• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

«Οι άνθρωποι δεν έπαψαν ν’αγαπούν»

12 Ιαν 2015 | Θέματα | 0 comments

Η Μαργαρίτα Μαντά επιστρέφει με το υπέροχο «Για Πάντα» και μιλά στο cinemag.gr για το νέο της κινηματογραφικό παραμύθι.
Συντάκτης: Πάνος Γκένας
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

«Μια φορά κι έναν καιρό, η Αθήνα είχε ποτάμια. Ποτάμια που ο κόσμος τα αγαπούσε και τα λάτρευε σαν μικρούς θεούς. Με τα χρόνια, όμως, αυτά τα ποτάμια σκεπάστηκαν. Έγιναν δρόμοι και λεωφόροι. Οι μικροί θεοί της πόλης σώπασαν. Οι άνθρωποι έπαψαν να αγαπάνε ο ένας τον άλλον και η πόλη βυθίστηκε στη θλίψη…»

Έτσι ξεκινά το παραμύθι του Κώστα, του βασικού ήρωα της καινούριας ταινίας της Μαργαρίτας Μαντά «Για Πάντα», που έκανε την πρεμιέρα του ως work in progress στο 20ό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας τον περασμένο Σεπτέμβριο.

Η σκηνοθέτης επιστρέφει πέντε χρόνια μετά τη «Χρυσόσκονη», με μια ιστορία αγάπης που αντιστέκεται ρομαντικά σε όσα μίζερα βαραίνουν τις καρδιές των ανθρώπων. Συνοδοιπόροι της, η Άννα Μάσχα και ο Κώστας Φιλίππογλου: η Άννα και ο Κώστας.

Η Άννα είναι πωλήτρια σε εκδοτήριο ακτοπλοϊκών εισιτηρίων στον Πειραιά. Παίρνει καθημερινά τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο για να πάει από το σπίτι στη δουλειά της και το αντίστροφο.

Ο Κώστας είναι οδηγός στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο. Πιστεύει πως το τρένο που οδηγεί καθημερινά έχει φτιαχτεί πάνω στον φανταστικό ρου των αρχαίων ποταμιών της πόλης που σκεπάστηκαν.

Και οι δυο ζουν μόνοι, χωρίς σχέση και κοινωνικό περίγυρο μέσα σε μια πόλη που αργοπεθαίνει από έλλειψη αγάπης.

Ο Κώστας ερωτεύεται την Άννα, την οποία μεταφέρει καθημερινά από το Θησείο στον Πειραιά και το αντίστροφο. Την αγαπά από μακριά, χωρίς να τολμά να την προσεγγίσει.

Μιλήσαμε στην Μαργαρίτα Μαντά για τη σημασία της φράσης του τίτλου, τις διαφορές της νέας της ταινίας με τη «Χρυσόσκονη», τη συνεργασία της με τους δύο κεντρικούς ηθοποιούς και την χρηματοδότηση μέσω crowdfunding. 

Το «για πάντα» είναι μια βαρυσήμαντη φράση. Πόσο ουτοπικό ή πραγματικό μπορεί να 'ναι;

Το «για πάντα» μπορεί να είναι όντως μία βαρυσήμαντη φράση αλλά είναι ταυτόχρονα και μία φράση που χρησιμοποιούμε όλοι πάρα πολύ συχνά στην καθημερινότητά μας με διάφορες αφορμές και για διάφορα θέματα.

Αν εξαιρέσουμε όρκους πίστης που όλοι έχουμε δώσει πολύ παραπάνω από μία φορά, όπως τα «θα σ’ αγαπώ για πάντα» ή «θα είμαστε φίλοι για πάντα», για σκεφτείτε πόσες φορές χρησιμοποιεί ο καθένας από μας την έκφραση αυτή στην καθημερινότητά του για τελείως απλά και συνηθισμένα πράγματα.

Η βαρυσήμαντη λοιπόν αυτή φράση, που κλείνει μέσα στην απλότητα της εκφοράς της την επιθυμία του ανθρώπου να διαπεράσει τον Χρόνο παρόλο το πεπερασμένο της ύπαρξής του, είναι ταυτόχρονα μία ουτοπία και μία πραγματικότητα.

Ουτοπία με την έννοια του ληξιπρόθεσμου της φύσης της ανθρώπινης ύπαρξης που βρίσκεται εκτός του «πάντα» και της αιωνιότητας, και πραγματικότητα με την έννοια της επιθυμίας της ανθρώπινης ύπαρξης να κατακτήσει την αθανασία της αιωνιότητας έστω και με μια ευχή ή έναν όρκο πίστης.

Ο τίτλος «Για Πάντα» ήρθε στο μυαλό μου την ίδια στιγμή που ήρθε και η ιδέα της ταινίας. Παρόλο που δεν είναι ένας καθόλου πρωτότυπος τίτλος, αντιθέτως, μου άρεσε γι’ αυτήν ακριβώς την δυϊκή του υπόσταση.

Μία φράση τόσο καθημερινή και τετριμμένη όσο και μια φράση τόσο ευχητική που σαν αύρα αγγίζει την αιωνιότητα.

Οι άνθρωποι έπαψαν να αγαπούν και τα ποτάμια έγιναν εθνικές οδοί. Μέσα σε μια ζοφερή πραγματικότητα, ο ρομαντισμός μπορεί να σώσει τον άνθρωπο που "εκφυλίζεται" κοινωνικά;

Οι άνθρωποι δεν έπαψαν να αγαπούν. Ο άνθρωπος έχει από τη φύση του ανάγκη να αγαπά.

Αυτό που ίσως δυσκολεύονται να κάνουν οι άνθρωποι, όσο οι εποχές σκληραίνουν, είναι να αγαπούν απλά, να αγαπούν τον άλλο γι’ αυτό που είναι και όχι για εκείνο που αυτοί θα ήθελαν να είναι.

Μπορεί να ακούγεται πολύ «χριστιανικό» και πολύ μπανάλ αυτό αλλά το πιστεύω. Πιστεύω πως χάνουμε ολοένα και πιο πολύ την ικανότητα και την καθαρότητα να αγαπάμε όπως αγαπάνε τα παιδιά. Τα παιδιά που όλοι υπήρξαμε κάποτε.

Τα παιδιά δεν αγαπάνε εξ αντανακλάσεως. Δεν καθρεφτίζουν τον εαυτό τους σε αυτόν που αγαπάνε. Αγαπάνε αυτόν που αγαπάνε γιατί τον διαλέγουν ανάμεσα σε πολλούς άλλους γι’ αυτό ακριβώς που είναι. Δεν του ζητάνε να γίνει κάποιος άλλος.

Η ταινία μου ήθελα να είναι ένα παραμύθι για την αγάπη που κάνει έναν άνθρωπο να διαλέξει τον άλλο γι’ αυτό ακριβώς που είναι. Κι όπως όλα τα παραμύθια, έπρεπε να πατήσω πάνω σε μια αλληγορία.

Η αλληγορία που διάλεξα ξεκινά από μια πραγματικότητα. Μία πόλη που είχε κάποτε ποτάμια. Ποτάμια που έπαιρναν τις ιστορίες των ανθρώπων και τις έκαναν να συναντηθούν στη θάλασσα. Στο «για πάντα» που είναι το μη πεπερασμένο της θάλασσας.

Η πόλη αυτή είναι η πόλη μου. Η Αθήνα.

Τα ποτάμια της, και ο Κηφισσός και ο Ιλισσός και οι παραπόταμοί τους σκεπάστηκαν εδώ και πολλά χρόνια για να γίνουν δρόμοι που θα εξυπηρετούσαν καλύτερα τον «εκσυγχρονισμό».

Η αλληγορία λοιπόν του δικού μου παραμυθιού στο «Για Πάντα» λέει πως ναι μεν οι δρόμοι τρέχουνε πιο γρήγορα από τα ποτάμια, αλλά οι δρόμοι δεν οδηγούνε τις ιστορίες των ανθρώπων στη θάλασσα.

Όσο για τον ρομαντισμό, πιστεύω είναι μια έννοια πολύ – παρεξηγημένη και πολύ – φορεμένη και καλοπροαίρετα και κακοπροαίρετα.

Αν ο «ρομαντισμός» ερμηνεύεται σαν τροχοπέδη στην εξέλιξη του κόσμου με κολλήματα σε μιζερικές θεωρίες και νοσταλγίες τύπου «όλα ήταν ωραία παλιά κι όλα είναι άσχημα σήμερα», είναι κάτι που δεν με αφορά, ποτέ δεν με αφορούσε.

Αν με τη λέξη «ρομαντισμό» σηματοδοτούμε την εξέλιξη του κόσμου όπου ο άνθρωπος είναι η υπέρτατη αξία χωρίς να χάνει την ανθρωπινότητά του, τότε ναι, πιστεύω στον «ρομαντισμό» και τον κάνω αισθητική στάση της ζωής μου.

Στην ταινία ο Κώστας ερωτεύεται την Άννα από μακριά. Πιστεύετε πως η αγάπη απορρέει από την ελπίδα ή το αντίστροφο;

Δεν ξέρω από πού απορρέει η αγάπη. Ξέρω μόνο αυτό που σας είπα και πριν. Είναι ανάγκη της φύσης του ανθρώπου. Όπως και η ελπίδα.

Τώρα αν κάποιο από τα δύο, η ελπίδα ή η αγάπη, προηγείται και προϋποθέτει την ανάγκη ύπαρξης του άλλου, δεν το ξέρω και δεν με νοιάζει κιόλας. Με νοιάζει μόνο να υπάρχουν και τα δύο γιατί χωρίς τους η ζωή είναι αδύνατη.

Πρόκειται για τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία σας. Ποιες είναι οι διαφορές αυτής της ταινίας από τη "Χρυσόσκονη";

Στο «δια ταύτα» της αρχικής ιδέας, και οι δύο ταινίες έχουν την ίδια αφετηρία. Την Αθήνα. Την πόλη όπου γεννήθηκα, μεγάλωσα και ζω. Τον δικό μου τόπο. Την δική μου αγάπη γι’ αυτή την πόλη. Το δικό μου αίσθημα για τον πολλαπλής φύσης αφανισμό αυτής της πόλης χρόνο με το χρόνο.

Από εκεί και πέρα, το «Για Πάντα» έχει μια δομική διαφορά φόρμας σε σχέση με τη «Χρυσόσκονη». Για την ακρίβεια, το «Για Πάντα» είναι μία ταινία όπου η φόρμα πρωτοστατεί και είναι βασική επιλογή, αντίθετα με τη «Χρυσόσκονη» όπου η φόρμα απουσιάζει επίσης σαν βασική επιλογή.

Κι επειδή η λέξη «φόρμα» επιδέχεται πολλών εννοιών τελευταία, να πω ότι με την λέξη αυτή εννοώ μία απόλυτη αυστηρότητα, έναν απόλυτο έλεγχο στην κινηματογράφηση της κάθε εικόνας, έναν απόλυτο έλεγχο στην ερμηνεία των ηθοποιών, στους διαλόγους, στην όλη εικαστική και ηχητική υπόσταση της ταινίας.

Με την «Χρυσόσκονη» ήθελα να κάνω μία ταινία με έναν δομημένο καμβά σκηνοθετικής και εικαστικής / ηχητικής αντιμετώπισης αλλά να το κάνω αυτό με έναν τρόπο πιο ελεύθερα «ντοκιμαντερίστικο», αν μπορώ να το πω έτσι, δηλαδή με έναν τρόπο όπου η ελευθερία όλων μας, ηθοποιών και κινηματογραφιστών, η ελευθερία της πόλης της ίδιας, της Αθήνας, θα ακολουθούσε περισσότερο την διάθεση της στιγμής και τις πρακτικές μας δυνατότητες και λιγότερο μία αυστηρή τήρηση εικαστικών και άλλων επιταγών.

Με το «Για Πάντα», αντίθετα, ήθελα να κάνω μία ταινία πάρα πολύ αυστηρή στις δομικές της επιταγές.

Από την επιλογή των καιρικών συνθηκών, – χειμώνας στην Αθήνα, με βαριά συννεφιά αλλά χωρίς βροχή – την επιλογή του χρώματος, – ένα ιδιότυπο αποχρωματισμένο ασπρόμαυρο με ελάχιστες τίντες χρώματος -, την επιλογή μιας ακίνητης κάμερας, καρφωμένης σε ένα τρίποδο χωρίς την παραμικρή κίνηση, ούτε καν ανεπαίσθητη διόρθωση, μέχρι την κίνηση των ηθοποιών στο κάδρο και πολλά άλλα στοιχεία στην όλη εικαστική / ηχητική οντότητα της ταινίας.

Προσωπικά, θεωρώ ότι με έναν τρόπο το «Για Πάντα» είναι για μένα η φυσική συνέχεια της «Χρυσόσκονης». Μπορεί οι δύο ταινίες να μοιάζουν διαφορετικές μεταξύ τους, και είναι φορμαλιστικά διαφορετικές, αλλά έχουν την ίδια μαμά και βάζουν και τα ίδια ερωτήματα.

Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι υποδύονται δυο εξαιρετικοί ηθοποιοί. Πόσο στενή ήταν η συνεργασία σας μαζί τους κατά τη διάρκεια της συγγραφής του σεναρίου;

Η Άννα Μάσχα και ο Κώστας Φιλίππογλου. Επιτρέψτε μου να πω πως πέρα από εξαιρετικοί ηθοποιοί, είναι εξαιρετικοί συνεργάτες και ουσιαστικοί συντελεστές.

Η ταινία αυτή έχει μία δομική ιδιαιτερότητα. Το «Για Πάντα» δεν έχει ούτε κάστινγ ούτε ρεπεράζ.

Η ιδέα της ταινίας γεννήθηκε μέσα μου από συγκεκριμένους χώρους. Την γέφυρα στον Πειραιά και την αποβάθρα κάτω, την παράξενη πολυκατοικία στην Ιερά Οδό, το κάτω μέρος της πεζοδρομημένης οδού Ερμού και φυσικά τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο, στο κομμάτι Θησείο – Πειραιάς.

Την πρώτη-πρώτη στιγμή που η ιδέα αυτή κάθισε στο κεφάλι μου, μέσα μου δύο μόνο πρόσωπα είδα για τους ήρωες που ακόμα δεν ήξερα ποιοι ακριβώς ήταν. Την Άννα Μάσχα και τον Κώστα Φιλίππογλου.

Την Άννα τη γνώριζα από παλιά αλλά σε δική μου ταινία πρωτοδουλέψαμε στη «Χρυσόσκονη». Η Άννα εκεί έπαιζε την Αμαλία, τον έναν από τους τρεις πρωταγωνιστικούς ρόλους μαζί με τη Μάνια Παπαδημητρίου και τον Αργύρη Ξάφη.

Χωρίς χρήματα, όπως όλοι στη «Χρυσόσκονη», ηθοποιοί και συντελεστές γενικώς.

Ο Κώστας με βοήθησε κι αυτός παίζοντας καταπληκτικά έναν μικρό ρόλο στη «Χρυσόσκονη», τον «κακό ταξιτζή». Εκεί τον γνώρισα πρώτη φορά.

Το Νοέμβριο του 2010, όταν πια μέσα μου είχα αποφασίσει ότι θα κάνω το «Για Πάντα», χωρίς ακόμα να ξέρω πού θα με πάει αυτή η ιστορία, πήρα τηλέφωνο την Άννα και τον Κώστα και τους είπα πως ξεκινάω ένα καινούργιο σενάριο που η ιστορία του είναι αυτή, που δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα βρεθούν χρήματα για να κάνουμε την ταινία κανονικά με πληρωμή των συντελεστών αλλά πως εγώ στα πρόσωπα των ηρώων του σεναρίου μου βλέπω μόνο αυτούς τους δύο και θα ήθελα να ξέρω αν συμφωνούν για να γράφω το σενάριο πάνω τους.

Συμφώνησαν. Γι’ αυτό και στην ταινία οι ήρωες έχουν τα πραγματικά τους ονόματα. Κώστας και Άννα.

Δεν θυμάμαι πλέον ποιες εκδοχές σεναρίου τους έδωσα. Νομίζω όχι πολλές.

Στη «Χρυσόσκονη», λόγω του τρόπου που σας ανέφερα παραπάνω ότι ήθελα να δουλέψω την ταινία, το σενάριο που είχα γράψει το είχαμε διαλύσει με τους ηθοποιούς, πρώτους και δεύτερους ρόλους, και το είχαμε μαζί φέρει εκεί όπου όλοι νιώθαμε ότι μας πάει καλά.

Εδώ, στο «Για Πάντα», κάναμε με την Άννα και τον Κώστα μιά παρόμοια δουλειά αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο κι αυτό λόγω της αυστηρής φορμαλιστικής δομής της ίδιας της ταινίας.

Εγώ ήθελα οι άνθρωποι που διάλεξα, που έγραψα πάνω τους, η Άννα Μάσχα και ο Κώστας Φιλίππογλου να με κάνουν να δω τι είχα στο κεφάλι και στην ψυχή μου στήνοντας αυτή την περιπέτεια.

Και το έκαναν. Και τους ευγνωμονώ. Σαν ηθοποιούς, σαν συνεργάτες και σαν φίλους.

Μέρος της παραγωγής στηρίχτηκε στη χρηματοδότηση μέσω crowd funding. Μιλήστε μας λίγο για την εμπειρία. Νιώθετε καλλιτεχνική "δέσμευση" απέναντι στο κοινό που στήριξε οικονομικά την ταινία;

Δεν έγινε ακριβώς crowd funding για την ταινία. Εννοώ ότι δεν έγινε κάτι τέτοιο μέσω κάποιας από τις γνωστές πλατφόρμες στο internet που γίνονται αυτά.

Με απόφαση δική μου και του Κωνσταντίνου Κοντοβράκη, ενός εκ των παραγωγών της ταινίας και ακριβού στυλοβάτη της από την αρχή, αποφασίσαμε να απευθύνουμε ιδιωτικά, εκτός ιντερνετικής πλατφόρμας, μία επιστολή σε 300 άτομα που είναι φίλοι μου, συνεργάτες μου χρόνια στον κινηματογράφο, θεατές των ντοκιμαντέρ μου και της «Χρυσόσκονης» , ζητώντας τους να συνεισφέρουν ό,τι μπορούν ο καθένας, αν μπορούσαν και αν ήθελαν, για να φτιάξουμε μιά «μαγιά» πιθανής δυνατότητας να γίνει η ταινία.

Την εποχή που απευθύναμε αυτό το ιδιωτικό κάλεσμα σε συγκεκριμένους φίλους, την άνοιξη του 2012, το ΕΚΚ ακόμα προσπαθούσε να τελειώσει με προηγούμενα χρέη και δεν δεχόταν νέες προτάσεις.

Η χρηματοδότηση του «Για Πάντα» από ιδιωτικές πηγές ήταν ακόμα άγνωστη και η κίνηση αυτή από μέρους μας ήταν η μόνη κίνηση που μπορούσαμε να σκεφτούμε τότε για να δοθεί μία κάποια δυνατότητα να γίνει κάπως η ταινία.

Ανταποκρίθηκαν αρκετοί άνθρωποι, με το υστέρημά τους, σε εποχές αδιανόητα δύσκολες.

Το ποσό που συγκεντρώθηκε δεν θα μπορούσε να κάνει να γίνει η ταινία αν δεν έβρισκε άλλες πηγές χρηματοδότησης. Συνέβαλε όμως σημαντικά σε έξοδα της ταινίας που μπορεί να μην είναι τα «κραυγαλέα» στην πραγματοποίησή της αλλά είναι το ίδιο κραυγαλέα στην καθημερινή της πορεία.

Τους ευγνωμονώ όλους αυτούς που συνέβαλαν πραγματικά με το υστέρημά τους να γίνει μία ταινία, σε εποχές που συζητάμε αν θα έχουμε να πληρώσουμε τη ΔΕΗ.

Στην πορεία, ο Χρήστος Β. Κωνσταντακόπουλος της Faliro House, με εμπιστεύθηκε και μου έδωσε τη δυνατότητα να γίνει η ταινία αυτή, συμμετέχοντας πρακτικά και κυρίως ουσιαστικά δημιουργικά.

Η ταινία λοιπόν υπάρχει χάρις σε όλους αυτούς που την στήριξαν και με εμπιστεύθηκαν προσωπικά, οι περισσότεροι για δεύτερη φορά μετά τη «Χρυσόσκονη».

Με ελάχιστες έως καθόλου αμοιβές. Με απίστευτη δουλειά. Με απίστευτη φροντίδα. Με πάρα πολλή πίστη στην ταινία.

«Καλλιτεχνική» δέσμευση δεν ξέρω τι εννοείτε.

Προσωπικά, απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους όλους, στον Χρήστο Β. Κωνσταντακόπουλο, στον Κώστα Κεφάλα, στον Κωνσταντίνο Κοντοβράκη, στον Κώστα Λαμπρόπουλο, στους φίλους μου που έβαλαν το υστέρημά τους στην παραγωγή, στον Κωστή Γκίκα που έκανε πραγματικότητα τη φωτογραφία που ονειρεύτηκα,

στην Άννα Μάσχα και στον Κώστα Φιλίππογλου που έκαναν την Άννα και τον Κώστα που ονειρεύτηκα, στην Αλίκη Παναγή, το Νίκο Παπαδημητρίου, τον Χρήστο Δεληγιάννη και τον Κώστα Βαρυμποπιώτη που έκαναν πραγματικότητα τον ήχο που ονειρεύτηκα,

στην Αγγέλα Δεσποτίδου που μόνταρε την ταινία βράδια και σαββατοκύριακα από το Λονδίνο όπου ζει και εργάζεται, στη Λίβια Νερουτσοπούλου, βοηθό μοντάζ, που πέρασε μαζί μου άπειρες ώρες αγωνίας και ανασφαλειών, στα παιδιά της 2/35, τον Σάκη Μπουζάνη, το Νίκο Μούτσελο και τον Μάνο Χαμηλάκη,

σε όλους της συντελεστές της Magicon, στην Ανιές Σκλάβου, τη Νεφέλη Ράπτη, την Ελένη Μητροπούλου, τον Γιάννη Ροζέα, τον Ιβάν Βουντίδη, τον Δημήτρη Χατζηβογιατζή, τον Γιώργο Γεωργανά,

σε όσους ξεχνάω να αναφέρω από το συνεργείο των ελάχιστων ανθρώπων που τα έκαναν όλα, σε όλους μου τους συνεργάτες, «ηθική» δέσμευση αισθάνομαι.

Ελπίζω και εύχομαι, το τελικό αποτέλεσμα να δικαιώσει την εμπιστοσύνη και τη φιλία τους.

Και ακόμα περισσότερο, ελπίζω να μπορέσω κάποτε πρακτικά να τους ανταποδώσω αυτό που μου έδωσαν με τόση εμπιστοσύνη. Αν και με το σινεμά που έχω επιλέξει να κάνω, δεν το βλέπω να γίνεται.

Τι πιστεύετε πως αξίζει να κληροδοτηθεί για πάντα;

Δεν ξέρω. Ίσως το ήθος της προσωπικής ταυτότητας του κάθε ανθρώπου. Ίσως κάτι που λέγεται αξιοπρέπεια και ειλικρίνεια και κάθε μέρα χάνεται και πιο πολύ.

Ίσως η αγάπη, μιάς που πολύ μιλήσαμε γι’ αυτήν εδώ. Ίσως η ποίηση.

Ίσως η αισθητική του ανθρώπου που ξέρει το μέτρο του μέσα στη φύση που δεν είναι δική του για πάντα.

Η ταινία «Για Πάντα» θα προβάλλεται από τις 29 Ιανουαρίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος.

Για Πάντα

Σενάριο, σκηνοθεσία: Μαργαρίτα Μαντά

Πρωταγωνιστούν: Αννα Μάσχα, Κώστας Φιλίππογλου

Παραγωγή: Χρήστος Β. Κωνσταντακόπουλος, Κώστας Κεφάλας, Κωνσταντίνος Κοντοβράκης, Κώστας Λαμπρόπουλος, Μαργαρίτα Μαντά

Διεύθυνση Φωτογραφίας: Κωστής Γκίκας

Ηχοληψία: Νίκος Παπαδημητρίου

Σχεδιασμός Ηχου: Αλίκη Παναγή

Μοντάζ: Αγγέλα Δεσποτίδου

Σκηνικά: Μαργαρίτα Μαντά

Ενδυματολόγος: Τριάδα Παπαδάκη

Οργάνωση Παραγωγής – Α' Βοηθός Σκηνοθέτη: Ανιές Σκλάβου

Διεύθυνση Παραγωγής: Δημήτρης Χατζηβογιατζής

Μια παραγωγή της Faliro House και των CL Productions, Heretic

Η ταινία υποστηρίζεται από το πρόγραμμα MEDIA της Ευρωπαϊκής Ενωσης

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ