• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Ντιάν Αρμπους: Η άλλη όψη της καθημερινότητας

28 Μαρ 2007 | Θέματα | 0 comments

Με αφορμή το Πορτραίτο και οδηγό μας το βιβλίο «Diane Arbus Revelations» (2003, Random House), ανακαλύπτουμε μια από τις σημαντικότερες φωτογράφους-μάρτυρες του 20ου αιώνα.
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Με αφορμή το Πορτραίτο και οδηγό μας το βιβλίο «Diane Arbus Revelations» (2003, Random House), ανακαλύπτουμε μια από τις σημαντικότερες φωτογράφους-μάρτυρες του 20ου αιώνα.


Από την Ιωάννα Παπαγεωργίου


«Πραγματικά πιστεύω πως υπάρχουν πράγματα που κανείς δεν θα έβλεπε αν δεν τα φωτογράφιζα».


Η Ντιάν ήρθε στο κόσμο, ξανθιά και γαλανομάτα, στη Νέα Υόρκη, στη 1:30 το μεσημέρι της 14ης Μαρτίου 1923, δεύτερο (από τα τρία) παιδί του Ντέιβιντ Νεμέροφ και της Γκερτρούντ Ρουσέκ, αντιπροέδρου και κληρονόμου, αντίστοιχα, της μεγαλύτερης εταιρείας εμπορίου γούνας της εποχής. Μαθήτρια του πρωτοποριακού ιδιωτικού σχολείου Ethical Culture School, ήταν ήσυχο και φαινομενικά μοναχικό παιδί, που λάτρευε το διάβασμα. Αποδείχτηκε ακαταμάχητα γοητευτική για τους συμμαθητές και δασκάλους της πριν καλά καλά μπει στην εφηβεία, χάρη στην ωριμότητα, το διαπεραστικό, πάντα ανήσυχο και διερευνητικό βλέμμα της και το τρανταχτό γέλιο της. Με την ενθάρρυνση των φιλότεχνων γονιών της, αρχίζει να εκφράζεται μέσω της ζωγραφικής. Μετά τη γνωριμία της, το 1936, με τον κατά πέντε χρόνια μεγαλύτερό της Αλαν Αρμπους (που δουλεύει στο τμήμα διαφήμισης της εταιρείας του μπαμπά της), η τέχνη γίνεται πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής της. Παρακολουθεί ανελλιπώς εκθέσεις ζωγραφικής και φωτογραφίας και αποφασίζει να σπουδάσει ζωγραφική.


 


Το 1941 παντρεύεται τον Αλαν, που της κάνει δώρο μια φωτογραφική μηχανή. Οι πρώτες της εικόνες (συγγενών, φίλων και αυτοπροσωπογραφίες σε διάφορα στάδια της εγκυμοσύνης της) γεννιούνται το 1944. Ενα περίπου χρόνο μετά γεννιέται και η κόρη της, Ντουν. Το 1946 στήνει μαζί με τον Αλαν στούντιο και αρχίζουν να δουλεύουν ως φωτογράφοι μόδας με την επωνυμία «Diane & Allan Αrbus». Για τα επόμενα 10 χρόνια θα κατακτήσουν τις σελίδες των περιοδικών Glamour, Seventeen και Vogue, θα ταξιδέψουν στη Γαλλία, στην Ισπανία και στην Ιταλία και θα φέρουν στο κόσμο τη δεύτερη κόρη τους, Εϊμι.


«Αν η πτώση του ανθρώπου συνίσταται στο χωρισμό του καλού από το κακό, ο Οφις πρέπει να εμφανίστηκε μέσα από το μήλο, παριστάνοντας το σκουλήκι, όταν η Εύα το δάγκωσε, σκίζοντάς το στα δύο, διασπώντας όλα όσα ήταν κάποτε ένα σε ζευγάρια αντιθέτων, και έτσι η γη έγινε μια κιβωτός του Νόε στη θάλασσα της αιωνιότητας, κουβαλώντας όλα τα ατελή ζεύγη πραγμάτων, ασυμβίβαστων κι όμως αχώριστων, και η ζέστη πάντα θα λαχταρά το κρύο και το πίσω το μπροστά και τα χαμόγελα τα δάκρυα και ο κοπρίτης τον καθαρόαιμο, και το όχι το ναι, με την πιο ανείπωτη νοσταλγία που υπάρχει».


Απογοητευμένη από τη βιομηχανία της μόδας και πεπεισμένη πλέον ότι στο πλευρό του Αλαν δεν είναι ουσιαστικά τίποτα παραπάνω από στιλίστρια, ωθείται στην απόφαση να τερματίσει την επαγγελματική τους συνύπαρξη. Παρακολουθεί τα σεμινάρια φωτογραφίας της φωτογράφου Λιζέτ Μόντελ και το βλέμμα της βρίσκει επιτέλους τον προορισμό του. Το 1959 αρχίζει να γεμίζει μικρά σημειωματάρια με ιδέες, όνειρα και αποσπάσματα από αγαπημένα της βιβλία, εν είδει ημερολογίου, αλλά και πηγής έμπνευσης. Τον Αύγουστο φεύγει από το σπίτι που μοιράζεται με τον Αλαν και, μαζί με τις κόρες της (με τις οποίες είναι οι καλύτερες φίλες), μετακομίζει στο Γκρίνουιτς Βίλατζ. Ο χωρισμός τους είναι οριστικός, αν και παραμένουν καλοί φίλοι μέχρι τέλους. Μέχρι τέλους κρατά και η φιλική, δημιουργική και ερωτική σχέση της με τον γραφίστα, ζωγράφο και αμετάκλητα… παντρεμένο Μάρβιν Ισραελ, που ξεκινά στις αρχές των 60s.


 


Μέσα στα επόμενα 11 χρόνια θα σχεδιάσει και θα πραγματοποιήσει ατρόμητα φωτογραφικά θέματα, πορτραίτα και editorial μόδας για τα περιοδικά «Show», «Ηarpers Βazaar», «Εsquire», «Νew Υork» και την εφημερίδα «London Sunday Τimes», θα πάρει δύο υποτροφίες από το Guggenheim Foundation για να φέρει σε πέρας συγκεκριμένα σχέδιά της, θα δει τα έργα της να γίνονται κομμάτι των μόνιμων συλλογών του Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης και του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης και θα διδάξει φωτογραφία στις σημαντικότερες σχολές καλών τεχνών των ΗΠΑ. Στις 17 Ιουλίου του 1971, όμως βρίσκεται για πρώτη φορά ολομόναχη στο καινούργιο, μικρό και φτηνό διαμέρισμά της. Η Εϊμι είναι στη κατασκήνωση, η Ντουν στο Παρίσι για δουλειά, ο Μάρβιν μαζί με τη γυναίκα του σε Σαββατοκύριακο χαλάρωσης και ο Αλαν στη Σάντα Φε. Η μοναξιά την πνίγει. Τα χάπια που της έγραψε η ψυχολόγος της για να καταπολεμήσει τις κρίσεις κατάθλιψης οι οποίες την ταλαιπωρούν τελευταία δεν μπορεί να τα πάρει, εξαιτίας μιας πρόσφατης ηπατίτιδας. Καταπίνει βαρβιτουρικά, κόβει τις φλέβες της και κουλουριάζεται στην άδεια μπανιέρα της. Η αυτοκτονία της, αν και αναπάντεχη, δεν ξάφνιασε κανέναν…


«Μια φωτογραφία είναι ένα μυστικό για ένα μυστικό. Οσο περισσότερα σου λέει, τόσα λιγότερα ξέρεις».


Φωτογράφισε γυμνιστές, τραβεστί, νάνους, πρωταγωνιστές του τσίρκου, στρίπερ, πρωταθλητές, βασίλισσες και βασιλιάδες χορών, καθυστερημένα παιδιά, τροφίμους ψυχιατρείων, διάσημους και μη, περαστικούς στο δρόμο. Φώτισε την αλλόκοτη πλευρά της συνηθισμένης, «φυσιολογικής» καθημερινότητάς μας και έκανε ακαταμάχητα οικεία τα «τέρατα» και τους εκκεντρικούς του κόσμου τούτου. Ντόμπρα και ειλικρινής με τα θέματά της διέθετε το σπάνιο χάρισμα να τους εμπνέει εμπιστοσύνη, να τους ανοίγει την καρδιά και να συλλαμβάνει με το φακό της τα πιο μύχια μυστικά μας.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ