία σε ετήσια βάση βραβεύει εκείνα τα καλλιτεχνικά επιτεύγματα που χειρίζονται με εξέχοντα τρόπο ζητήματα που άπτονται της ομοφυλοφιλικής κοινότητας και της αντιμετώπισής της από το mainstream).


Είναι μεγάλο ευτύχημα λοιπόν που μέσα στην παράνοιά τους για το αναπόφευκτο κόψιμο, οι Φέιγκ και Απατοου γύρισαν το τελευταίο τους επεισόδιο εκτός της προκαθορισμένης σειράς παραγωγής (δηλαδή πριν από πολλά ενδιάμεσα επεισόδια), ώστε να μην βρεθούν με μια ατελή δημιουργία στα χέρια τους. Μεγάλο ευτύχημα επειδή, χάρη στον τρόπο με τον οποίο δε νοιάζεται στο ελάχιστο να βάλει τελεία στην ιστορία των ηρώων του, το «Freaks And Geeks» μπορεί κάλλιστα και να παρέδωσε το πιο αληθινό φινάλε σειράς στην ιστορία της τηλεόρασης.


Γραμμένο και σκηνοθετημένο από τον Φέιγκ (και υποψήφιο για Emmy Σεναρίου περίπου ενάμιση χρόνο αφού γυρίστηκε), βάζει τους χαρακτήρες του να δοκιμάσουν νέες γεύσεις, νέους ρόλους, νέες περσόνες. Είναι όσο αβέβαιοι ήταν πάντοτε, δεν έχουν ιδέα για το τι μέλλει γενέσθαι, παρά το ανακαλύπτουν βήμα με το βήμα. Η σειρά δεν χτίζει προς μια χορογραφημένη δραματουργική κορύφωση, αλλά σαν να ήταν ψηφιδωτό ολοκληρώνει μια εικόνα τού τι σημαίνει να μεγαλώνεις στo περιθώριο.

Μέρα με τη μέρα, ήττα με την ήττα, χαμόγελο με το χαμόγελο. Στην πιο σημαδιακή σκηνή ολόκληρης της σειράς, η Λίντσεϊ, κατόπιν παρότρυνσης από έναν -πρώην χίπη- καθηγητή της, βάζει στο πικάπ το αριστουργηματικό άλμπουμ «Αmerican Βeauty» των Grateful Dead. Ελπίζει πως θα τη βοηθήσει, όπως βοήθησε κάποτε εκείνον να βρει το δρόμο του. Είναι απογοητευμένη, όχι γι αυτό που είναι, αλλά για όλα όσα οι άνθρωποι που την αγαπούν την θέλουν να είναι και αυτή δεν ξέρει πώς να τους τα δώσει. Δεν έχει ιδέα πώς έχει φτάσει σε αυτό το δίλημμα, σε ένα δίλημμα που (της λένε ότι) θα κρίνει (φυσικά) όλο της το μέλλον. Η κιθάρα αρχίζει να παίζει. Λίγα δευτερόλεπτα μέσα στο πρώτο κομμάτι, το «Βox Οf Rain» (από το οποίο προέρχονται και οι στίχοι που συνοδεύουν αυτό το κείμενο), η Λίντσεϊ ξέρει επιτέλους ποια είναι.



Το μεστό μοντάζ διαχέει κάθε κάδρο μέσα στο επόμενο και, χρησιμοποιώντας όχι λέξεις αλλά μόνο νότες, και με συναισθήματα να διαπερνούν κάθε μόριο της ύπαρξής της, η υπέροχη Λίντα Καρντελίνι και ο Πολ Φέιγκ μιλάνε κατευθείαν στην καρδιά όσων υπήρξαν ποτέ έφηβοι σε αναζήτηση της ταυτότητάς τους.

Σαν ένας από τους άβολους νεαρούς των οποίων τη ζωή ακολουθεί, έτσι και το ίδιο το σόου αγνοήθηκε από τους συμμαθητές του τη σχολική περίοδο 1999-2000, οπότε και προβλήθηκε για λιγοστές και διάσπαρτες εβδομάδες, όντας το χαμηλότερο σε θεαματικότητα σόου του NBC για την χρονιά.

Οι καθηγητές του το αγάπησαν με πάθος: το ΤΙΜΕ το ανακήρυξε καλύτερο σόου της σεζόν, Entertainment Weekly και Rolling Stone ακολούθησαν από κοντά. Και του πήρε κάποια χρόνια αλλά βρήκε τη θέση του ανάμεσα σε ανθρώπους που το καταλαβαίνουν και το αγαπούν, στο πάνθεον της σύγχρονης τηλεοπτικής ιστορίας. Κυριότερα, βαθιά φυλαγμένο στις καρδιές εκείνων που σ’ αυτό αναγνώρισαν κομμάτια της ψυχής τους. Και ανοίγοντας το δρόμο για την αναγέννηση της αμερικάνικης κινηματογραφικής κωμωδίας στα χέρια του Τζαντ Απατοου και της ομάδας του, που σταθερά παραδίδουν διόλου χοντροκομμένο εφηβικό χιούμορ με ενήλικη προσέγγιση. Ο Φέιγκ μάλλον δε θα ενέκρινε, αλλά στην ιστορία του πιο μεγάλου από τους ήρωες που δημιούργησε, του ίδιου του έργου ζωής του, καταγράφεται η πιο θριαμβευτική νίκη όλων. Εκείνη επί του ίδιου του χρόνου.







Το όνομά μου είναι Πολ Φέιγκ

Αν και οι πιο φανατικοί του Απατοου συμφωνούν πως ό,τι έκανε στην καριέρα του μετά το «Freaks Αnd Geeks» ποτέ δεν κατάφερε να το ξεπεράσει, η αιτία μάλλον βρίσκεται στη μη συμμετοχή του Πολ Φέιγκ. Ο οποίος, σε μια σοκαριστικά και άδικα χαραμισμένη καριέρα, φαίνεται να αρκείται στον τίτλο ενός εκ των καλύτερων τηλεοπτικών σκηνοθετών (τα credits του συμπεριλαμβάνουν τα «Μad Μen», «Τhe Οffice» και «Weeds»), μη έχοντας δανείσει την ευαισθησία και την αλήθεια της πένας του σε οποιοδήποτε πρότζεκτ μετά το κόψιμο της σειράς του. Η μόνη εξήγηση που βγάζει νόημα είναι ότι, πολύ απλά, τα είπε όλα.


Η ομάδα Απατοου


Τζαντ Απατοου: Ο «Παρθένος Ετών 40» και το «Με Την Πρώτη» είναι δύο από τις σημαντικότερες κωμωδίες των 00s, έχοντας ουσιαστικά δημιουργήσει ένα δικό τους είδος (έχει χαρακτηριστεί slacktire, αντρική κομεντί, dick flick- με δυο λόγια, μια γυναικεία ταινία φτιαγμένη από άντρες για άντρες), ενώ το «Superbad» θα κατέχει για τους τωρινούς εφήβους τη θέση που έχουν σήμερα οι ταινίες του Τζον Χιουζ για τη γενιά των 80s.


Τζέιμς Φράνκο Ο μόνος με ουσιαστική επιτυχία κι εκτός του κυκλώματος Απατοου, ο Φράνκο έπαιξε στην τριλογία «Spider-Μan» πριν επιστρέψει στο κωμικό εργοστάσιο για τη «Φούντα Εxpress». Το 2008 ήταν η καλύτερη χρονιά της πλούσιας καριέρας του, με μια υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα για τη μαστουροκωμωδία του Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν, καθώς και τη βράβευσή του με το Independent Spirit Award ΒΑντρικού Ρόλου για την εξαιρετική του εμφάνιση στο «Μilk» του Γκας βαν Σαντ δίπλα στο πλευρό του Σον Πεν.


Σεθ Ρόγκεν: Ο μελλοντικός σταρ που θα μπορεί να χρεωθεί αποκλειστικά στον Απατοου. Συνέγραψε τα «Superbad» και «Φούντα Εxpress» και έγινε το πρόσωπο μιας διαφορετικής ευαισθησίας κωμικής σχολής χάρη στον πρωταγωνιστικό του ρόλο στο «Με Την Πρώτη». Και όσο περιμένουμε την παρουσία του στην τρίτη σκηνοθετική δουλειά του Απατοου (το «Funny Ρeople» του ερχόμενου καλοκαιριού) παρατηρούμε με ενδιαφέρον τα μικρά αλλά σταθερά βήματα που κάνει ως ανεξάρτητος κωμικός σταρ: δανείζοντας τη φωνή του σε μια σειρά από επιτυχημένα animation της Dreamworks, πρωταγωνιστώντας στο «Ζακ και Μίρι» του Κέβιν Σμιθ ή, κυρίως, γράφοντας και πρωταγωνιστώντας στην επερχόμενη μεταφορά του «Green Ηornet» που πέρασε από ένα σωρό χέρια μέσα στη δεκαετία μέχρι να καταλήξει στα δικά του.


Τζέισον Σίγκελ: Ο πιο χαρακτηριστικός ρόλος της καριέρας του άφοβου κωμικού είναι εκείνος του πολύ καλού sitcom «Ηow Ι Met Your Μother», αλλά και με τον Απατοου έχει να επιδείξει ωραίες συνεργασίες, με έναν χαρακτηριστικό β ρόλο στο «Με Την Πρώτη» και τον πρωταγωνιστικό στο «Οταν Με Παράτησε Η Σάρα», το οποίο και έγραψε. Θα πρωταγωνιστήσει και στην επόμενη ταινία του Νίκολας Στόλερ (σκηνοθέτης της «Σάρα», όσο και του «Freaks & Geeks»), φυσικά κι αυτή σε παραγωγή Απατοου.


Μάρτιν Σταρ: Δεν έχει την εμφάνιση που θα του επέτρεπε να γίνει ποτέ πρωταγωνιστής (ακόμα και για τα δεδομένα της ομάδας αυτής) αλλά ο ξεκαρδιστικός Σταρ έχει εμφανιστεί σε μικρούς ρόλους σχεδόν σε οτιδήποτε έχει κάνει ο Απατοου στα χρόνια που ακολούθησαν το «Freaks & Geeks».






info:
Η σειρά κυκλοφορεί σε σπουδαία έκδοση από την Shout! Factory όπου εκτός από 23 ηχητικούς σχολιασμούς και δύο δισκάκια με ό,τι πρόσθετο υλικό μπορεί ποτέ να φανταστήκατε στη ζωή σας, υπάρχει μια 80σέλιδη συνοδευτική έκδοση γεμάτη σπάνιο φωτογραφικό υλικό, κείμενα από τον Φέιγκ, τον Απατοου και άλλους ανθρώπους που δούλεψαν στο σόου, κριτικές αναλύσεις, σενάρια που θα ήθελαν να αναπτύξουν οι σεναριογράφοι αν συνεχιζόταν η σειρά, trivia και πολλά ακόμη. Και όλο αυτό πακεταρισμένο σε μορφή σχολικού λευκώματος.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ