• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Οι αδερφοί Νταρντέν και το τέλος του ευρωπαϊκού ονείρου

27 Νοέ 2015 | Θέματα | 0 comments

Σχεδόν είκοσι χρόνια πριν, πίσω στο 1996 όταν λέξεις όπως κρίση, ανεργία, παράνομη μετανάστευση δεν ήταν ακριβώς μέρος του καθημερινού λεξιλογίου, οι άγνωστοι μέχρι τότε, έστω και αν είχαν ήδη μια σημαντική καριέρα στο ντοκιμαντέρ, αδερφοί Ζαν-Πιερ και Λικ Νταρντέν έγραφαν και σκηνοθετούσαν την «Υπόσχεση» κάνοντας το όνομά τους γνωστό σε κάθε γωνιά του πλανήτη ρίχνοντας για πρώτη ίσως φορά φως στις πιο σκοτεινές γωνιές του επίπλαστου ευρωπαϊκού θαύματος.
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Καμβάς τους η γειτονιά τους, η βιομηχανική περιοχή της Λιέγης, οι αναγωγές όμως πανευρωπαϊκές και παγκόσμιες. Η Γηραιά Ήπειρος είχε μόλις πριν από μερικά χρόνια υπογράψει την περίφημη συνθήκη του Μάαστριχτ βάζοντας τα θεμέλια για την μετατροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης όχι ακριβώς στη γη της Επαγγελίας, αλλά σε ένα κλειστό φρούριο που σύντομα θα βρισκόταν σε πολιορκία από τους ικέτες-μετανάστες που θα κατέκλυζαν κάθε γωνιά της για μια θέση στον ήλιο.

Στην «Υπόσχεση» ο εκπληκτικός Ολιβιέ Γκουρμέ ενσάρκωνε ιδανικά τον «επιχειρηματία» της διπλανής πόρτας, που έβλεπε μια χρυσή επιχειρηματική ευκαιρία από την παροχή στέγης σε παράνομους μετανάστες χωρίς ούτε στιγμή να διστάζει να κρύψει το ρατσισμό του απέναντι στους ανθρώπους χάρις στους οποίους πλούτιζε συνοψίζοντας εμβληματικά την υποκρισία ολόκληρης της Ευρώπης που έκλεινε τα σύνορα, αλλά ευλογούσε από την πίσω πόρτα τη μαύρη, σχεδόν απλήρωτη εργασία ως μοχλό ανάπτυξης.

Και αν οι εξαθλιωμένοι εργάτες από την Αφρική ή μετέπειτα η Λόρνα από την Αλβανία που πασχίζει κάνοντας κάθε είδους δουλειά να ανοίξει ένα μαγαζάκι («Η Σιωπή της Λόρνα», 2008) έμοιαζαν τα αναμενόμενα θύματα και η φτηνή εργατική δύναμη της νέας οικονομίας, για τους ενορατικούς Νταρντέν το ίδιο μέλλον επιφυλασσόταν για τους ίδιους τους Ευρωπαίους που βλέπουν να μετατρέπονται με καταιγιστικούς ρυθμούς σε άνεργους και παρίες.

Αν στον Κάφκα ο Νόμος ήταν απλησίαστος για τον απλό πολίτη, στην αριστουργηματική «Ροζέτα» (1999, Χρυσός Φοίνικας Φεστιβάλ Καννών), αυτό ισχύει για την ίδια την εργασία. Το όνομα της έφηβης ηρωίδας της (η εκπληκτική πρωτοεμφανιζόμενη Εμιλί Ντεκέν) που ψάχνει απελπισμένη για μια οποιαδήποτε δουλειά ζώντας με την αλκοολική μητέρα της σε τροχόσπιτο έγινε σύνθημα («είμαστε όλοι Ροζέτα»), ο σάλος που προκάλεσε στο Βέλγιο οδήγησε άλλωστε μέχρι και στην ψήφιση νόμου για τις κατώτερες αμοιβές των έφηβων εργαζομένων.

Η «Ροζέτα» γυρισμένη την ίδια εποχή που το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης έδινε ηχηρό παρών στο Σιάτλ και η ανεργία κάλπαζε στην Ευρώπη αντιπροσώπευε με το όνομα της το περίφημο 1/3 των ευρωπαϊκών στατιστικών, την αθέατη πλευρά της ευρωπαϊκής ευημερίας, τα απόνερα της αέναης ανάπτυξης. Φωτογράφιζε εύστοχα το νέο τοπίο του σύγχρονου οικονομικού νεοφιλελευθερισμού και υπενθύμιζε τον αδυσώπητο ταξικό χάρτη της Ευρώπης -και όχι μόνο- στους κυνικούς θιασώτες του. Ζούμε σαφώς σε μια εμπόλεμη κατάσταση, λένε οι Νταρντέν, σε συνθήκες αδίστακτου καπιταλισμού όπου κυριαρχεί το δόγμα «ο θάνατός σου η ζωή μου».

Αυτή περίπου είναι η επιλογή που έχουν και οι εργαζόμενοι μιας μικρής εργοστασιακής μονάδας στην τελευταία τους δημιουργία «Δυο Μέρες, Μια Νύχτα» (2014), όταν καλούνται να ψηφίσουν αν θέλουν να πάρουν το μπόνους τους ή να κρατηθεί στη δουλειά μια συνάδερφός τους. Η πάλη για το κεκτημένο όχι πια της ευημερίας αλλά της απλής επιβίωσης, γιατί αυτό είναι το μπόνους που πληρώνει απλά ένα στεγαστικό δάνειο για παράδειγμα, γίνεται πλέον η κινητήρια δύναμη σε έναν σκληρό κόσμο κοινωνικού αυτοματισμού όπου η αλληλεγγύη για πολλούς μοιάζει απρόσιτη πολυτέλεια καθώς πολύ εύκολα πια μπορείς να βρεθείς στην άλλη πλευρά, των χαμένων, στη στατιστική της φτώχειας.

Και είναι ίσως ειρωνεία ότι βρισκόμαστε πια σε ένα τέτοιο σημείο που η οποιαδήποτε μυθοπλασία μοιάζει να έχει ξεπεραστεί και ηττηθεί κατά κράτος από την ζοφερή πραγματικότητα που βιώνουμε και που τόσο μοναδικά προφήτευσαν οι αδερφοί Νταρντέν. Πόσο μάλλον αν σκεφτούμε αυτά που ζούμε στην ίδια τη χώρα μας.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ