Επιχειρώντας μια νέα κινηματογραφική προσέγγιση στο μύθο του Πλανήτη των Πιθήκων, ο Τιμ Μπάρτον βρέθηκε αντιμέτωπος όχι μόνο με τη φήμη της κλασικής πρωτότυπης ταινίας και τα πιο απαιτητικά γυρίσματα της καριέρας του αλλά και την θέλησή του να μεταμορφώσει τους πρωταγωνιστές του σε πειστικούς και αληθοφανείς. . . πιθήκους.
“Δε ζεσταίνει και δεν ερεθίζει το πρόσωπό μου με οποιονδήποτε τρόπο. Συνήθως πηγαίνω στο τροχόσπιτο του μακιγιάζ, βλέπω καμία ταινία στο βίντεο ή κοιμάμαι, κι όταν ξυπνάω είμαι ο Αταρ. Το μακιγιάζ είναι έξοχα κατασκευασμένο, αφού σου επιτρέπει να χρησιμοποιείς κάθε έκφραση του προσώπου σου. Αρκεί να το εμπιστευτείς”. Ο Μάικλ Κλαρκ Ντάνκαν έμαθε να αντιμετωπίζει την περίπλοκη εφαρμογή τού αριστοτεχνικού μακιγιάζ του – έξι φορές βραβευμένου με Οσκαρ – Ρικ Μπέικερ σαν μοναδική εμπειρία (και όχι σαν ταλαιπωρία) .
Με καθημερινό εγερτήριο 2:30 τα ξημερώματα, πρωταγωνιστές και κομπάρσοι, οι οποίοι αποτελούσαν τον πληθυσμό της “Πιθηκούπολης”, έκαναν ασκήσεις… ακινησίας επί τέσσερις συνεχείς ώρες. Ο Μπέικερ και το επιτελείο του τους εφοδίαζαν με πεταχτά δόντια και αφτιά, πρόσθετο πρόσωπο από ειδικό latex, καθημερινά φρεσκοβαμμένη επιδερμίδα και αμέτρητες τρίχες. Στις 5 το πρωί το σετ γέμιζε με υπέρ-εξελιγμένους, λαλίστατους πιθήκους όλων των ειδών (χιμπατζήδες, γορίλες, ουραγκοτάγκους), έτοιμους να κατακλύσουν το βουνίσιο, πνιγμένο στο πράσινο βασίλειο, που έχτισε ο _ επίσης βραβευμένος με Οσκαρ _ Ρικ Χάινρικς (Ο Μύθος του Ακέφαλου Καβαλάρη), αντλώντας έμπνευση από τις αρχαίες πόλεις των Αζτέκων και των Ινκας.
Οταν οι κάμερες ήταν στο ON τίποτα στις κινήσεις και τις χειρονομίες τους δεν πρόδιδε τον άνθρωπο μέσα τους. Ο Τέρι Νόταρι, πρώην αστέρι του τσίρκου, τους είχε εκπαιδεύσει για ένα ολόκληρο μήνα (πριν από την έναρξη των γυρισμάτων) ώστε να συμπεριφέρονται και να αντιδρούν ως γνήσιοι πίθηκοι. “Για να τα καταφέρω” εξομολογείται γελώντας η Κάρτερ “φανταζόμουν διαρκώς ότι είχα μια… γεμάτη πάνα ανάμεσα στα πόδια μου και έπρεπε να προσέχω να μη χυθεί τίποτα”! Οταν οι κάμερες ήταν στο OFF το σετ μεταμορφωνόταν σε ένα άκρως σουρεαλιστικό τόπο. Κάποιοι αποχωριζόντουσαν τα ζωικά πόδια και χέρια τους για να ξεκουράσουν τα ανθρώπινα μέλη τους. Κάποιοι άλλοι έπαιρναν το κολατσιό τους με μακριά γιαπωνέζικα ξυλάκια και τη βοήθεια καθρέφτη: για να μπορούν να εντοπίσουν το στόμα τους πίσω από τη μάσκα και να “στοχεύσουν” σωστά. Η Ελενα Μπόναμ Κάρτερ και ο Τιμ Ροθ έκαναν αργά, αργά, τελετουργικά τα τσιγάρα τους, για να μη βάλουν φωτιά στο πρόσωπό τους, ενώ ο Τιμ Μπάρτον άφηνε προσεχτικά, τρυφερά φιλιά στα πιθηκίσια χείλη της αγαπημένης του Λίζα Μαρί. “Είναι παράξενη αίσθηση” παρατηρεί, “αλλά ξέρω τι βρίσκεται από κάτω” .
Παρά την ταλαιπωρία και τα εξουθενωτικά ωράρια κανείς δε μετάνιωσε για την απόφαση να χρησιμοποιηθούν ηθοποιοί με μακιγιάζ και όχι ψηφιακοί πίθηκοι. Το σκεπτικό του Μπάρτον ήταν πως μερικοί καλοί ηθοποιοί θα μπορούσαν να συνθέσουν κάποιους αξέχαστους χαρακτήρες με το σθένος των ερμηνειών τους. Ετσι ήλπιζε να μειώσει την απόσταση που χώριζε το προσωπικό του όραμα από τον εκθαμβωτικό εμπορικό θρίαμβο που ονειρευόταν η Fox. Το αποτέλεσμα τον δικαίωσε, έστω κι αν όχι απόλυτα. . .
Απόσπασμα από το άρθρο της Ιωάννας Παπαγεωργίου που δημοσιεύεται στο τεύχος 128 του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ.






