Ο ιρανικός κινηματογράφος, όχι άδικα, θεωρείται από πολλούς το σημαντικότερο κινηματογραφικό ρεύμα που ξεπήδησε μέσα στη δεκαετία του 90 κάτι που επιβεβαιώνεται και από την πληθώρα των βραβείων που έχουν αποσπάσει οι ιρανικές ταινίες στα διεθνή φεστιβάλ. Η ανοδική πορεία του ιρανικού σινεμά ξεκινά μετά το τέλος του “πατριωτικού” πολέμου με το Ιράκ όταν μια νέα γενιά σκηνοθετών συναντιέται με το έργο των παροπλισμένων από το παλαιό καθεστώς δασκάλων της (Κιαροστάμι, Μαχμαλμπάφ) και αρχίζει να αναζητά το δικό της τρόπο παρέμβασης στις ραγδαίες κοινωνικές εξελίξεις.
Σε μια χώρα που ζει στους ρυθμούς της “ισλαμικής επανάστασης” το σινεμά αποτελεί όργανο “διαπαιδαγώγησης”. Για το Ισλάμ, κυρίαρχη θρησκεία αλλά και φιλοσοφία στο Ιράν, τα εγκόσμια και η καθημερινότητα αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο. Το ζητούμενο λοιπόν για το επίσημο κράτος ήταν η δημιουργία ενός κοινωνικού κινηματογράφου “ισλαμικής καθαρότητας” αλλά και υψηλής αισθητικής, ικανό να περάσει τα γεωγραφικά όρια της χώρας και να αποτελέσει τον καλύτερο πρεσβευτή στο εξωτερικό, για ένα καθεστώς σε σχεδόν παγκόσμια απομόνωση.
Ο δεύτερος καθοριστικός παράγοντας που διαμόρφωσε το ιρανικό σινεμά, αισθητικά και θεματικά, ήταν και παραμένει η λογική της ανάγκης. Η επανάσταση διέλυσε την κινηματογραφική βιομηχανία, ο μακροχρόνιος πόλεμος με το Ιράκ και οι “παγωμένες” σχέσεις με τη Δύση περιόρισαν τα κονδύλια που το κράτος, ως μοναδικός χρηματοδότης, μπορούσε να διαθέσει για τον πολιτισμό.
Οι ταινίες λοιπόν αναγκαστικά θα γίνονταν με ελάχιστα χρήματα και μέσα. Η προφανής λύση ήταν τα γυρίσματα σε φυσικούς χώρους και η χρήση ερασιτεχνών ηθοποιών και μικρών συνεργείων, στα πρότυπα του ιταλικού νεορεαλισμού της δεκαετίας του 40, ενός σινεμά στο οποίο οι Ιρανοί σκηνοθέτες αναφέρονται συχνά ως πηγή έμπνευσης.
Μέσα σε αυτό το σχεδόν ασφυκτικά καθορισμένο πλαίσιο η μοναδική επιλογή για τους δημιουργούς ήταν να τοποθετήσουν στο κέντρο των ιστοριών τους τον καθημερινό άνθρωπο και τις ιστορίες του. Αποκλεισμένοι σχεδόν από τη δυτική κουλτούρα, άντλησαν έμπνευση από την ποίηση, την πιο παραδοσιακή μορφή τέχνης στο Ιράν, με ιστορία 2500 χρόνων. Αυτό ίσως εξηγεί την προσήλωση των σκηνοθετών σε συγκεκριμένους αφηγηματικούς κανόνες αλλά και τον πρωταγωνιστικό σχεδόν ρόλο της φύσης, τόσο ως σκηνικό όσο και ως δραματουργικό εργαλείο.
Παράλληλα, η εικονογραφία τους παραμένει λιτή, σχεδόν μινιμαλιστική, χωρίς ιδιαίτερη έμφαση στο φορμαλισμό και στην πλαστικότητα των πλάνων, που πολλές φορές μοιάζουν τραχιά, σχεδόν ακατέργαστα. “Αναγκασμένοι” να κινηματογραφήσουν το “μικρό” και το τετριμμένα καθημερινό, αυτό που ίσως περνάει απαρατήρητο από τα δικά μας μάτια, εντρυφούν σε πανανθρώπινες αγωνίες με αφοπλιστική απλότητα (Η Γεύση του Κερασιού, Να Ζει Κανείς ή να μη Ζει;)Μητρική Αγάπη), ανοίγονται υπόγεια στην αλληγορία και τη μεταφορά ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσουν πολυδιάστατους, οικουμενικά αναγνωρίσιμους χαρακτήρες με σάρκα και οστά (Το Χρώμα του Παραδείσου), επιβεβαιώνοντας περίτρανα ότι σημασία δεν έχει τι κοιτάζεις αλλά πώς το (ξανά)κοιτάζεις.
Αν κανείς επιχειρήσει να συνοψίσει την προβληματική της ιρανικής παραγωγής, πιθανότατα θα αναφερθεί σε δύο άξονες: τη βαθιά ουμανιστική ματιά στον ανθρώπινο αγώνα ενάντια στις αληθινά αντίξοες συνθήκες ζωής σε μια φτωχή χώρα που αναζητά την ταυτότητά της, και την πίστη σε ένα διαφορετικό αύριο που χτίζεται τώρα και στο οποίο το σινεμά και οι ιδέες γενικότερα μπορούν ακόμη να συνεισφέρουν. Σε αυτό τον δεύτερο άξονα εντάσσεται μια ολόκληρη σειρά ταινιών που δίνουν τη δική τους μάχη για τη βελτίωση της θέσης της γυναίκας στην ιρανική κοινωνία (Σάρα, Λεϊλά, Η Γυναίκα με το Πέπλο).
Τολμήστε λοιπόν τη γνωριμία με μια άγνωστη χώρα και την ανακάλυψη ενός σινεμά που σφύζει από ζωή, έχει δικιά του ταυτότητα και εικόνες μοναδικές που μας αναγκάζουν να σταθούμε και να κοιτάξουμε εκεί που μέχρι πρότινος φανταζόμασταν ότι δεν υπάρχει τίποτε.
Λευτέρης Αδαμίδης
Masterclass του Ρομέν Γαβράς στην Στέγη Ιδρύματος Ωνάση
Με αφορμή την ελληνική πρεμιέρα της ταινίας “Sacrifice” («Θυσία») και λίγες μέρες πριν βγει στις αίθουσες, το enfant terrible του…





