Όσα θα διαβάσετε παρακάτω προέκυψαν από μια σκέψη: αντί για μια «παραδοσιακή» συνέντευξη, μου φάνηκε ότι θα ήταν πολύ πιο ενδιαφέρον να ζητήσω από τον Άγγελο και τον Κωνσταντίνο να συναντηθούν μόνοι τους και να πραγματοποιήσουν ανενόχλητοι μια συζήτηση, έχοντας ως χαλαρή αφετηρία κάποιες λιτές κατευθυντήριες γραμμές που τους είχα δώσει από πριν. Χορταστική και αυθόρμητη, η κουβέντα-ποταμός την οποία έκαναν τα δυο δημιουργικά μυαλά που κρύβονται πίσω από το «Σύμπτωμα» παρατίθεται σχεδόν αυτούσια στο κείμενο που ακολουθεί. Ευχαριστώ θερμά και τους δυο για την ανταπόκριση.
ΣΙΝΕΜΑ ΚΑΙ ΕΠΙΡΡΟΕΣ
Ποια ήταν η ταινία που σας έπεισε να ασχοληθείτε με το σινεμά; Ποια ήταν ίσως η πρώτη που είδατε στη ζωή σας και η οποία εμφανίστηκε μπροστά σας σαν ένα είδος επιφοίτησης;
Κωνσταντίνος: Για μένα ήταν – το θυμάμαι καλά αυτό ως στιγμή – το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» του Κιούμπρικ. Ο μπαμπάς μου το είχε σε βιντεοκασέτα – του άρεσαν οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας – και την έβλεπα κι ήταν η πρώτη ταινία κάπως που, ενώ ήμουν μικρός, παρατήρησα ότι τα κάδρα ήταν προσεγμένα, ότι υπήρχε κάποιος – φαινόταν ένα μυαλό από πίσω που συντονίζει, που έχει οραματιστεί όλη αυτήν την κατάσταση. Κα τότε μου προέκυψε η ιδέα ότι υπάρχει μάλλον ο σκηνοθέτης και με έβαλε στη διαδικασία να θέλω να φτιάχνω κι εγώ αυτό: τέτοιους κόσμους.
Άγγελος: Εμένα η πρώτη ταινία που είδα στο σινεμά γενικά, από ό,τι μου περιγράφουν, ήταν ο «Στρατηγός» του Μπάστερ Κίτον και είναι μια ιστορία που συχνά μου έλεγε η Μαρία Παπαδοπούλου, που ήταν οικογενειακή φίλη με τον Κώστα Σταματίου, και έλεγε περήφανα ότι εκείνη με πήγε για πρώτη φορά σινεμά κι ότι μαζί της είδα τον «Στρατηγό» και την ρωτούσα συνέχεια «τι λέει, τι λέει;». Κι εκείνη, επειδή προφανώς δεν είχε λόγια η ταινία, μου αφηγείτο τι γινόταν.
Κων.: Πόσων ετών ήσουν;
Άγγ.: Δεν ξέρω. Αλλά η ταινία που πραγματικά με έκανε κάπως να κάνω σινεμά – επειδή στην αρχή ήθελα να κάνω κόμικς και ίσως και για αυτό το λόγο να ήταν αυτή η συγκεκριμένη ταινία που με επηρέασε τόσο – ήταν το «Σατυρικόν» του Φελίνι, όπου είναι μια ταινία που ακόμη αγαπώ πάρα πολύ και που φτιάχνει ένα τέτοιο σύμπαν, έναν τέτοιο κόσμο στον οποίο βυθίστηκα τόσο πολύ και με παρέσυρε τόσο πολύ που είπα «ναι, αυτό δεν μπορώ να το κάνω μέσα από τα κόμικς». Αυτό γύρω στα 15. Οπότε, τότε είπα ότι θέλω να κάνω σινεμά.
Άγγελος Φραντζής (Φώτο: Άρης Ράμμος)
Υπάρχει μια ταινία ή το σινεμά κάποιου συγκεκριμένου σκηνοθέτη στα οποία να ανατρέχετε συχνά ως έμπνευση;
Κων.: Ναι, το συζητούσαμε αυτό και λέγαμε ότι είναι ανά περιόδους κι έχει να κάνει λίγο με το πού βρίσκεσαι εσύ, τι σκέφτεσαι εκείνη την περίοδο, τί σε αφορά. Για μένα, μια ταινία που μάλλον από τότε που την είδα, δεν θυμάμαι πριν πόσο καιρό βέβαια, σκέφτομαι και την ξανασκέφτομαι και την ξαναβλέπω και νιώθω κιόλας ότι είναι από τις πιο δυνατές ταινίες πάνω σε αυτό το θέμα είναι τα «Παντρεμένα Ζευγάρια» του Γούντι Άλεν, επειδή νιώθω ότι κάπως – αυτό το μεγαλόστομο μου έρχεται να πω – λέει με έναν τρόπο την οριστική κουβέντα πάνω στις σχέσεις. Δηλαδή, δεν υπάρχουν πολλά να ειπωθούν πέρα από αυτό. Και ίσως για αυτό είναι μια ταινία στην οποία επιστρέφω για να καταλάβω το «πώς».
Άγγ.: Τι είναι οι σχέσεις;
Κων.: Ναι.
Άγγελος: «Σε κάποιες ταινίες νιώθω ότι δεν επιστρέφεις. Στις ταινίες που είναι πραγματικές εμπειρίες θέασης, εγώ φοβάμαι να επιστρέψω»
Άγγ.: Και για μένα ανάλογα με την περίοδο αυτό αλλάζει – δηλαδή αλλάζει πολύ συχνά. Για το «Σύμπτωμα», ας πούμε, ήταν άλλα πράγματα από ότι ήταν για το «Μέσα στο Δάσος» ή για το «Όνειρο του Σκύλου», αλλά σίγουρα αυτό που μπορώ να πω είναι ο Γκοντάρ ως σκηνοθέτης. Πάντα όταν βλέπω Γκοντάρ μου γεννιέται η επιθυμία να κάνω σινεμά με κάποιο τρόπο. Η επιθυμία του να κάνεις σινεμά με τον τρόπο που το κάνει ο Γκοντάρ ακόμα και σήμερα είναι κάτι που μου έρχεται συνέχεια στο μυαλό όταν βλέπω τις ταινίες του.
Κων.: Νομίζω είναι και κάτι άλλο σημαντικό: το να βλέπεις μια ταινία και να σε κινητοποιεί να κάνεις σινεμά. Θυμάμαι γύρω στα 19, που είδα πρώτη φορά Τζον Κασσαβέτη σε αίθουσα, βγαίνοντας ένιωσα ότι είχα δει κάτι καινούργιο, Και μπορεί να χάνεται γενικά με τον καιρό η αίσθηση ότι υπάρχει κάτι καινούργιο, τόσο στο σινεμά όσο και στην λογοτεχνία, όμως οι ταινίες του Κασσαβέτη έχουν τόση ζωή μέσα τους που σε σπρώχνουν σε αυτό.
Κωνσταντίνος: «Με ένα τρόπο νιώθω ότι η ζωή κινείται στον χώρο του φανταστικού, έτσι κι αλλιώς. Οπότε, νομίζω είναι λογικό να μας ενδιαφέρει ο κόσμος των επιθυμιών, των ονείρων, των ανείπωτων πραγμάτων»
Άγγ.: Ναι, και για μένα ο Κασσαβέτης ήταν μεγάλο χτύπημα, ειδικά το «Μια Γυναίκα Εξομολογείται» και το «Νύχτα Πρεμιέρας», αλλά με κάποιο τρόπο δεν επιστρέφεις. Δηλαδή σε κάποιες ταινίες εγώ νιώθω ότι δεν επιστρέφεις, ότι δηλαδή στις ταινίες που σου κάνουν αυτό το τεράστιο πράγμα, που είναι πραγματικές εμπειρίες θέασης, εγώ φοβάμαι να επιστρέψω…
Κων.: Κι εγώ. Και ειδικά για τον Κασσαβέτη.
Άγγ.: …για να μην χαλάσω την θέαση. Δηλαδή, ας πούμε, την «Ασημένια Σφαίρα» του Ζουλάφσκι, που ήταν για μένα μια τέτοιου είδους εμπειρία, την οποία μπόρεσα να δω σε κάτι πολύ ειδικές συνθήκες – ήμουν στις Βρυξέλλες και κλείστηκα στο σπίτι μου και δεν έβγαινα μετά από αυτό – ή το «Χαμένη Λεωφόρος» του Λιντς ή το «Gerry» του Γκας Βαν Σαντ ή το «Ο Θείος Μπούνμι Θυμάται τις Προηγούμενες Ζωές του» του Απιτσατπόνγκ, δεν θέλω να τις ξαναδώ.
ΟΤΑΝ Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ
Πώς γνωριστήκατε εσείς οι δύο;
Κων.: Λοιπόν, ωραία ιστορία. Εγώ είχα δει το «Όνειρο του Σκύλου» και μου είχε αρέσει. Αυτό. Πέρασε κάποιος καιρός, τυχαία σε ένα blog είδα ότι ο Άγγελος Φραντζής ετοιμάζει καινούργια ταινία, ψάχνει ηθοποιούς ηλικιών 16 με 20 και δεν χρειάζεται να είναι ηθοποιοί. Και είχα στείλει γράμμα στην διεύθυνση που είδα στο blog, γράφοντας «συγκεκριμένα εγώ δεν είμαι ηθοποιός, αλλά με ενδιαφέρει να είμαι πίσω από την κάμερα κάπως, αν υπάρχει κάτι τέτοιο». Περνάνε κάποιοι μήνες και με παίρνουν τηλέφωνο από το κάστινγκ και μου λένε «ελάτε». Πάω στο κάστινγκ, μπαίνω μέσα στην αίθουσα και είναι ο Άγγελος και του εξηγώ, εκεί επί τόπου, ότι με ενδιαφέρει το σινεμά αλλά δεν είμαι ηθοποιός. Μου κάνει, παρ' όλα αυτά, κάστινγκ ο Άγγελος, ένα υπέροχο κάστινγκ, από μόνο του ενδιαφέρον, και μετά τα είπαμε λίγο, πολύ σύντομα.
Άγγ.: Ναι, εν τω μεταξύ, επειδή δεν γνώριζα ακριβώς την προϊστορία, μου φάνηκε λίγο κουλό ότι ήρθες μέσω του κάστινγκ για να γνωριστούμε. Αλλά μου άρεσε, είχε πάρα πολύ πλάκα και κάπως μετά το ίδιο βράδυ συναντηθήκαμε σε μια συναυλία, νομίζω των «Antony and the Johnsons»
Κων.: Ναι; «Antony» δεν έχω πάει.
Άγγελος: «Η πρώτη εικόνα για την ταινία ήταν η συνάντηση ενός τέρατος με έναν έφηβο που καπνίζουν μαζί ένα τσιγάρο στην άκρη του γκρεμού»
Άγγ.: Κάτι άλλο. Πάντως συναντηθήκαμε σε μια συναυλία, τυχαία το ίδιο βράδυ νομίζω. Και κάπως μετά, με όλο αυτό που μου είχες πει και με το βιογραφικό, και με την σχέση που είχες επίσης με την πληροφορική και τα ψηφιακά και το μοντάζ και τέτοια, είπα ότι επειδή η ομάδα στο «Μέσα στο Δάσος» ήταν πολύ μικρή – ήταν 5 άτομα, πλήν των ηθοποιών – ήθελα έναν άνθρωπο ο οποίος να έχει την ευθύνη του υλικού: να το φορτώνει, να το βλέπουμε κάπως στο γύρισμα, ενδεχομένως να μοντάρουμε λίγο, και να είναι υπεύθυνος για όλο αυτό το πράγμα. Και κάπως μου ήρθε, επειδή είχες κάτι τρομερά φωτεινό και αισιόδοξο και χαρούμενο και φουλ στη ζωή ας πούμε, και είπα ότι «αυτός είναι».
Κων.: Ναι, ήταν μοιραίο.
Άγγ.: Οπότε έτσι έγινε. Έγινε αυτή η συνεργασία και μετά συνεργαστήκαμε στο «Δάσος».
Κων.: Ναι, για μένα ήταν φοβερό ότι έτσι, από μια σειρά συμπτώσεων…
Άγγ.: …μια σειρά συμπτωμάτων…
Κων.: … από μια σειρά συμπτωμάτων, λοιπόν, μοιραστήκαμε την εμπειρία του «Δάσους» που ήταν πολύ ωραία. Οπότε έτσι ξεκίνησε όλο αυτό.
Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος
Πόσα κοινά αισθάνεστε ότι μοιράζεστε ως άνθρωποι του σινεμά και ως ενεργοί σκηνοθέτες;
Άγγ.: Εγώ νιώθω ότι μοιράζομαι πολλά.
Κων.: Ναι, ναι!
Άγγ.: Δηλαδή, νιώθω ότι οι ταινίες σου με κάποιο τρόπο μου φαίνονται οικείες, σαν πράγματα που θα ήθελα να κάνω.
Κων.: Μα και εγώ τώρα αυτό ήθελα να πω. Όπως είδες ίσως και στο «Σύμπτωμα» ακόμα, ήταν πολύ εύκολο να συνεννοηθούμε σε διάφορα ζητήματα που νιώθω ότι θα μπορούσαν να χωράνε πάρα πολύ συζήτηση και επεξήγηση μέχρι να φτάσουμε σε έναν κοινό τόπο, τόσο όσον αφορά ζητήματα των θεματικών που αναπτύσσονταν όσο και αυστηρώς κινηματογραφικά, σε επίπεδο φόρμας και ύφους ας πούμε.
Κι εδώ απαντάτε κάπως και στην επόμενη ερώτηση, που είναι το πώς αποφασίσατε να συνεργαστείτε για το «Σύμπτωμα»…
Άγγ.: Ουσιαστικά, σκέφτηκα ότι έχοντας αυτές τις ιδέες, οι οποίες ήταν εξαρχής πάρα πολύ αόριστες, κι ήταν πιο πολύ εικόνες, αισθήσεις, αρχές κάποιων ιστοριών, αλλά όχι κάτι το οποίο έβγαζε ένα συνολικό νόημα, αισθάνθηκα ότι με εσένα κάπως θα τα βρίσκαμε. Θα καταλάβαινες αυτό ακριβώς το πράγμα και μαζί θα μπορούσαμε να το διαλευκάνουμε. Πρέπει να πούμε ότι στην αρχή ήταν στην παρέα και ο Σπύρος Κρίμπαλης, ο οποίος βοήθησε πολύ στο να μας αποσαφηνίσει και να μας ξεκολλήσει από διάφορα πράγματα. Αλλά τελικά, από ένα σημείο κι έπειτα, ο Σπύρος είπε ότι «εγώ δεν καταλαβαίνω πού θέλετε να το πάτε και νιώθω ότι δεν μπορώ να βοηθήσω άλλο». Οπότε πια, μείναμε οι δυο μας.
Κων.: Εμένα μου άρεσε πολύ η πρώτη φορά που συναντηθήκαμε για το σενάριο οι τρεις, μαζί και με τον Σπύρο, και αυτό που μας είπες έμοιαζε με μια ιστορία που θα μπορούσες να δεις σε μια εφημερίδα: μια ιστορία μυστηρίου όπου υπήρχαν διάφορα κενά. Δηλαδή, μας περιέγραψες κάποιες εικόνες γενικά και μας είπες κάποια γεγονότα. Κι έπρεπε κάπως να τα διαλευκάνουμε με έναν τρόπο, ώστε να χτιστεί ένα σενάριο από εκεί. Να διαλευκάνουμε τι έχει γίνει, τι συμβαίνει, που ήταν από μόνο του κάπως συναρπαστικό ως εκκίνηση για να γραφτεί ένα σενάριο. Ήταν πολύ ενδιαφέρον αυτό.
Η ΤΕΧΝΗ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ
Τόσο οι ταινίες του Άγγελου, όσο και τα μικρού μήκους του Κωνσταντίνου (ΣΗΜ: πάρτε μια ιδέα εδώ) φαίνεται να αντλούν τακτικά από τον κόσμο των ονείρων. Πώς έχετε αφήσει αυτόν τον κόσμο να εισβάλλει στο έργο σας και πόσο συχνά βρίσκετε εκεί τις ιδέες, τις εικόνες σας, τις θεματικές σας; Το «Σύμπτωμα» προέκυψε από τον κόσμο αυτό;
Άγγ.: Ναι, για το «Σύμπτωμα» σίγουρα, η αφορμή ήταν κάποια όνειρα. Δηλαδή, ήταν κάποια όνειρα επαναλαμβανόμενα που με έβαλαν σε μια διαδικασία ελεύθερης «έρευνας» πάνω στο τι είναι το κακό. Αλλά, για μένα, τα όνειρα είναι σίγουρα ένα σημείο εκκίνησης γιατί ο κινηματογράφος είναι ό,τι πιο κοντά σαν υφή – αυτό είναι κάτι το οποίο το έχουν αναλύσει πάρα πολλοί στο παρελθόν για τη σχέση του ονείρου και του κινηματογράφου – οπότε μου είναι κάτι πολύ οικείο και το φανταστικό είναι ένα κομμάτι που με ενδιαφέρει πολύ. Και νομίζω και εσένα.
Κων.: Ναι, ακριβώς. Εγώ νιώθω κιόλας ότι με έναν τρόπο ο ρεαλισμός είναι ένα κινηματογραφικό είδος – ένα ακόμη είδος που ανήκει στο φανταστικό.
Άγγ.: Ωραίο είναι αυτό που λες, πολύ.
Κων.: Δηλαδή, με έναν τρόπο η ζωή κινείται στο χώρο του φανταστικού έτσι κι αλλιώς. Οπότε, νομίζω είναι λογικό να μας ενδιαφέρει ο κόσμος των επιθυμιών ή ο κόσμος των ονείρων, των ανείπωτων πραγμάτων. Είτε αυτό αποδίδεται τρομερά εκφραστικά είτε λιγότερο, πάντα με έναν τρόπο εξερευνάς τον κόσμο του φανταστικού. Δηλαδή, η πραγματικότητα δομείται από αυτό. Δομείται με το φανταστικό.
Άγγ.: Γι' αυτό και ο κινηματογράφος γεννήθηκε από τους Λιμιέρ και τον Μελιές. Δηλαδή, ταυτόχρονα με το ένα του πόδι βουτηγμένο μέσα στο φανταστικό και στην ταχυδακτυλουργία και με το άλλο βουτηγμένο στην ιδέα της απεικόνισης της πραγματικότητας. Το «Σύμπτωμα» προέκυψε μέσα από τον κόσμο αυτό.
Κων.: Εντάξει, το «Σύμπτωμα» ανήκει στο χώρο του φανταστικού ως ταινία, εξερευνώντας συμπτώματα ανθρώπινης συμπεριφοράς, κάτι που είναι πολύ γειωμένο μέσα στην ζωή μας. Είναι πολύ αληθινό. Θέλω να πω, για μένα είναι δύσκολο να τραβήξεις μια αυστηρή γραμμή μεταξύ πραγματικότητας ή ρεαλισμού και ονείρου ή φαντασίας
Άγγ.: Αυτό. Ακριβώς. Και οι πιο αδιάφορες ταινίες φανταστικού είναι αυτές ακριβώς που τραβάνε αυτήν την γραμμή.
Κων.: Και, αντίστοιχα, ταινίες ρεαλισμού είναι αυτές που είναι σαν να αγνοούν ότι υπάρχει.
Άγγ.: Ακριβώς, ότι υπάρχει ένας πνευματικός άλλος κόσμος μέσα στον ίδιο τον πραγματικό.
«ΣΥΜΠΤΩΜΑ»: ΑΠΟ ΤΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ
Πώς τοποθετεί κανείς σε χαρτί και αργότερα σε εικόνες μια ταινία που δεν χωράει εύκολα σε περιγραφές και δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα αυστηρό, ξεκάθαρο κινηματογραφικό είδος;
Κων.: Πώς αρχίσαμε να δουλεύουμε, λοιπόν. Εγώ θυμάμαι ότι είχες φέρει κάποιες σημειώσεις – άλλες ήταν απλά εικόνες σκηνών, κυριολεκτικά σκηνούλες ας πούμε – κι ένα γενικότερο πλαίσιο, μια ιστορία με κενά που θέλαμε να την διερευνήσουμε, να δούμε τι συμβαίνει σε αυτήν.
Άγγελος: «Στην Ελλάδα υπάρχουν αυτή τη στιγμή κάποιες πραγματικά ενδιαφέρουσες ταινίες, υπάρχουν ματιές, υπάρχουν σκηνοθέτες, υπάρχει κάτι το οποίο είναι ζωντανό και το νιώθεις»
Άγγ.: Και η διερεύνηση αυτή η σεναριακή, όπως είπες πριν, που είναι σαν να συμπληρώνεις κενά, έχει κάτι πολύ κοντά βεβαίως και στην ψυχαναλυτική διαδικασία. Γιατί κάπως υπήρχε πάντα ότι για να το γράψεις από κάπου ήρθε, κάτι σήμαινε, κάπου με πάει, γιατί με πάει εκεί; Γιατί μας πάει αυτό που γράψαμε εκεί πέρα; Δηλαδή, αφεθήκαμε στην αρχή πολύ ελεύθεροι στο να πάμε σε πολλά πράγματα εικόνων, σκηνών κ.τ.λ. πριν βάλουμε μέσα την δομή.
Κων.: Σωστά. Κι είναι κάτι που τόνιζες και νιώθω και εγώ έντονα και στην δική μου δουλειά: την ιδέα των εικόνων που σου έχουν έρθει αυθόρμητα, είναι εκεί από καιρό κι έχουν υπαγορεύσει με έναν τρόπο, είναι η γενεσιουργός ιδέα του πράγματος που ενίοτε μπορεί να χάσεις. Στη διαδικασία που ακολουθήσαμε, είχες φέρει κάποια στιγμή εσύ ένα βιβλίο με διάφορα παραδοσιακά παραμύθια των Κυκλάδων. Κι είχες φέρει αυτήν την διάσταση του παραμυθιού κι είχαμε γράψει σε κάποια φάση την ιστορία ως παραμύθι – κυριολεκτικά, και με τη γλώσσα του παραμυθιού. Και μας ενδιέφερε κι αυτό, παρότι προφανώς ήταν ένα στάδιο. Αλλά κι από εκεί βγήκαν πολλά πράγματα. Δηλαδή, είχε πάρει μια φόρμα παραμυθιού λαϊκού το σενάριο, γραμμένου με τον τρόπο που γράφονται παραμύθια.
Άγγ.: Και το σίγουρο είναι ότι πέρασε από πάρα πολλά στάδια αυτό το σενάριο. Δηλαδή, ακριβώς επειδή δεν είναι ένα σενάριο με μια γραμμική ιστορία και είναι δύσκολο να αποτυπωθεί, πέρασε από πολύ διαφορετικά στάδια. Γιατί, αν σκεφτούμε ότι ξεκινήσαμε να δουλεύουμε κάτι σαν τέλη Σεπτεμβρίου και αρχές Δεκεμβρίου είχαμε το πρώτο draft και Φεβρουάριο πήγαμε γύρισμα, μεταξύ όλων αυτών γράφτηκαν άλλα πέντε draft, κάτι τέτοιο. Κι εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους.
Κων.: Εντελώς διαφορετικά – αυτό είναι τρομερά ενδιαφέρον.
Άγγ.: Γιατί μπήκαν οι ηθοποιοί, που ήταν ένα άλλο κομμάτι. Δηλαδή, η δουλειά που έγινε πάλι στην αρχή, με τους ηθοποιούς να φέρουν πράγματα μέσω δικής τους έρευνας, μας οδήγησε αλλού.
Κων.: Ναι, νομίζω, έχει ενδιαφέρον επίσης να ειπωθεί ότι ο τρόπος που δουλεύεις με τους ηθοποιούς έχει κάτι συγγενικό με το θέατρο, ότι φέρνουν πολλά πράγματα στην ταινία, όπως ένας θίασος, μια ομάδα που δουλεύει χρόνια και κάπως μπαίνει μέσα στο κομμάτι της συγγραφής του έργου ή της σκηνοθεσίας του έργου. Το κάνεις αυτό εσύ ως σκηνοθέτης.
Άγγ.: Ναι, σε αυτήν την ταινία. Και στην προηγούμενη σίγουρα. Όπως είναι το devised theater, ας πούμε.
Η μεταξύ σας συνεργασία θα λέγατε ότι ήταν μια οργανική διαδικασία, σε διαρκή εξέλιξη κατά την περίοδο υλοποίησης της ταινίας; Ή ένας σεναριογράφος σταματά εκεί που αρχίζει ένας σκηνοθέτης;
Κων.: Για μένα χαρακτηριστικό έχει μείνει το ότι αλλάξαμε δραματικά. Δηλαδή, είχε πάρει διάφορες κατευθύνσεις η ταινία, με τελείως διαφορετικά τέλη. Και ήταν το budget ένα κομμάτι που άλλαξε πάρα πολύ την ιστορία. Αλλά, αξίζει να σημειωθεί, ότι κι αυτό τον περιορισμό τον αγκάλιασες αμέσως. Από μια στιγμή και μετά καταλάβαμε ότι κάτι που θέλαμε να κάνουμε δεν ήταν δυνατόν να γίνει μπατζετικά.
Άγγ.: Ουσιαστικά το πλάσμα, το τέρας το οποίο στην αρχή το φανταζόμασταν τελείως διαφορετικά, στη συνέχεια άλλαξε πάρα πολύ.
Κων.: Άλλαξε και υπαγόρευσε, έφερε πράγματα μαζί του.
Άγγ.: Ακριβώς. Υπαγόρευσε, άλλαξε πλήρως και την ταινία.
Κων.: Νομίζω έχει μια σημασία ότι υπήρχε αυτή η ευλυγισία από μέρους μας. Έχει μια σημασία η επιθυμία για να γίνει μια ταινία και η επιμονή δημιουργεί νέες ιδέες.
Άγγ.: Εγώ θεωρώ ότι κάθε ταινία έχει τη δική της αντίστοιχη πορεία. Δηλαδή, το «Σύμπτωμα» γεννήθηκε από την ορμή του να γίνει μια ταινία, γιατί ενώ ήμουν σε προετοιμασία του «VIRUS», το οποίο δεν μπορούσε να ολοκληρώσει την χρηματοδότηση του, είπα «δεν γίνεται να περιμένω άλλο, θα κάνω μια ταινία». Δηλαδή, αυτή η ανάγκη ώθησε και στο να γίνουν τα πράγματα έτσι γρήγορα και με αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο. Τώρα το πού σταματάει ένας σεναριογράφος και πού αρχίζει ένας σκηνοθέτης λίγο το απαντήσαμε σε σχέση με τις πρόβες κι όλο αυτό το πράγμα.
Ποιες ήταν οι πρώτες εικόνες που σχηματίστηκαν στο μυαλό σας πριν καλά-καλά ο Κωνσταντίνος ξεκινήσει να γράφει και οΆγγελος να φιλμάρει;
Άγγ.: Η πρώτη εικόνα για την ταινία ήταν η συνάντηση ενός τέρατος με έναν έφηβο που καπνίζουν μαζί ένα τσιγάρο στην άκρη ενός γκρεμού. Αυτή ήταν η πρώτη εικόνα που την γυρίσαμε στην ταινία με έναν διαφορετικό τρόπο, αλλά τελικά δεν μπήκε – είναι περίεργο που δεν μπήκε αυτή η πρώτη σκηνή.
Κων.: Η αρχική ιδέα της ταινίας έχει έρθει από τον Άγγελο. Δηλαδή, και μόνο αυτή η εικόνα που περιγράφεις είναι αρκετά δυνατή για να υπαγορεύσει και τον τόνο και το ύφος ενός κόσμου. Πάντως, από την πρώτη φορά που μας είπε ιδέες, για μένα ήταν καθαρός ο κόσμος της ταινίας.
MADE IN GREECE
Πόσο δύσκολο είναι να ζει κανείς σήμερα στην Ελλάδα κάνοντας ταινίες;
Άγγ.: Εγώ νομίζω ότι είναι δύσκολο και εύκολο ταυτόχρονα. Δηλαδή, είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν τα χρήματα σε σχέση με τις χρηματοδοτήσεις. Αλλά, ταυτόχρονα, δεν είναι κιόλας δύσκολο, γιατί με κάποιο παράδοξο τρόπο τελικά τις ταινίες μας είτε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο – δηλαδή είτε με χρήματα είτε χωρίς χρήματα – τις κάνουμε. Εγώ δεν θεώρησα -ξεκινώντας από το «Polaroid» μέχρι σήμερα – ότι έχει αλλάξει κάτι σε σχέση με τον τρόπο που κάνουμε τις ταινίες.
Κων.: Εγώ νιώθω κιόλας ότι ισχύει αυτό παντού, δεν είναι μόνο στην Ελλάδα. Δηλαδή, η ιδέα του να κάνεις ταινίες, τις δικές σου ταινίες, είναι εξίσου δύσκολο παντού. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ίσως επί της ουσίας το σχήμα «είμαι σκηνοθέτης και κάνω σινεμά κι αυτή είναι η δουλειά μου και μου έρχονται σενάρια και σκηνοθετώ ή γράφω και τα σκηνοθετώ, κ.τ.λ». Είναι κάτι που πρέπει να το κυνηγάς, γεννιέται από εσένα και το παλεύεις.
Άγγ.: Δεν υπάρχει, όμως, ούτε στην Ισπανία, για παράδειγμα. Η διαφορά, νομίζω, στις χώρες της υπόλοιπης Ευρώπης είναι ότι αν περάσεις από ένα στάδιο και πάνω, δηλαδή αν έχεις κάνει 3-4 ταινίες οι οποίες κάπως έχουν μια αποδοχή ή το ένα ή το άλλο, μετά κάπως μπορείς να ζεις από αυτό που κάνεις. Ενώ εδώ αυτό δεν ισχύει.
Κων.: Ναι, αυτό δεν ισχύει ποτέ. Αλλά έχω την αίσθηση κιόλας ότι η ιδέα του ότι «είμαι σκηνοθέτης και ζω από αυτό» κάπως σημαίνει ότι έχεις μπει σε μια βιομηχανία. Είναι πολύ ωραίο να υπάρχει αυτή η βιομηχανία, στην Ελλάδα δεν υφίσταται, αλλά το να κάνεις τις ταινίες σου παραμένει πάντα κάτι πάρα πολύ δύσκολο.
Άγγ.: Παντού. Δηλαδή, εσένα η εμπειρία σου στην Αμερική ποια είναι;
Κων.: Μα, εγώ γύρισα από την Αμερική, αυτό είναι τρομερά παράδοξο. Γύρισα από την Αμερική για να κάνω ταινίες εδώ, γιατί στην Αμερική η επιβίωση απαιτούσε να δουλεύω συνεχώς προκειμένου να ζήσω. Εδώ είναι παραδόξως λίγο πιο εύκολα τα πράγματα ως προς αυτό, αν το ζητούμενό σου δεν είναι να βγάζεις λεφτά. Έχω την αίσθηση, πάντως, ότι για τους καλλιτέχνες είναι πάντα δύσκολα τα πράγματα, ανεξαρτήτως κρίσης.
Άγγ.: Έτσι είναι. Κι εγώ στις εποχές που δεν υπήρχε κρίση και υποτίθεται ότι υπήρχε ευμάρεια – τρίχες, ποτέ δεν υπήρχε ευμάρεια πραγματικά! – λεφτά για το σινεμά δεν υπήρχαν. Το «Polaroid», για παράδειγμα, που ήταν η πρώτη ταινία μου, δεν μπορούσε να βρει χρήματα να γίνει. Βρήκε όμως κι έγινε. Αυτό που κάνει, όμως, και που έκανε η κρίση είναι ότι για αρκετά χρόνια έπαψε να υπάρχει κάθε είδους χρηματοδότηση, κάτι που κινδυνεύει να ξαναγίνει. Αλλά έχουν υπάρξει ξανά περίοδοι που το Κέντρο Κινηματογράφου ήταν, για παράδειγμα, κλειστό για δυο χρόνια και δεν έπαιρνε ταινίες – ασχέτως κρίσης.
Κων.: Ναι, άρα πάντα είναι ένα περίεργο στοίχημα. Να πω για το «Σύμπτωμα» κάτι άλλο που μου άρεσε: το γεγονός ότι στην ταινία ήταν όλα έτοιμα να γίνουν, εκτός από τα λεφτά, μέχρι κάποιες βδομάδες πριν τα γυρίσματα.
Άγγ.: Μία εβδομάδα πριν από το γύρισμα!
Κων.: Αυτό, όταν μου το είπε ο Άγγελος, ότι ακόμα τα λεφτά δεν υπάρχουν παρ' όλο που ήταν όλα έτοιμα, με έκανε να αναρωτηθώ πώς δεν έχει εγκαταλείψει ακόμα ή πώς δεν έχει πάθει κάποιο καρδιακό, ας πούμε. Γιατί είναι ένας στρατός πίσω από την ταινία. Ακόμα και σε μια μικρή παραγωγή σαν αυτήν υπάρχουν χίλια πράγματα που πρέπει να γίνουν, και μπορεί να λυγίσεις. Έχει ίσως μια σημασία το να μην λυγίζεις.
Άγγ.: Ναι, κοίταξε, είναι μία τρέλα και είναι να σου «κάτσει». Δηλαδή, είναι αυτό που λέει πάντα ο Νίκος Παναγιωτόπουλος για τις ταινίες του. Λέει ότι πηδάς από το αεροπλάνο και περιμένεις να ανοίξει το αλεξίπτωτο. Μπορεί και να μην ανοίξει, αλλά πολλές φορές ανοίγει. Όμως πρέπει να πηδήξεις. Αν δεν πηδήξεις, δεν γίνεται.
Αισιοδοξείτε για το μέλλον σε εγχώριο κινηματογραφικό αλλά και κοινωνικό-πολιτικό επίπεδο;
Άγγ.: Τι να πούμε τώρα, Λουκά; Πάντα. Είμαστε από τη φύση μας αισιόδοξοι. Λες αυτό και ξεμπερδεύεις.
Κων.: Είμαι πάντα ερωτευμένος.
Άγγ.: Εγώ αισιοδοξώ, ναι. Για το σινεμά αισιοδοξώ σίγουρα. Δηλαδή, θεωρώ ότι υπάρχει μια φοβερή νέα γενιά πολύ πιο ενδιαφέροντων σκηνοθετών απ' ότι παλιότερα. Δεν υπάρχει σύγκριση το τι βλέπουμε για παράδειγμα στην Δράμα από αυτά που βλέπαμε πριν από 10 χρόνια ή 15 ή όταν έκανα εγώ μικρού μήκους. Δεν υπάρχει πραγματικά σύγκριση. Στις μικρού μήκους υπάρχουν αυτή τη στιγμή πραγματικά κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες ταινίες, υπάρχουν ματιές, υπάρχουν σκηνοθέτες, υπάρχει κάτι το οποίο είναι ζωντανό και το νιώθεις. Νομίζω ότι είναι μια από τις πιο ζωντανές κινηματογραφίες της Ευρώπης η δική μας.
Κων.: Εχουμε πολύ ενδιαφέρουσα κινηματογραφία, γιατί επειδή δεν υπάρχει Σχολή εδώ πέρα επί της ουσίας, δεν υπάρχει βιομηχανία, δεν υπάρχει καμία είδους οργάνωση από το κομμάτι της εκπαίδευσης μέχρι το κομμάτι της παραγωγής δημιουργεί ένα πολύ ιδιοσυγκρασιακό σινεμά, διαφορετικό ίσως.
Άγγ.: Εγώ δεν νομίζω ότι είναι αυτό. Και παλιά δεν υπήρχε Σχολή, δεν υπήρχε, όμως, και ιδιοσυγκρασιακό σινεμά, δεν υπήρχαν ενδιαφέροντες μικροί νέοι σκηνοθέτες. Ήταν πολύ λίγοι, πραγματικά πολύ λίγοι. Δηλαδή, αν δεις τις ταινίες που βλέπαμε στο Φεστιβάλ Δράμας τη δεκαετία του ’90, δεν υπάρχει σύγκριση. Πάντα είναι σύνθετα τα πράγματα, αλλά είναι και κάτι άλλο: πολύ απλά κάποιοι σκηνοθέτες, και καταρχήν ο Λάνθιμος, έκαναν αυτό το μεγάλο βήμα με το εξωτερικό, γεγονός που έδωσε ένα φοβερό κουράγιο και μια ώθηση σε πάρα πολλούς άλλους – με τα καλά του και τα κακά του. Γιατί γεννιούνται και κακοί μιμητές σε όλο αυτό το πράγμα. Όπως και με τον Αγγελόπουλο, αυτό είχε γίνει. Υπήρχε μια πληθώρα άλλων μικρο-Αγγελόπουλων που τελικά δεν έκαναν κάτι, αλλά ένιωσες ότι είχε ανοίξει ένας δρόμος κάπως.
Κων.: Εμένα, πάντως, είναι ένα παράπονό μου, ίσως επειδή αναγκάστηκα να μεταναστεύσω για να ασχοληθώ με το σινεμά, καταρχάς το γεγονός ότι στις διπλανές χώρες θεωρείται δεδομένο ότι υπάρχουν Σχολές, ότι υπάρχουν υποδομές και γίνονται πολλές και διαφορετικές ταινίες και στην Ελλάδα δεν υπάρχει τίποτα. Κάπως είσαι λίγο στο σκοτάδι.
Άγγ.: Στο πουθενά.
Κων.: Από την άλλη, βέβαια, δημιουργεί μια ωραία κοινότητα αυτό. Μια μικρή οικογένεια.
Άγγ.: Υπάρχουν κοινότητες, υπάρχουν πολλές – νιώθεις ότι υπάρχουν 6-7 παρέες κινηματογραφικές. Υπάρχουν, οι οποίες από πιο μικρούς μέχρι λίγο πιο μεγάλους, υπάρχουν. Και αυτό είναι σούπερ.
Κων.: Για το κοινωνικό-πολιτικό δεν θα πεις κάτι, Άγγελε;
Άγγ.: Τίποτα.
Κων.: Είμαστε απαισιόδοξοι.
Άγγ.: Είμαστε πολύ απαισιόδοξοι. Αυτά. Σας ευχαριστούμε πολύ.
Κων.: Ναι. Γεια σας.
INFO: Η ταινία «Σύμπτωμα» προβάλλεται από σήμερα στις αίθουσες. Την Παρασκευή 20/11 και την Κυριακή 22/11 στην προβολή των 8.30μμ της ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗΣ θα βρίσκεται παρών ο Αγγελος Φραντζής για να συζητήσει με το κοινό.






