Από τους Ορέστη Ανδρεαδάκη / Λήδα Γαλανού/ Λουκά Κατσίκα / Μανώλη Κρανάκη / Γιώργο Κρασσακόπουλο / Σπήλιο Λαμπρόπουλο, Πόλυ Λυκούργου / Ηλία Νικολαίδη, Ιωάννα Παπαγεωργίου
Φωτογραφίες: Παντελης Ζερβος /Stylist: Κίκα Τσερόνη / Make-up: Μόρφη (d-tales)
Οχι άλλη ελληνική τηλεόραση
Ο αντίλογος επιμένει: «Τι γκρινιάζετε για τα χάλια της ελληνικής TV; Εχετε δει την αγγλική, την ισπανική ή την ιταλική; Είναι ίδιες και χειρότερες»! Ε λοιπόν, ναι, έχουμε δει ξένη τηλεόραση (συμπεριλαμβανομένων των προαναφερθέντων) και εξακολουθούμε να γκρινιάζουμε. Γιατί μπορεί και οι έξω να σερβίρουν ανάλογα με τα δικά μας… υποκατάστατα, οι ειδήσεις τους όμως είναι ψύχραιμες και αξιοπρεπείς (όχι σαν τις δικές μας υστερικές… εκπαραθυρώσεις) και βρίσκουν πάντα, σχεδόν καθημερινά, μια συγκεκριμένη ώρα (μετά τις 22:00, αλλά πολύ πριν το μαύρο μεσάνυχτο) για να μεταδώσουν τις καλύτερες σειρές στο κόσμο. Αυτές που εδώ κάνουμε τάματα για να δούμε. Στον ΑΝΤ1 χρειάστηκαν δύο ολόκληρα χρόνια,συνεχείς αλλαγές στην ώρα και μέρα μετάδοσης για να ολοκληρωθεί ο πρώτος κύκλος του «24»! Ι.Π.
Οχι άλλη νοσταλγία
Παιδάκια με κοντά παντελονάκια. Φανελάκια Ατθίς. Ασπρόμαυρες τηλεοράσεις. Ξαδέλφες με μεγάλο στήθος. Πλατείες σε χωριά που αγαπούν το λευκό και το Rol. Το πουλί και ο φαντάρος στις φλόγες, κρεμασμένοι στον τοίχο. Καλοκάγαθες πόρνες με νεγκλιζέ από τον Αεράκη. Αγοράκια με σπυριά και καύλες, πριν ανακαλυφθεί το Clearasil και το ίντερνετ. Η νοσταλγία του παρελθόντος και της παιδικής αθωότητας είναι πιο βαριά κι από τη δεύτερη μερίδα μπακαλιάρο με σκορδαλιά την 25η Μαρτίου. Αλλά η νοσταλγία στις περισσότερες ταινίες του καινούριου ελληνικού σινεμά είναι ακόμη χειρότερη, κυρίως γιατί η εποχή που περιγράφουν πολύ απλά δεν υπήρξε. Ή, για να είμαστε ακριβείς, δεν υπήρξε έτσι ακριβώς. Οι αναμνήσεις όσων σκηνοθετών βρίσκονται σήμερα σε ηλικία να αναπολούν τα παιδικά τους χρόνια στη δεκαετία του 50, του 60 ή του 70, δεν είναι μόνο διαστρεβλωμένες από το πέπλο του «ωραίες εποχές», αλλά μοιάζουν φτιαγμένες μέσα από μια περίεργη διαδικασία αναπαράστασης. Επειδή η μνήμη δεν είναι, αλίμονο, ο πιο έμπιστος ξεναγός στο παρελθόν, είμαι σίγουρος ότι η Ελλάδα του 60 που βλέπουμε στις ταινίες δεν έχει καμιά σχέση με την αληθινή Ελλάδα του 60. Η Ελλάδα του 60 στις ταινίες του 2007 είναι η Ελλάδα που οι διευθυντές παραγωγής σημερινών νοσταλγικών τηλεοπτικών σποτ αναπαριστούν, ξεπατικώνοντας λευκώματα διαφημίσεων της εποχής. Το αποτέλεσμα; Μια συνολική παραίσθηση για μια Ελλάδα καθαρή, στρουμπουλή, καλοκάγαθη και χαριτωμένη, που όχι μόνο είναι εντελώς κατασκευασμένη και χάρτινη, αλλά στην πραγματικότητα και αφόρητα βαρετή. Γ.Κ.
Οχι άλλες υιοθεσίες παιδιών
Η υιοθεσία ως κίνηση ενός ανθρώπου που έχει λεφτά (πολλά λεφτά, ένα σκασμό) είναι μάλλον καλό παράδειγμα. Ομως όταν αυτό συμβεί στην πατρίδα της απόκοσμης υπερβολής -το Χόλιγουντ, δηλαδή- ο ανυποψίαστος τυχαίος μη-fan ενήλικας ψυλλιάζεται ότι τα πράγματα δεν είναι δα και τόσο ρόδινα. Οταν ο Μπραντ, η Αντζελίνα, η Μαντόνα, ο Τομ Κρουζ και το υπόλοιπο κακό(;) συναπάντημα νομίζουν ότι οι τριτοκοσμικές χώρες είναι κάποιου είδους σούπερ μάρκετ βρεφών και πηγαίνουν να διαλέξουν το παιδί αυτής της σεζόν, σίγουρα τα πράγματα δεν είναι καθόλου ρόδινα. Η.Ν.
όχι άλλoi νέοι Ελληνες ζεν πρεμιέ / Ολοι οι επίδοξοι νεαροί γόηδες της μίας τηλεοπτικής σεζόν, της μίας κινηματογραφικής εμφάνισης και των εκατοντάδων συνεντεύξεων σε περιοδικά μοιάζουν με εποχιακό φρούτο που ωρίμασε γρήγορα. Και έπεσε απότομα από το δέντρο. Νοσταλγήσαμε τον Γαρδέλη. Γ.Κ.
Οχι άλλη μιζέρια στην ελληνική showbiz
Κόκκινο χαλί, ρούχα από καυτά ντεφιλέ, αστραφτερά χαμόγελα, κροκοδείλια δάκρυα, σκληροί μάνατζερ και ακλόνητες φιλίες. Αυτό είναι το ντεκόρ της ελληνικής βιομηχανίας του θεάματος. Ολης; Οχι. Ενα μικρό κομμάτι της παραμένει πεισματικά ταγμένο στο styling συνεδρίου του ΚΚΕ Εσωτερικού, εκεί όπου κανένα πέδιλο Louboutin δεν αντιμάχεται μια αναπαυτική εσπαντρίγια, όπου η λειψυδρία επιβάλλει αξυρισιά και 15θήμερο λούσιμο κι όπου το να δείξει μια γυναίκα το κορμί της σ’ ένα αποκαλυπτικό φόρεμα, την αναγορεύει -φευ- εμπορική. Οι άνθρωποι του ελληνικού σινεμά δεν ξέρουν τι σημαίνει star power. Πηγαίνουν στις εκδηλώσεις νωρίς και φεύγουν αργά, λες για να αποδείξουν πως όπου και να τους βάλεις περνούν καλά, αρκεί τα ποτά να είναι δωρεάν. Οχι, φίλοι gliteratti, το σινεμά είναι μαγεία μέσα και έξω απ την οθόνη. Μας αρέσει να ξέρετε να μιλήσετε σωστά, με λίγη εξυπνάδα, λίγο χιούμορ και καμία ενοχή. Μας αρέσει να έχετε διεθνείς φιλοδοξίες κι όποιος κοροϊδεύει, κοροϊδεύει τα μούτρα του. Μας αρέσει, όταν μπαίνετε στο χώρο, να νιώθουμε την αύρα του ξεχωριστού, να είστε φωτεινοί και περιποιημένοι, τουλάχιστον όσο εμείς. Αν, παραπάνω, καταφέρνατε να προσθέσετε μια δόση δύναμη ή sex appeal, τότε μια θέση στο ελληνικό Χόλιγουντ σας ανήκει. Προς το παρόν είναι όλες ελεύθερες…
Λ.Γ.
Οχι άλλa bad boys / Εσπασε κάμερες ο Σον Πεν, τρύπησε ρουθούνια ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζ., συνελήφθη ο Μελ Γκίμπσον μεθυσμένος. Οπως έλεγε και ο Γούντι Αλεν, κρατήστε λίγη τρέλα για την εμμηνόπαυση!!! Σ.Λ.
Οχι άλλα Κρατικά Βραβεία Ποιότητας
Τα Κρατικά Βραβεία Ποιότητας είναι «η ετήσια γιορτή του ελληνικού σινεμά». Που σημαίνει: όλοι οι άνθρωποι του χώρου ανεβαίνουν στη Θεσσαλονίκη και παρακολουθούν μια- κατά γενική εκτίμηση- πληκτική τελετή, κατά τη διάρκεια της οποίας μοιράζονται χρήματα του υπουργείου Πολιτισμού στις «καλύτερες ταινίες και τους καλύτερους συντελεστές της χρονιάς». Η κριτική επιτροπή αποτελείται από 40 εκπροσώπους όλων των «συνδικαλιστικών και πνευματικών σωματείων του ελληνικού σινεμά» και 10 «άτομα κύρους» διορισμένα από τον υπουργό. Το πώς εκλέγονται τα μέλη, το πώς διορίζονται και ποια είναι «τα άτομα κύρους», το πώς λειτουργούν και πώς ψηφίζουν (μυστικά υποτίθεται) αυτές οι επιτροπές κάθε χρόνο, δεν θα το θίξω εδώ. Το 2003, πάντως, που ήμουν κι εγώ μέλος, κινδύνευσα σοβαρά να μου πέσουν όλα τα μαλλιά από αυτά που είδα και άκουσα. Και πιέσεις υπάρχουν και λίστες κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι και εκβιασμοί γίνονται και το παρασκήνιο βασιλεύει- και όσοι το αρνηθούν ας επικοινωνήσουν μαζί μου για ακριβή στοιχεία, ονόματα και γεγονότα!
Οχι άλλα κρατικά βραβεία, λοιπόν. Ας ιδρύσουμε επιτέλους μια Ακαδημία Κινηματογράφου (όπως η αμερικανική των Οσκαρ, ή η γαλλική των Σεζάρ) και ας βρούμε ένα μοντέρνο, ευέλικτο σύστημα απονομής βραβείων με αδιάβλητες διαδικασίες. Τι θα γίνει, βέβαια, με αυτούς που κινδυνεύουν να χάσουν τις μικροεξουσίες τους; Τι θα γίνει με τους επαγγελματίες συνδικαλιστές που μοιράζονται, κάθε χρόνο, μόνοι τους μια πίτα που, ούτως ή άλλως, δεν τους ανήκει; Εμ, εδώ σε θέλω, κύριε υπουργέ. Στα δύσκολα. Ορ.Α.
Οχι άλλες φεστιβαλικές δάφνες στις κινηματογραφικές αφίσες
Κάποτε έκαναν τους σκληροπυρηνικούς σινεφίλ να παραληρούν όταν τις συναντούσαν στις αφίσες του Τζάρμους, του Καουρισμάκι, του Ταρκόφσκι. Το δάφνινο στεφάνι ευδοκιμούσε σε ταινίες που παίζονταν στο «Στούντιο», στο «Αστυ», στον «Δαναό». Σήμερα φυτρώνει με συχνότητα ζιζανίου ακόμη και σε εξώφυλλα βιντεοταινιών του Βαν Νταμ, αποδεικνύοντας πως τα βραβεία στα φεστιβάλ είναι πια τόσα όσα χρειάζεται το marketing της κινηματογραφικής βιομηχανίας, και κάνοντας τις δάφνες να επιστρέψουν στο φυσικό τους περιβάλλον: το τσουκάλι με τις φακές. Γ.Κ.
Οχι άλλος Τζορτζ Κλούνεϊ με γκρίζα μαλλιά / Ελεος πια- δεκαπέντε χρόνια τώρα, δεν ασπρίζουν άλλο;
Σ.Λ.
Οχι άλλες ταινίες-φαινόμενα!
Ναι, ναι ξέρω. Το μέγεθος μετράει. Πειράζει που μας κούρασε; Από την χρυσή εποχή του παλιού Χόλιγουντ με τις υπερπαραγωγές, μέχρι και τις μέρες μας, όπου η Γη καταστρέφεται και η Μέση Γη επαναπροσδιορίζεται με την αλματωδώς εξελισσόμενη τέχνη των CGI εφέ… μπουκώσαμε πια! Αρκετά! Δε θέλουμε άλλες «ταινίες φαινόμενα». Δε θέλουμε να ξανακούσουμε σε τρέιλερ για παγκόσμιες πρωτιές, δε θέλουμε να ξαναδιαβάσουμε σε πόστερ για ρεκόρ, δε θέλουμε γιγαντιαίες αφίσες στη Μεσογείων να μας προειδοποιούν ότι «αυτή η ταινία θα αλλάξει όσα ξέραμε για τις ταινίες». Μπροστά σε υπερήρωες που πετάνε διαγώνια στα κτίρια, θέλουμε αντιήρωες που οδηγούν… πλαγίως.
Μπροστά στους ένδοξους θανάτους κάποιων 300, θα διαλέγαμε τις ζωές των άλλων. Μας λείπει η ουσία. Το σινεμά που σκύβει στην ίδια την ιστορία που θέλει να διηγηθεί. Μας λείπει η τέχνη της απλότητας – αυτό το no mans land όπου καταφεύγουν οι λίγοι και οι ταλαντούχοι. Εκεί όπου δεν μπορεί η μετριότητα και η αρπαχτή να μασκαρευτεί με τα ψηφιακά εργαλεία ενός προγράμματος, εκεί όπου το μάτι δε θαμπώνεται από την καταιγιστική επίθεση εκρήξεων, αλλά από τη λάμψη μίας μαγικής στιγμούλας. Εσκυψες στο ποπ κορν σου και την έχασες; Ετσι είναι αυτά. Τα πραγματικά μεγέθη.
Π.Λ.
Οχι άλλη κακοποίηση θρυλικών κόμικς/ …στο βωμό της αρπαχτής. Στο εδώλιο πρώτη η Marvel που έχει τσακίσει τον κατάλογό της. Σ.Λ.
Οχι άλλοι Ελληνες κριτικοί
Οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια κριτικού λόγου στην χώρα μας πρέπει να χάθηκε κάποια στιγμή του 90. Οι ελάχιστες «φωτισμένες» πένες που μας είχαν απομείνει από προηγούμενες δεκαετίες μετριόνταν τότε στα δάχτυλα του ενός χεριού. Επειτα ο Βασίλης Ραφαηλίδης χάθηκε, ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος αποσύρθηκε, ο Μπάμπης Ακτσόγλου έφυγε πρόωρα από τη ζωή και η επέλαση του lifestyle μετέτρεψε τα κείμενα σε τηλεγραφήματα. Τι απομένει σήμερα; Μια έρημη χώρα! Γεμισμένη από μαθουσάλες, πιτσιρικάδες που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα, τυχάρπαστους και παραπονιάρηδες. Οι πρώτοι περιμένουν η σύνταξη να τους βρει μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα. Οι δεύτεροι πλημμυρίζουν blogs και sites με ονειρώξεις για ταινίες όπως οι «300» και «δημιουργούς» σαν τους αδελφούς Γουατσόφσκι. Οι τρίτοι είδαν φως σε κάποιο περιοδικό και μπήκαν. Οσο για τους τέταρτους, αυτοί γεμίζουν πια σελίδες, προβοκάροντας και σκορπίζοντας δηλητήριο για τα πάντα-μέθοδος προσφιλής για να σε διαβάσουν παραπάνω αναγνώστες, όχι όμως και για να υπογράψεις μια έστω επουσιώδη παράγραφο.
Ανάμεσα στα τέσσερα αυτά άκρα της ντόπιας κριτικής δεν έχει απομείνει πλέον τίποτα. Καμιά θεωρία, καμιά γνώση, καμιά άποψη. Μόνο εξυπνακίστικες πένες και άνθρωποι που έδωσαν στον εαυτό τους τον ρόλο του δασκάλου και του τροχονόμου. Οποιοσδήποτε θελήσει να διαβάσει κάτι ενδιαφέρον πια στον συγκεκριμένο τομέα, οφείλει να στραφεί προς έντυπα και ιστοσελίδες του εξωτερικού. Οταν σε Γαλλία, Αγγλία και Αμερική εξακολουθούν να γράφονται ποταμοί θεωρητικών κειμένων, εδώ στην Ελλάδα όλα προσπαθούν να το παίζουν αυθεντία μέσα σε διακόσιες λέξεις! Ελα όμως που δεν… Λ.Κ.
Οχι άλλες ελπιδοφόρες «διεθνείς» καριέρες
Πρώτος στο χωριό ή τελευταίος στην πόλη; Να μια καλή απορία. Υπάρχουν διάφοροι ντόπιοι… αναγνωρίσιμοι (σταρ δε μου πάει η καρδιά να τους πω) που θέλουν να φύγουν από το χωριό, όπου- να λέμε του στραβού το δίκιο- οι «ιθαγενείς» (μηδενός εξαιρουμένου!) τους έχουν στα όπα-όπα, και να πεταχτούν μέχρι την πόλη (πες Χόλιγουντ, πες Μπρόντγουεϊ, ό,τι θες πες) για να δοκιμάσουν την τύχη τους. Και τη δοκιμάζουν. Φεύγουν με ύφος χιλίων καρδιναλίων και χειροκροτήματα από τα «φτωχικά» τους, με ήρθε-η-ώρα-να-με-προσκυνήσουν-και-οι-υπόλοιποι βλέμμα, αντί για αυτό του φοβισμένου μετανάστη που θα έπρεπε να έχουν. Και γυρνούν πίσω διαφορετικοί. Συνήθως, αν όχι πάντοτε, έρχονται τελευταίοι εκεί στην «πόλη», τρώνε τα μούτρα τους, επιστρέφουν σεμνοί και ταπεινοί με τη μούρη κατεβασμένη μέχρι το πάτωμα, ξαναζεσταίνουν το φαγητό που άφησαν στο ψυγείο και ξεχνούν τα μεγαλόπνοα «διεθνή» τους σχέδια. Ετσι είναι η ζωή…
Η.Ν.
Οχι άλλη «πλούσια κινηματογραφική εβδομάδα» /…στη διάρκεια της οποίας να κυκλοφορούν οχτώ και δέκα ταινίες στις ελληνικές αίθουσες. Πιστεύουν πραγματικά οι ντόπιοι διανομείς ότι ο μέσος θεατής έχει σκοπό να ξοδέψει πενήντα και εξήντα ευρώ για να τις δει όλες;
Λ.Κ.
οχι άλλη γκρίνια για τις ελληνικές ταινίες
Συμφωνώ. Δεν υπάρχει παρά η ελάχιστη κρατική μέριμνα για την υποστήριξη του ελληνικού κινηματογράφου. Δεν υπάρχει οργανωμένο σύστημα παραγωγής, που θα έδινε επιτέλους την πολυπόθητη ανάσα στους διαρκώς και εξ ανάγκης πολυμήχανους δημιουργούς οι οποίοι εξαντλούν το ταλέντο τους στο να βρουν τρόπους για να κάνουν φτηνότερη ταινία «επειδή το budget δεν αρκεί» ή δεν κάνουν καθόλου ταινία επειδή «κόπηκαν» από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Και φυσικά δεν υπάρχει κανείς εκτός αυτού που θα διακινδύνευε τα χρήματα του για μία «ελληνική ταινία». Δεν υπάρχει και ενδιαφέρον, από οποιαδήποτε πλευρά. Είτε των κριτικών, οι οποίοι ή αποθεώνουν ή αποκαθηλώνουν δημιουργούς και τάσεις με την ίδια περισσή επιπολαιότητα. Είτε των θεατών, που αρνούνται να «μυριστούν» μία καλή ελληνική ταινία αν δεν την ακολουθεί δήθεν «εναλλακτικό» hype, τηλεοπτικό καστ ή γιγαντοαφίσα στη Σταδίου.
Κι όμως, με κάποιο περίεργο τρόπο φταίνε όλα και όλοι εκτός από τις ταινίες. Καλές, κακές, αριστουργήματα, εμπορικές αρπαχτές, συναρπαστικές αποτυχίες, conceptual μπλοκμπάστερ, cult ανοσιουργήματα, είναι όλες εδώ. Ακόμη και σε έναν αχταρμά που προσομοιάζει στην συνήθη ελληνική πρακτική του «όλοι οι καλοί χωράνε». Δείγματα μίας κινηματογραφίας που δεν της λείπει ούτε ταλέντο, ούτε κινηματογραφική παιδεία, συμπεριλαμβανομένων των απαραίτητων εξαιρέσεων.
Αν μπορούσε να σταματήσει κάποιος την γκρίνια περί «προβληματικών σεναρίων», «βαθιών χασμουρητών» και λοιπών συντεχνιακών εφευρημάτων της προηγούμενης γενιάς, μπορεί να εκπλαγεί με το πόσο ενδιαφέρουσες ταινίες αποτελούν μία από τις πιο μικρές παραγωγές στον πλανήτη. Και μπορεί έτσι να γίνει μέρος της λύσης των προβλημάτων, που μετέτρεψαν το ελληνικό σινεμά ερήμην του σε εύκολο θύμα μίας γενικότερης – χωρίς αμφιβολία – πολιτιστικής κρίσης.
Μ.Κ.
Οχι άλλος Ορλάντο Μπλουμ / Οταν η δοξασμένη ελληνική επαρχία είναι γεμάτη από παλικάρια και οι αθηναϊκές θεατρικές σκηνές σφύζουν από ταλαντούχους (πλην αναξιοποίητους) νεανίες, τι δουλειά έχει αυτό το νερόβραστο Εγγλεζάκι να κόβει βόλτες στα πλατό του Χόλιγουντ; Και ποιανού φαεινή ιδέα ήταν να τον χρίσει με το «καλημέρα» σε σταρ;
Λ.Κ.






