• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Νίκος Γραμματικός: «Πλέον με ενδιαφέρουν μόνο οι ασκήσεις ήθους»

24 Νοέ 2016 | Θέματα, Συνεντεύξεις | 0 comments

Με αφορμή την κυκλοφορία της ταινίας «Μήδεια, Κρείσσων των Εμών Βουλευμάτων», αναδημοσιεύουμε την συνέντευξη του Νίκου Γραμματικού, που είχει δοθεί με αφορμή την προβολή της ταινίας στο πλαίσιο του 20ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας – Νύχτες Πρεμιέρας.
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Η ταινία του Νίκου Γραμματικού είναι μία επταετή (ίσως και περισσότερο) περιπέτεια της δικής του Μήδειας, η οποία με βάση το κλασσικό θεατρικό έργο του Ευριπίδη εδραιώνεται στο σήμερα, εκκινώντας από μία ερωτική απογοήτευση και τον Αλ Πατσίνο, για να φτάσει ως τους δρόμους της σύγχρονης Αθήνας.

Παρότι κατατάσσεται αλαφροΐσκιωτα στο είδος του ντοκιμαντέρ, η «Μήδεια» του Γραμματικού απλώνεται στα κινηματογραφικά είδη με την ίδια φυσικότητα που διατρέχει τον ιστορικό χρόνο και τον χώρο, ξεκινώντας από τη μακρινή εποχή που ο Ευριπίδης έγραφε το ομώνυμο κλασικό θεατρικό έργο και φτάνοντας μέχρι το σήμερα.

Εκεί ακριβώς δηλαδή, όπου η Μήδεια μετουσιώνεται σε μία περιπετειώδη αναζήτηση του ίδιου του σκηνοθέτη-ντετέκτιβ που την αναζητά επίμονα, ως άλλος ήρωας ενός σύγχρονου νουάρ στους δρόμους της σύγχρονης Αθήνας, την ίδια στιγμή που επαναπροσδιορίζεται ως μία κληρονομιά διαχρονική, τέτοια που μοιάζει να αναφέρεται με την ίδια ένταση στο εκάστοτε «παρόν» της ανθρώπινης ύπαρξης.

Κατά τη διάρκεια τούτης της έρευνας του Γραμματικού, μίας απρόβλεπτης αναζήτησης χαμένων συμβόλων και εννοιών, ο θεατής γίνεται μάρτυρας συζητήσεων με θεωρητικούς, σκηνοθέτες και ηθοποιούς, ενώ βιώνει παράλληλα συνεντεύξεις με ανθρώπους στο δρόμο που προκαλούν δέος, ενώ το κλασικό κείμενο του Ευριπίδη βρίσκεται στον πυρήνα του εγχειρήματος.

Στη «Μήδεια» πρωταγωνιστούν ο Βαγγέλης Μουρίκης, η Γιούκι Κροντηρά, ο Τάσος Νούσιας, η Σοφία Βογιατζάκη, ο Αντώνης Αντωνίου και ο Θοδωρής Κανδηλιώτης, ενώ για το σενάριο συνεργάστηκαν μαζί με τον Γραμματικό οι Νίκος Παναγιωτόπουλος και Βαγγέλης Μουρίκης. Ο τελευταίος μάλιστα, έπαιξε καθοριστικό ρόλο ως συμπαραγωγός της ταινίας, μαζί με τις Ειρήνη Βουγιούκαλου και Κατερίνα Οικονόμου.

Στην ταινία λέτε πως η ιδέα για τη «Μήδεια» ξεκίνησε από έναν χωρισμό. Στους τίτλους τέλους, όμως, γράφει πως εμπνέεται από το «Αναζητώντας τον Ρίτσαρντ» του Πατσίνο. Πώς συνδέεται για εσάς ο χωρισμός αυτός με τον Πατσίνο, τον Σέξπιρ και τον Ευριπίδη;

Η ταινία μιλάει ξεκάθαρα για το προσωπικό πρόβλημα του σκηνοθέτη, δεν έχω να προσθέσω κάτι περισσότερο σ’ αυτό. Το «Αναζητώντας τον Ρίτσαρντ» του Πατσίνο το βλέπαμε και το συζητούσαμε με τους μαθητές μου στις σχολές που διδάσκω, για το πώς ένας ηθοποιός του βεληνεκούς του Αλ Πατσίνο προσεγγίζει έναν τόσο απαιτητικό ρόλο. Υπήρξε πηγή έμπνευσης σε καλλιτεχνικό και δημιουργικό επίπεδο. H δομή μάλιστα αυτού του δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ μου έδωσε την πρώτη ώθηση για να στήσω έναν έστω και ατελή αφηγηματικό ιστό για την δική μου έρευνα ως σκηνοθέτης, πάνω στην Μήδεια του Ευριπίδη.

Kαι το πιο σημαντικό, ότι με το να αναζητάει ο Πατσίνο τον Ριχάρδο και στο δρόμο, παρότι ο δρόμος με τη μορφή του χορού δεν υπάρχει στο έργο του Σέξπιρ, με έκανε να αναγνωρίσω ότι η Μήδεια του Ευριπίδη έχει τη δομή δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ. Μετά από κάθε σκηνή ανάμεσα στα κεντρικά πρόσωπα της τραγωδίας ο Χορός (ΔΡΟΜΟΣ) χωρίς να συμμετέχει στη δράση στο μεγαλύτερο μέρος του έργου, στοχάζεται πάνω στα θέματα που διαπερνούν την Μήδεια αλλά και τις ζωές μας σήμερα. Π.χ. Εξορία, Ξένος, Έρωτας ,Εξουσία, Χρήματα, Μπέσα, Φιλία, Παιδιά…

Έτσι κατασκευάσαμε στην ταινία έναν σύγχρονο χορό από ανθρώπους που συναντήσαμε στο δρόμο και μιλήσαμε μαζί τους, οι οποίοι μας απέδειξαν με τον πιο εμφατικό τρόπο ότι το έργο δεν είναι απλώς επίκαιρο αλλά παρών στο Τώρα. Θα ήταν τουλάχιστον μικρόνοια από τη μεριά μου για να μην πω τίποτα χειρότερο, να μην αναφέρω το «Αναζητώντας τον Ρίτσαρντ» στους τίτλους της ταινίας.

Στην αρχή της ταινίας, ακούγεστε ως αφηγητής να μιλάτε για ύβρη, σχετικά με το μέγεθος του εγχειρήματος που αναλάβατε όταν αποφασίσατε να γυρίσετε τη δική σας Μήδεια. Πού εντοπίζετε την ύβρη, όμως;

Μετά από πολλά χρόνια ενασχόλησης και με το συγκεκριμένο έργο αλλά και τον Ευριπίδη, νόμιζα ότι είναι του χεριού μου και πήγα με οίηση να τα βάλω με κάτι που εντέλει αποδείχτηκε πολύ μεγαλύτερο από τις δικές μου δυνάμεις. Όταν κάποιος υπερεκτιμώντας τις ικανότητες του, και με αλαζονικό και προσβλητικό τρόπο, τα βάζει με κάτι μεγαλύτερο από αυτόν, προκαλεί ύβρη. Αυτή η πράξη είναι η θρυαλλίδα που πυροδοτεί τη δράση του έργου. Και μετά έρχεται η Νέμεση. Έσπασα τα μούτρα μου.

Προκαλεί εντύπωση ο πληθυντικός που χρησιμοποιείτε με τον (φίλο σας) Βαγγέλη Μουρίκη, όταν κουβεντιάζετε. Γιατί αυτός ο πληθυντικός;

Είμαι σίγουρος ότι και εσείς που μου κάνετε την ερώτηση χρησιμοποιείτε με τους στενούς σας ανθρώπους κάποιου τύπου ιδιόλεκτο, μια γλώσσα δηλαδή πού μόνο μέσα στο περιορισμένο κύκλο που μιλιέται γίνονται κατανοητά τα νοήματα της. Δεν θυμάμαι ούτε πώς, ούτε γιατί ξεκίνησε ο Πληθυντικός ανάμεσα σε μένα και τον Μουρίκη, αλλά είναι αδύνατον πια να επικοινωνήσουμε στον Ενικό.

Κάποια στιγμή, όταν η ταινία θα έχει γίνει πια παρελθόν και οι εικόνες και οι ήχοι της θα προβάλλονται αμυδρά στην οθόνη της μνήμης, τέτοιου τύπου μικρές λεπτομέρειες θα θυμίζουν κάτι από την ειλικρίνεια που θέλαμε να διαπερνάει την ταινία. Και δεν μιλάω στον εαυτό μου στον Πληθυντικό. Μια ταινία μπορεί να τη ξεκινήσει κάποιος μόνος του αλλά όχι και να την τελειώσει. Η συγκεκριμένη ταινία είναι περισσότερο από όλες τις άλλες που έχω κάνει προϊόν σκληρής συλλογικής εργασίας και μόχθου.

Στην ταινία παίρνετε τη μορφή ενός ντετέκτιβ που βυθίζεται στην αγωνία του να εντοπίσει τη σύγχρονη Μήδεια, τη δική του Μήδεια. Τελικά, είναι φιλμ νουάρ για εσάς το ντοκιμαντέρ αυτό;

Το κλασικό φιλμ νουάρ είναι το μοναδικό κινηματογραφικό είδος που έχει στενή σχέση με την αρχαία τραγωδία. Πεπρωμένο, Ύβρις, Από μηχανής Θεός, Μοιραία γυναίκα, ο φόνος γίνεται μόνο κάτω από αδήριτες αναγκαιότητες και όχι για να ανακαλύψουμε το δολοφόνο. Και κυρίως όταν ξεκινάει μια ταινία νουάρ, το συμβόλαιο που έχει υπογράψει ο ήρωας με τον εξωτερικό αλλά και τον εσωτερικό του κόσμο γίνεται χαρτοπόλεμος και ή θα υπογράψει ένα καινούριο ή θα συντριβεί.

Συνήθως συμβαίνει το δεύτερο. Σ’ αυτό το αριστούργημα που ονομάζεται «Λεωφόρος της Δύσεως», η Νόρμα Ντέσμοντ είναι η μοιραία γυναίκα για τον ήρωα, η Μήδεια είναι αυτοπροσώπως η Μοίρα. Oι περισσότερες ταινίες μου έχουν συνειδητές επιρροές από το νουάρ, πόσω μάλλον ασυνείδητες. Δεν ξέρω αν ένα ντοκιμαντέρ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί νουάρ, με τιμάει πάντως που το σκεφτήκατε. Ο συγκριμένος βέβαια ντετέκτιβ που μπροστά του ο Κλουζώ είναι ιδιοφυία, ούτε μύδι δεν είναι ικανός να βρει, όχι τη Μήδεια.

Δεν ξέρω, πάντως, τι ντοκιμαντέρ είναι αυτό που ακόμα και οι συνεντεύξεις με ανθρώπους που συναντήσαμε στο δρόμο έχουν μπει στην ταινία για να υπηρετήσουν αποκλειστικά την αφήγηση.

Αν θυμάμαι καλά, έχετε πει πως η ταινία κινείται στη σφαίρα του συνειρμικού. Αν ισχύει αυτό, το ερώτημα που προκύπτει είναι πού και πώς συναντιέται ο δικός σας συνειρμός με εκείνον τον υπολοίπων συντελεστών της ταινίας, από τους παλιούς σας φίλους και συναδέλφους μέχρι τον άνθρωπο που συναντάτε στο δρόμο.

Η ταινία ξεκίνησε με ένα αχνό σχεδιάγραμμα και κατά τη διάρκειά της βρισκόμουν ανάμεσα σε γυρίσματα, μοντάζ, σενάριο, και τανάπαλιν διαρκώς. Αυτό που έμαθα είναι πως όταν δεν ξέρεις ακριβώς πού πας, πας πιο μακριά.

Όταν η ταινία ξεκινάει από ένα πρωταρχικό βίωμα και έχει τη γνησιότητα του, τότε συμβαίνουν δύο πράγματα. Η ταινία κουβαλάει τις ατέλειες αυτών που την έφτιαξαν, αλλά από την άλλη, αυτό το πρωταρχικό βίωμα έχει τη δυνατότητα να αποσβένει τους κραδασμούς των αδυναμιών που έχει η ταινία σε αφηγηματικό και αισθητικό επίπεδο. Δε με ενδιαφέρουν πια οι ασκήσεις ύφους στο κινηματογράφο, αλλά οι ασκήσεις ήθους.

Επειδή ακριβώς όπως λέτε και εσείς η ταινία έχει κάτι συνειρμικό, η μεγάλη δυσκολία που υπήρχε σε αυτή την ταινία ήταν η συνεννόηση ανάμεσα σε μένα που ήξερα ελάχιστα πράγματα για το τι θέλω να κάνω και στους στενούς μου συνεργάτες.Εν τέλει όμως μέσα από συγκρούσεις που είχαν σαν στόχο να κάνουμε αυτό το φιλμ όσο γίνεται καλύτερο, παραμερίζοντας τους εγωισμούς μας, καταφέραμε να συνεννοηθούμε.

Σε σχέση με τους ανθρώπους στο δρόμο δεν είχαμε κάποιο πρόβλημα γιατί τους ζητήσαμε απαντήσεις όσον αναφορά τα θέματα που θίγει το έργο. Και πάρα πολλές φορές μέναμε με ανοιχτό το στόμα από αυτά που ακούγαμε, το τυχαίο εισέβαλλε δημιουργικά στην έρευνα μας με αποτέλεσμα ο δρόμος, λειτουργώντας σαν σύγχρονος χορός, να δώσει ουσιαστικά στην ταινία τη μορφή που έχει σήμερα. Και αν καταφέρω να συνεχίσω να κάνω ταινίες αυτό είναι κάτι που θα το πάρω πολύ σοβαρά υπ’ όψιν μου.

Η «Μήδειά» σας διαποτίζεται από μία αίσθηση αδιεξόδου. Το ίδιο αδιέξοδο σας υπογράμμιζαν on camera και κάποιοι από τους συναδέλφους σας όταν πρωτοξεκινούσατε την περιπέτεια αυτή. Σαν να μην πίστευαν πως μπορεί αυτή η ταινία να ολοκληρωθεί. Η απορία μου είναι αν έχετε προλάβει να τους δείξετε την ταινία, ολοκληρωμένη πια, και αν ναι, τι σας είπαν;

Όπως μπαίνει κάποιος σε ένα σπήλαιο με εφόδιο μόνο ένα φακό, έτσι ξεκίνησα και εγώ μπαίνοντας στη ταινία. Έχετε δίκιο για το αδιέξοδο αλλά το σπήλαιο είχε εντέλει μια μικρή διέξοδο προς το φως. Αν δεν υπήρχαν ο Βαγγέλης Μουρίκης και ο Νίκος Χουρμουζιάδης ακόμα θα έψαχνα την έξοδο από τη σπηλιά του Ευριπίδη.

Συνήθως ο σκηνοθέτης μιας ταινίας είναι αυτός που δίνει τις λύσεις. Αυτό δεν ίσχυε στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι εμμονές μου με είχαν μετατρέψει σε μέρος του προβλήματος της ταινίας και υπήρξαν ενστάσεις και αντιρρήσεις που ήταν εύλογες. Δεν ήξερα τι μου γινότανε. Όταν η ταινία έφτασε σε ένα επίπεδο να μπορούμε να τη δείξουμε, αυτοί που την είδαν μας είπαν πως άξιζε ο επταετής κόπος. Υπήρχαν επίσης και σοβαρές επιφυλάξεις για κάποια πράγματα, αλίμονο.

Ευτυχώς όμως κανένας δεν μας είπε, καλό το παραμύθι σας αλλά δεν έχει Δράκο. Η ταινία έχει Δράκο, αυτό είναι βέβαιο, επίσης δουλέψαμε με ειλικρίνεια στη καρδιά και με πολύ κόπο, τα υπόλοιπα δεν εξαρτώνται από μας. Δυστυχώς δεν πρόλαβε ο Νίκος Χουρμουζιάδης να δει τη ταινία ολοκληρωμένη και όταν το αναλογίζομαι κάτι σφίγγεται στο στήθος μου.

Και μία ερώτηση για το τέλος: τι αντιπροσώπευε για εσάς η Μήδεια πριν, και τι μετά την ολοκλήρωση της ταινίας;

Καταρχήν όταν μπήκα σ’ αυτή τη περιπέτεια δεν μου περνούσε καν από το μυαλό ότι θα περνούσαν επτά χρόνια ακριβώς για να πάρει μια μορφή που να θυμίζει ταινία. Αν το ήξερα ίσως να μην ξεκίναγα ποτέ. Όπως και η Μήδεια πιάνεται για να μην γκρεμιστεί, από τις δυνάμεις που την τρέφουν, Ήλιο, Σελήνη, Δηλητήρια, έτσι κι εγώ πιάστηκα από αυτά που με κρατάνε όρθιο.

Το σινεμά, τους φίλους μου και το νησί, γιατί είχα την επιθυμία να γλυτώσω από τα δικά μου προσωπικά φαντάσματα που με κυνηγούσαν…

Μεγάλο κέρδος για μένα ότι αντιμετώπισα κάτι τόσο μεγάλο, είδα τα όρια και τη μικρότητα μου. Ο δε Ευριπίδης με τρομάζει αλλά και με γοητεύει αφάνταστα πια. Μεγαλοφυής, έχει ρίξει φως στα πιο σκοτεινά αρχέγονα στρώματα του ανθρώπινου ψυχισμού. Στην εποχή που ζούμε θα είχαμε πολλά να μάθουμε από τον συγγραφέα της αμφιβολίας και των μεγάλων ηθικών διλημμάτων.

Κλείνοντας, θα ήθελα να προσθέσω ότι λίγο πριν το τέλος της διαδρομής αναγνώρισα αυτό που είχα πραγματικά ανάγκη αλλά μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα ιδέα περί τίνος πρόκειται. Προσπαθώντας να περάσω μέσα από τις Συμπληγάδες της Μήδειας, και για να πω την αλήθεια δεν τραυματίστηκα μόνο ελάχιστα στη πρύμνη, κατάλαβα ότι η πραγματική μου ανάγκη ήταν να αποκτήσω καινούρια ταυτότητα, αφού η παλιά είχε λήξει προ πολλού και δεν το είχα πάρει χαμπάρι.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ