Ογδόντα χρόνια μετά την πρώτη προβολή του Νοσφεράτου , ο τρόμος, η μυθική αποτρόπαιη φιγούρα του βρικόλακα Μαξ Σρεκ με το στυλιζαρισμένο του σχεδόν μη ανθρώπινο παίξιμο, η αριστουργηματική στα όρια της γκραβούρας ασπρόμαυρη φωτογραφία της πρωτότυπης ταινίας μοιάζουν αγέραστα. Απολαύστε ένα από τα πρώτα και πλέον μοντέρνα αριστουργήματα του σινεμά με τη συνοδεία μάλιστα της ειδικά γραμμένης για την ταινία μουσικής του Σάκη Παπαδημητρίου την Παρασκευή 6 Απριλίου στις 9.00 το βράδυ στον κινηματογράφο Τριανόν.
Στα 1922 ο ήδη καταξιωμένος Γερμανός σκηνοθέτης Φρίντριχ Μουρνάου μπήκε στο στούντιο με σκοπό να γυρίσει μια κινηματογραφική μεταφορά του “Δράκουλα” του Μπράμ Στόκερ. Το σχέδιό του θα συναντήσει την άρνηση της χήρας του συγγραφέα να παραχωρήσει τα δικαιώματα και ο Μουρνάου θα αναγκαστεί να προχωρήσει σε τροποποιήσεις και απλοποιήσεις ώστε να αποφύγει τα νομικά προβλήματα, ωστόσο η καρδιά του μύθου θα παραμείνει η ίδια. Ο αφελής βοηθός συμβολαιογράφου Χάρκερ ταξιδεύει στην Τρανσυλβανία για να κλείσει μια αγοραπωλησία με τον μυστηριώδη κόμη Ορλόκ. Ο κόμης γοητεύεται από τη φωτογραφία της γυναίκας του Χάρκερ, Μίνα και ξεκινά το μακάβριο ταξίδι της αναζήτησής της, σκορπίζοντας στο πέρασμά του το θάνατο.
Ο Νοσφεράτου γεννήθηκε σε μια καθοριστική ιστορική περίοδο για τη Γερμανία. Μετά την ήττα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η χώρα μαστίζονταν από πολιτική αστάθεια, οικονομικά προβλήματα, ανεργία και μια βαθιά αίσθηση ηθικής και πνευματικής κατάπτωσης. Ο γερμανικός εξπρεσιονισμός με τη σκοτεινή θεματολογία του, την παραμορφωτική σκηνογραφία, το στυλιζαρισμένο, εξωπραγματικό παίξιμο των ηθοποιών και την λατρευτική εμμονή του σε ένα κρυπτογραφικό παιχνίδι ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως έρχεται να αποτυπώσει μοναδικά στο κινηματογραφικό πανί την αγωνία και τους φόβους της παραδοσιακά “σκοτεινής” γερμανικής ψυχής, προφητεύοντας μάλιστα για πολλούς τη μετέπειτα άνοδο του ναζισμού. Για την ανάλυση του Νοσφεράτου έχουν χυθεί τόνοι μελάνι, καθώς ο μύθος του εξ ανατολής ερχόμενου βρικόλακα που σκορπίζει το θάνατο στο πέρασμά του και απαιτεί για την εξόντωσή του τη θυσία μιας νεαρής γυναίκας, είναι ανοιχτός σε πολλαπλές ερμηνείες: καταπιεσμένα σεξουαλικά πάθη, υπαρξιακή αγωνία και αντανάκλαση των πιο μύχιων φόβων του ανθρώπου μπροστά στο θάνατο, πολιτική αλληγορία, έκφραση του φόβου της Δύσης απέναντι στη μυστηριακή Ανατολή.
Ο Βέρνερ Χέρτζοκ θεωρεί την ταινία αυτή τη σημαντικότερη στην ιστορία του γερμανικού κινηματογράφου, “την πιο πιστή αντανάκλαση του γερμανικού πνεύματος”, και ο ίδιος μάλιστα θα αποτίσει το δικό του φόρο τιμής με ένα αξιοπρεπές έγχρωμο ριμέικ και τον Κλάους Κίνσκι στο ρόλο του βαμπίρ. Σε λίγο στις αίθουσες θα κάνει την έξοδό της Η Σκιά του Βρικόλακα του Ελίας Μέριτζ μια πανέξυπνη, από την Αμερική αυτή τη φορά, ματιά πάνω στα γυρίσματα της μυθικής ταινίας και στη βαμπιρική λειτουργία του σινεμά.
Λευτέρης Αδαμίδης





