Πρόκειται για τον άνθρωπο που μας έδωσε τέσσερα χρόνια πριν τον «Γιο του Σαούλ», ένα από τα πιο εμφατικά ντεμπούτα όλων των εποχών το οποίο αποθεώθηκε στις Κάννες και τιμήθηκε δικαιότατα με Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.
Αυτονόητα λοιπόν, η παρουσία του στο 59ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την πρεμιέρα της νέας του ταινίας με τίτλο «Sunset» («Δύση Ηλίου») αποτέλεσε μοναδική ευκαιρία προκειμένου να συζητήσουμε με τον 41χρονο Ούγγρο δημιουργό για το τελευταίο του εγχείρημα, το επίμονο ενδιαφέρον του για τον γεμάτο αντιφάσεις 20ο αιώνα, το ιδιαίτερο σκηνοθετικό του στυλ, τις επιρροές του και πολλά ακόμα.
Πριν σας παραδώσουμε ωστόσο στα ενδότερα της ιδιαίτερα πυκνής συνέντευξης που μας παραχώρησε ο Νέμες, να σημειώσουμε ότι το «Sunset» διαδραματίζεται στη Βουδαπέστη του 1913, λίγο πριν ξεσπάσει ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος και επικεντρώνεται στην προσπάθεια μιας νεαρής να πιάσει δουλειά στο πολυτελές πιλοποιείο που φέρει το όνομα των νεκρών γονιών της. Στην πορεία ωστόσο θα βρεθεί αντιμέτωπη με το ακριβές βάθος του οικογενειακού της δράματος, την ώρα που η παρουσία της σε μια πόλη που μοιάζει με καζάνι που βράζει θα αποδειχθεί καταλυτική. (Αναλυτική κριτική της ταινίας εδώ).

Η υπόθεση της ταινίας τοποθετείται χρονικά στη δύση της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας. Τι είναι εκείνο που σε έκανε να επικεντρωθείς στη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο και τι πιστεύεις ότι τη συνδέει με το σήμερα;
Για μένα, παραμένει ακόμα μυστήριο ο τρόπος με τον οποίο η Ευρώπη κατέληξε να αυτοκτονήσει [μέσα στον 20ο αιώνα]
Πρώτα από όλα διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τον 20ο αιώνα. Ό,τι συνέβη τότε, στην αυγή του νέου αιώνα, στην καρδιά της Ευρώπης, καθόρισε τόσα πολλά όσον αφορά το σήμερα. Στην πραγματικότητα, ο 20ος αιώνας είναι εκείνος που μας έχει διαμορφώσει. Επίσης [εκείνο που μου τράβηξε το ενδιαφέρον είναι] το γεγονός ότι ο σπουδαίος αυτός πολιτισμός, όπως τουλάχιστον σχηματιζόταν ως και την αυγή του 20ου αιώνα, εμπεριείχε ήδη στον πυρήνα του τον σπόρο της ίδιας του της καταστροφής. Ακόμη, με ενδιέφερε το πόσο άλυτα δεμένες ήταν τότε μεταξύ τους η τάση για δημιουργία με την τάση για καταστροφή.
Νομίζω ότι εκείνο που με απασχολούσε περισσότερο ήταν η γέννηση του 20ου αιώνα, το τι μας έφερε ως εδώ, μετά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και της βιομηχανικής κλίμακας μαζικές δολοφονίες που επιστράτευαν γνώση και τεχνολογία με σκοπό να καταδυναστεύσουν και να σκοτώσουν.
Ο θάνατος είναι κάτι που με συναρπάζει στη ζωή μου, γιατί μεγάλωσα στο τέλος της κομμουνιστικής εποχής, τότε που είχα ακόμη πρόσβαση σε άτομα που είχαν ζήσει ολόκληρο τον 20ο αιώνα. Για μένα, παραμένει ακόμα μυστήριο ο τρόπος με τον οποίο η Ευρώπη κατέληξε να αυτοκτονήσει [μέσα στον 20ο αιώνα], και ήθελα να μπω σε αυτόν τον προσωπικό λαβύρινθο, ώστε να αναζητήσω τις αόρατες εκείνες δυνάμεις που υπήρχαν όχι μόνο μέσα στον πολιτισμό αλλά και μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο.
Λες ότι σε συναρπάζει ο 20ος αιώνας, όμως υπάρχει κάτι που να σε συναρπάζει στο σήμερα; Σε ενδιαφέρει να κάνεις ταινία τοποθετημένη στη σημερινή εποχή;
Φαντάζομαι ότι τελικά κάνω ταινίες και για το τώρα αλλά και πάλι, αν κάνεις τώρα μια ταινία για το σήμερα σε είκοσι χρόνια από τώρα αυτή θα είναι παρελθόν. Για μένα το παρόν είναι πολύ σχετικό. Είμαστε τόσο ερωτευμένοι με τους εαυτούς μας που νομίζουμε ότι το παρόν είναι τα πάντα, όμως αντί να το ζούμε, προβάλλουμε σε αυτό μια εξιδανικευμένη εικόνα που έχουμε για εμάς, δίχως όμως να διατηρούμε κάποια σύνδεση με το παρελθόν, χωρίς να έχουμε αίσθηση της Ιστορίας. Έτσι πρόκειται για μια ναρκισσιστική προσέγγιση του τώρα, που νομίζω ότι μπορεί να επιφέρει μεγάλες καταστροφές.
Και το «Sunset» είναι μία ταινία και για αυτό κατά κάποιον τρόπο, για εκείνη την τάση για αυτοκαταστροφή. Είναι κάτι που μπορεί να μην το βλέπουμε, όμως ακόμα και τα πιο όμορφα πράγματα γύρω μας μπορεί να περιέχουν τους σπόρους του αφανισμού μας.

Ας περάσουμε τώρα στη χρήση της κάμερας στις ταινίες σου και στον τρόπο που αυτή γραπώνεται από τον εκάστοτε πρωταγωνιστή. Τι σημαίνει για εσένα αυτή η αισθητική επιλογή; Την αναγνωρίζεις ως σήμα κατατεθέν σου;
Με ενδιαφέρουν λιγότερο οι ιστορικές ταινίες που έχουν εκείνη την κλασική φόρμα, που δίνουν στο κοινό ένα manual της κάθε εποχής, που ξέρεις ακριβώς ποια είναι τα γεγονότα. Περισσότερο με ενδιαφέρει να πηγαίνω στα αθέατα σημεία της Ιστορίας, τότε που συμβαίνουν γεγονότα για τα οποία ελάχιστα γνωρίζουμε. Είναι περισσότερο στην ατμόσφαιρα όλα. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι με ενδιαφέρει πολύ το υποκειμενικό σινεμά, το σινεμά δηλαδή που εγκαθιδρύει πολύ στενή σχέση με τον βασικό χαρακτήρα και που βλέπει μέσα από τα μάτια της εν προκειμένω τον κόσμο γύρω της. Στην προκειμένη περίπτωση είναι ένας κόσμος γεμάτος στρώσεις και παραπετάσματα και εμπόδια και όπως σε ένα λαβύρινθο, δεν μπορείς να ξέρεις το σωστό μονοπάτι. Προσπαθείς να είσαι μέσα στη ζωή ενός ατόμου και όχι να παίρνεις τη θέση ενός εξωτερικού παρατηρητή. Φαντάζομαι πως με ενδιαφέρει αυτό ως αντίσταση σε εκείνη την αντικειμενικότητα που ο κινηματογράφος καθιέρωσε με τα χρόνια, νομίζω λόγω του φόβου μήπως χάσει κοινό. Έτσι θέλω να θέτω πρόκληση στο κοινό μου, να σκέφτεται περισσότερο για το τι είδε. Αυτό ψάχνω…
Την υποκειμενική αλήθεια;
Τα όρια της υποκειμενικότητας. Και είναι ενδιαφέρον γιατί η τέχνη τα τελευταία 100 χρόνια ζητούσε όλο και περισσότερο την ειρωνεία, μία ασφαλή θέση για να στοχαστεί από απόσταση. Όμως εγώ ενδιαφέρομαι να είμαι μέσα στον ανεμοστρόβιλο, όταν πρέπει να χάσεις κάπου τον έλεγχο, επειδή οι ζωές μας δεν είναι πάντα υπό έλεγχο ούτε έχουμε πρόσβαση στα πάντα. Ακόμα και σε ό,τι έχει να κάνει με την ψυχολογία των χαρακτήρων, ο κινηματογράφος δεν έχει πάντα πρόσβαση στην ψυχολογία τους, αν το καλοσκεφτείς.

Μιλώντας για ψυχολογία, στον «Γιο του Σαούλ» ο πρωταγωνιστής κινητοποιείται από την ενοχή, όπως και η Ίρις εδώ στο «Sunset». Αποτελεί το στοιχείο της ενοχής σημείο κλειδί για το σινεμά σου;
Ποτέ κανείς δε μου έκανε αυτή την ερώτηση. Ενδιαφέρον, δεν το έχω σκεφτεί ποτέ αυτό… [σ.σ. ακολουθεί μεγάλη παύση] Ίσως, πρέπει να το σκεφτώ, καλή ερώτηση… Υπάρχει ένα είδος εμμονής και στους δύο ήρωες, ενώ υπάρχουν καταστάσεις οι οποίες δε μπορούν να αναιρεθούν, αυτό είναι σίγουρο. Δε μπορείς πάντα να αλλάξεις. Είναι ενδιαφέρουσα αυτή η εμμονή να αλλάξεις κάτι που δε γίνεται να αλλάξει, κι όμως υπάρχει αυτή εμμονή παρόλα αυτά. Οπότε υποθέτω πως και αυτό έχει να κάνει με τον υποκειμενισμό, μερικές φορές δε μπορούν όλα να μπουν σε λόγια και πράξεις και να εκλογικευθούν. Υπάρχουν δυνάμεις που είναι πιο δύσκολες να κατανοήσουμε, που είναι πέρα από τον έλεγχό μας. Αυτό έχει να κάνει με την ανθρώπινη φύση, νομίζω…
Και στις δύο ταινίες συναντάμε δύο ήρωες να προσπαθούν να δραπετεύσουν από ένα καφκικό σύμπαν. Πέραν από τον Κάφκα, ποιες άλλες επιρροές είχες όταν γύριζες το «Sunset»;
Έχω αναφέρει κάπου τον Κάφκα;
Νομίζω το έκανες στη Βενετία.
Ρωτάω γιατί ήθελα να ξέρω αν ήταν και δική σου εντύπωση βλέποντας την ταινία.
Ήταν, όντως.
Είναι παράξενο γιατί ο Κάφκα είχε όντως μεγάλη επίδραση σε μένα. Νομίζω ότι αυτό το διαρκές εμπόδιο, αυτό το κάτι σαν τοίχος που ορθώνεται μπροστά στον κεντρικό χαρακτήρα και που εκείνος δε μπορεί να ξεπεράσει, έχει να κάνει πολύ με την ανθρώπινη φύση. Δεν υπάρχει πάντα τρόπος να το ξεπεράσεις, ή να περάσεις μέσα απ’ τον τοίχο. Και νομίζω ότι γι αυτό είχα αναφερθεί και τότε στον Κάφκα, κάπως ασυναίσθητα ίσως, ακριβώς επειδή αποτελεί μια παράδοση βαθιά ριζωμένη στην κεντρική Ευρώπη. Επειδή εκείνος αφουγκραζόταν κάτι πολύ συγκεκριμένο που αφορούσε την καρδιά της Ευρώπης, κάτι που το βρίσκω να είναι τρομερά ενδιαφέρον.
Όμως για παράδειγμα και «Ο Σωσίας» του Ντοστογιέφσκι με επηρέασε [για το «Sunset»]. Επίσης, με απασχόλησε πολύ εδώ και «Η Αυγή» του Μουρνάου, με όλες εκείνες τις προσδοκίες και την απόγνωση που αποτυπώνονται στην ταινία και που αφορούν στον πολιτισμό μας, αλλά και στην ικανότητά μας να πατρονάρουμε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σκέφτονται.

Είδα και σε άλλες συνεντεύξεις ότι πολλοί σε ρωτάμε για τη «Δύση Ηλίου» σε σχέση με τον «Γιο του Σαούλ». Σε προβληματίζει καθόλου αυτός ο συσχετισμός;
Όχι όχι, θεωρώ πως σε ένα αφανές επίπεδο είναι στενά συνδεδεμένες αυτές οι ταινίες. Έχει να κάνει με τον 20ο αιώνα, γιατί και οι δύο αναφέρονται στην καρδιά [των γεγονότων] του 20ου αιώνα, στο ξεκίνημά του και εκεί που κατέληξε υπό μία έννοια, παρότι ως ιστορικός δε θα τοποθετούσα το ξεκίνημα του αιώνα στο 1910. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να συνδέσει κανείς τις δύο ταινίες, είναι σαν να συναντιούνται σε κάποιο σταυροδρόμι.
Έχεις δουλέψει στο πλευρό του Μπέλα Ταρ. Ποιο είναι το πιο πολύτιμο μάθημα που πήρες από εκείνον;
με ενδιαφέρει πολύ το υποκειμενικό σινεμά, το σινεμά δηλαδή που εγκαθιδρύει πολύ στενή σχέση με τον βασικό χαρακτήρα
Είναι ενδιαφέρον γιατί χθες (3/11) συνάντησα τον διευθυντή φωτογραφίας του Αγγελόπουλου, τον Γιώργο Αρβανίτη, και ήταν μεγάλη μου τιμή να τον γνωρίσω. Ξέρεις, την πρώτη φορά που ήθελα να γυρίσω ταινία – ήξερα ήδη ότι ήθελα να γίνω σκηνοθέτης αλλά δεν ήξερα τι είδους ταινία ήθελα να κάνω – την πρώτη φορά λοιπόν που είδα ταινία που μου έκανε μεγάλη εντύπωση ως τέχνη ήταν όταν είδα «Το Βλέμμα του Οδυσσέα». Ήταν μια ταινία που είδα ξανά και ξανά και για μένα ήταν το πιο σοκαριστικό είδος σινεμά.
Το Μπέλα στην πραγματικότητα τον συνάντησα σχεδόν κατά τύχη. Γύριζε τον «Άνθρωπο από το Λονδίνο» και ήθελα να μάθω την τέχνη του. Οπότε επικοινώνησα μαζί του επειδή ήξερα πως θα κάνει γυρίσματα στη Γαλλία και εγώ μιλάω γαλλικά και αγγλικά, οπότε του προσέφερα τις υπηρεσίες μου. Έμαθα τόσα πολλά από εκείνον, για το πώς γυρίζεται μια σκηνή, πώς χτίζεις μια σκηνή μέσα από τα στοιχεία της και πώς διαχειρίζεσαι το χώρο και το χρόνο σε σχέση με τον βασικό χαρακτήρα, κάτι που το σινεμά μπορεί να μεταδώσει στον θεατή. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο μάθημα που πήρα από εκείνον.
Και μια τελευταία ερώτηση: έχεις κάνει ταινίες που αναφέρονται σε δύο κομβικά ιστορικά σημεία, τους δύο παγκόσμιους πολέμους. Είναι η ιδέα μου ή μήπως πρόκειται να γυρίσεις και μία ακόμα για τον Ψυχρό Πόλεμο;
[Γελάει] Δεν ξέρω φίλε, ίσως! Ίσως όχι την επόμενη ταινία, αλλά μπορεί.
INFO
Η «Δύση Ηλίου» κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Filmtrade.






