O Κώστας Φιλίππογλου είναι ένας διακεκριμένος σκηνοθέτης με σπουδαία διαπιστευτήρια στο χώρο του θεάτρου. Έχει υπάρξει μαθητής του Πίτερ Μπρουκ και της Αριάν Μνουσκίν, το 1999 συνεργάστηκε στο εξωτερικό με την θεατρική ομάδα «Complicite», ενώ έχει διδάξει στο Ινστιτούτο του Λι Στράσμπεργκ στη Νέα Υόρκη και στο περίφημο Actor's studio.
Τον συναντήσαμε με αφορμή τη συμμετοχή του στη νέα ταινία της Μαργαρίτας Μαντά «Για Πάντα». Εκεί είναι ο Κώστας, ο ρομαντικός οδηγός του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, που αποφασίζει να άρει τη μοναχικότητά του και ερωτεύεται την Άννα (Άννα Μάσχα), μία γυναίκα που οδηγεί καθημερινά από το Θησείο μέχρι τον Πειραιά.
Με την ιδιότητα του ηθοποιού μάς μίλησε για την αγάπη του για τον κινηματογράφο, για το πώς είναι οι σκηνοθέτες ως ηθοποιοί, το νεο-ρομαντισμό του σήμερα και για το τι αξίζει να μείνει για πάντα.
Υπάρχει κάτι που μπορεί να μείνει για πάντα ή απλώς προσπαθούμε να ξεγελάσουμε το φόβο της απώλειας;
Σκεφτόμουν αυτές τις μέρες τι μπορεί να μείνει για πάντα. Όταν έχεις ένα παιδί, κάποιον πολύ κοντινό, τότε ξαφνικά πιστεύεις ότι κάποια συναισθήματα μπορούν να κρατήσουν για πάντα.
Όλα είναι εφήμερα στη ζωή μας, αλλά όταν βρίσκεσαι ξαφνικά μπροστά στο θαύμα της ζωής ή του θανάτου, πιστεύεις πως κάποια πράγματα μπορούν να κρατήσουν για πάντα και να ξεπεράσεις το ενδεχόμενο του εφήμερου και της θνητότητας.
Έχει συμβεί με τον τετράχρονο γιο μου να λέω πως θα τον αγαπώ για πάντα, όχι μόνο όσο ζω, αλλά για πάντα. Έχεις μία αίσθηση ότι αυτό μπορεί να συνεχιστεί αιωνίως.
Τι άλλο θα μπορούσε να κρατήσει για πάντα; Φοβόμαστε πως ο πλανήτης δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα ή τουλάχιστον στη μορφή που είναι τώρα αφού τον καταστρέφουμε. Μόνο τα συναισθήματα μπορούν να κρατήσουν για πάντα.
Μιας και μιλάμε λοιπόν για συναίσθημα, ο Κώστας στην ταινία προκύπτει να είναι ένας αρκετά ρομαντικός χαρακτήρας. Υπάρχει λοιπόν περιθώριο ρομαντισμού στην Αθήνα του 2015;
Ναι, υπάρχει! Σε κάθε εποχή υπήρχε και θα συνεχίσει να υπάρχει. Έχω την αίσθηση ότι στις τέχνες αρχίζουμε να βιώνουμε μία εποχή νεο-ρομαντισμού και νεο-συμβολισμού. Ο αιώνας της απλής αμεσότητας και της καθημερινής αναπαράστασης στην αισθητική έχει περάσει.
Οδηγούμαστε σε μία εποχή νεο-ρομαντισμού με θέματα που ξεφεύγουν από την απλή καθημερινότητα και πάνε σε ένα νέο επίπεδο συμβολισμού και σημαίνοντος.
Σε μία πόλη ωστόσο όπως η Αθήνα, που έχει αλλάξει δραματικά τα τελευταία χρόνια, φταίνε οι άνθρωποι που σταμάτησαν να σκέφτονται το πάντα και ξεκίνησαν να σκέφτονται το προσωρινό;
Η πόλη αλλάζει προς το χειρότερο, ερημώνει και οι άνθρωποι ερημώνουν και υπάρχει μία θλίψη στην ατμόσφαιρα. Αυτό κάνει τους ανθρώπους να έρχονται πιο κοντά με τους οικείους τους ή με κάποιες μικρές ομάδες.
Νομίζω πως ο άνθρωπος είναι πολύ κοινωνικό ον και αυτή η συναισθηματική απομόνωση και θλίψη πρόκειται να εκλείψει. Οι άνθρωποι θα ενωθούν μέσα από μικρές ομάδες και ύστερα σε μεγαλύτερες, και θα αρχίσουν να ελπίζουν. Τώρα ολοκληρώνουμε έναν κύκλο και μπαίνουμε στον επόμενο.
Το «Για Πάντα» είναι η δεύτερη συνεργασία σας με τη Μαργαρίτα Μαντά μετά τη «Χρυσόσκονη». Πόσο στενή ήταν η συμμετοχή σας στη δημιουργική πορεία της ταινίας;
Η Μαργαρίτα, όταν συνέλαβε τη συγκεκριμένη ιδέα, με τίμησε με την επιλογή της. Τόσο εγώ, όσο και η Άννα Μάσχα ξεκινήσαμε να δουλεύουμε για την ταινία από πολύ νωρίς.
Οι άνθρωποι είναι πολύπλοκα όντα και μπορούν να είναι πολύ χαρούμενοι ή πολύ θλιμμένοι ή και τα δύο ταυτόχρονα, χωρίς να το καταλαβαίνουν όλοι. Η Μαργαρίτα, που έχει μία ειδική ευαισθησία, ανακάλυψε στοιχεία του χαρακτήρα μας και ξεκίνησε να γράφει την ταινία πάνω μας.
Όταν ολοκληρώθηκε το πρώτο προσχέδιο του σεναρίου αρχίσαμε τις πρόβες και μετά το σενάριο άλλαζε σταδιακά, μέχρι που πήρε την τελική του μορφή. Δεν ξέρω πραγματικά πόσα προσχέδια γράφτηκαν!
Πώς βιώνει λοιπόν ένας θεατράνθρωπος όπως εσείς, την κινηματογραφική διαδικασία;
Λατρεύω τον κινηματογράφο, τον λατρεύω! Μου αρέσει πάρα πολύ η εικόνα. Στο θέατρο προσπαθώ να δημιουργώ εικόνες, γιατί στον κινηματογράφο η δύναμη της εικόνας και της στιγμής παράγει μερικές φορές πολύ μεγαλύτερη ποιητικότητα.
Αυτό προσπαθώ να το περάσω και στη σκηνοθεσία των θεατρικών. Λατρεύω τον κινηματογράφο σαν θεατής και σαν συντελεστής.
Το να κάνεις κινηματογράφο απαιτεί μία τεράστια τεχνική και οφείλεις να ακολουθείς τους ανθρώπους που κατέχουν αυτή την τεχνική όπως είναι ο σκηνοθέτης και ο διευθυντής φωτογραφίας.
Τους ακολουθείς γιατί ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν και μετά προσπαθείς να ενταχθείς σ’ αυτό και να βγάλεις ότι καλύτερο έχεις ως σώμα πλέον, βλέμμα και συναίσθημα για να υπηρετήσεις τη δική τους ποιητική γραμμή.
Με βάση τα παραπάνω είναι εύκολο για έναν σκηνοθέτη να τον σκηνοθετούν;
Είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο! Το καλοκαίρι συνεργάστηκα με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, εγώ σαν σκηνοθέτης και εκείνος σαν ηθοποιός στον «Φιλοκτήτη» στην Επίδαυρο. Ο Μαρμαρινός, που είναι ένας τεράστιος θεατράνθρωπος στην Ελλάδα και σημαντικός σκηνοθέτης, ήταν ο πιο εύκολος ηθοποιός μου. Γιατί;
Γιατί κάποια στιγμή όταν βρεθούμε στα χέρια ανθρώπων που εμπιστευόμαστε, θέλουμε να αφεθούμε. Φεύγει όλο το άγχος της συνολικής δημιουργίας και γεύεσαι την πραγματική στιγμή, με την έννοια ότι εκεί πια παίζεις σαν παιδί. Δεν έχεις πια κανένα βάρος ή τη συνολική ευθύνη της δημιουργίας που έχει ένας σκηνοθέτης. Νομίζω πως οι σκηνοθέτες είναι από τους πιο εύκολους συνεργάτες.
Μιας και στην ταινία υπάρχουν αρκετές στιγμές που κυριαρχεί η σιωπή, πιστεύετε πως οι εικόνες μπορούν να είναι πιο εύγλωττες από τις λέξεις;
Ανάλογα με τη μορφή που έχεις επιλέξει να πεις την ιστορία. Η ίδια ιστορία θα μπορούσε να ειπωθεί ας πούμε με έναν τρόπο πιο απλοϊκό, πιο καθημερινό, πιο αναπαραστασιακό.
Όταν επιλέγεις να κάνεις αυτή την αφαίρεση, να αποφύγεις τον καθημερινό διάλογο, τις τετριμμένες λέξεις και να πας σε μια ποιητική σιωπή που συμπυκνώνει την ιστορία σε εικόνες και σε βλέμματα, αυτό πολλές φορές πετυχαίνει να αποσπάσει τη συγκίνηση του θεατή καλύτερα και να αποδώσει μία ποιητικότητα. Σίγουρα δεν μπορείς να τους αγγίξεις όλους.
Το πώς θα φτιάξεις το έργο τέχνης σου είναι μία επιλογή και το σινεμά είναι τέχνη, δεν είναι μία απλή αναπαράσταση της καθημερινότητας. Αυτό το κάνει η τηλεόραση με έναν τρόπο που είναι μερικές φορές ευχάριστος, μερικές φορές συνηθισμένος.
Το σινεμά νομίζω πως πρέπει -όχι αναγκαστικά, γιατί δεν υπάρχουν πρέπει στην τέχνη- να παράγει ποιητικότητα. Εμένα μου αρέσει όταν υπάρχει αυτή η αφαίρεση στις λέξεις και στις καθημερινές κινήσεις.
Στην ταινία ο Κώστας ερωτεύεται την Άννα, παρόλο που δεν την έχει προσεγγίσει ποτέ. Τι τον έχει πείσει τόσο πολύ σ’ αυτόν τον έρωτα;
Ο Κώστας είναι μία φύση συνεσταλμένη και ντροπαλή και η Άννα είναι ένα κομμάτι που συμπληρώνει το δικό του παζλ. Δε συμβαίνει να ερωτευόμαστε συχνά ανθρώπους από μακριά. Είναι πάρα πολύ σπάνιο, αλλά συμβαίνει.
Εκεί αναγνωρίζουμε στη φιγούρα του άλλου, στο βλέμμα του, στον τρόπο που περπατάει, που κοιτάζει, στοιχεία του εαυτού μας. Στοιχεία που έχουμε ή στοιχεία που δεν έχουμε και θα θέλαμε να αποκτήσουμε. Βλέπουμε το άλλο μας μισό. Νομίζω ότι αυτή η γυναίκα συμπληρώνει τη δική του ύπαρξη και γι’ αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ερωτευμένος μαζί της για πάντα.
Η αγάπη λοιπόν, είναι ένας τρόπος να να εισβάλει χρώμα σε μία σχεδόν ασπρόμαυρη καθημερινότητα.
Ακριβώς, ναι.
Υπάρχουν άλλοι τρόποι;
Σίγουρα υπάρχουν και άλλοι τρόποι. Στη συγκεκριμένη ταινία που κινείται με το δικό της ποιητικό δρόμο, η παρουσία του χρώματος στο τέλος, όταν το συναίσθημα έχει πια ανταπόκριση, ήταν μία σοφή επιλογή από την Μαργαρίτα για να αποδοθεί η ζωή, η ελπίδα και η συνέχεια.
Για τον άνθρωπο το χρώμα είναι ζωή. Δίνει χαρά, ένταση και κίνηση. Στην ταινία είναι πολύ σαφές και πολύ όμορφο, όταν εισβάλει το χρώμα.
Ως καλλιτέχνης τι θα επιλέγατε να κληροδοτήσετε στους ανθρώπους, ώστε να μείνει για πάντα;
Σε μία κάψουλα χρόνου θα έβαζα με χαρά τους αρχαίους Έλληνες τραγικούς και τον Ντοστογιέφσκι. Όσοι έχουν μείνει ήδη κλασικοί σε κάθε Τέχνη, είναι στιλπνοί, καθαροί και δεν τους σκουριάζει ο χρόνος.
Δεν είμαι τόσο σπουδαίος για να πως ποιος θα είναι ο επόμενος κλασικός. Αυτό άλλωστε δεν το ορίζει κανένας, παρά η ίδια η ανθρωπότητα.
Η ταινία «Για Πάντα» θα προβάλεται αποκλειστικά στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας από τις 29 Ιανουαρίου.
«Οι άνθρωποι δεν έπαψαν να αγαπούν»: Συνέντευξη με την Μαργαρίτα Μαντά εδώ






