Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Μαρίας Ντούζα «Το Δέντρο και η Κούνια» έκανε πρεμιέρα στο 37ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μόντρεαλ στο τμήμα Focus on World Cinema και αμέσως μετά στο 19ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας – Νύχτες Πρεμιέρας.
Στον πυρήνα της ταινίας οι σχέσεις των ανθρώπων και οι μετακινήσεις τους. Μια σύγχρονη καταγραφή για τον ρόλο της μετανάστευσης στη διαμόρφωση χαρακτήρων αλλά και των ανθρώπινων, και πιο συγκεκριμένα των οικογενειακών σχέσεων.
Η Ελένη (Μυρτώ Αλικάκη) έχει εδώ και χρόνια φτιάξει τη ζωή της στο Λονδίνο. Είναι ευτυχισμένη από το γάμο της με τον Χάρι (Τζον Μπίνκελ), με τον οποίο έχουν μία κόρη, την Άννα (Ίρις Μήττα), ενώ η καριέρα της ως καρδιολόγος προχωρά περίφημα.
Μία απροσδόκητη εξέλιξη, όμως, υποχρεώνει τον Χάρι να πάρει εσπευσμένα μετάθεση για την Κίνα. Έχοντας βρεθεί προ τετελεσμένου, η Ελένη αποφασίζει να επισκεφθεί με την Άννα την Ελλάδα για τις πασχαλινές διακοπές, αποδεχόμενη την πρόσκληση του πατέρα της.
Μόνο που ο Κυριάκος (Ηλίας Λογοθέτης) έχει αποξενωθεί από την κόρη του από τότε που εκείνη αποφάσισε να φύγει για το εξωτερικό. Συν τοις άλλοις, όμως, η Ελένη καλείται να αντιμετωπίσει στο πατρικό της μια κατάσταση πολύ διαφορετική από εκείνη που φανταζόταν, καθώς μία γυναίκα από τη Σερβία, η Νίνα (Μιριάνα Καρανόβιτς), είναι εγκατεστημένη εκεί, μαζί με την κόρη της, Μίρα (Ελένη Κουλέτση).
Το cinemag.gr μίλησε στην Μυρτώ Αλικάκη για το χαρακτήρα που υποδύεται, το ρόλο της μνήμης στην ταινία και τη μετανάστευση στην κοινωνία τού σήμερα.
Η Ελένη, είναι γιατρός και μεταναστεύει στο Λονδίνο, όπου και κερδίζει μία θέση σε πανεπιστήμιο. Αλλιώς είναι η θέση της στην κοινωνία και αλλιώς της Νίνας, της κοπέλας από τη Σερβία, που φροντίζει τον πατέρα της Ελένης στο χωριό, παρότι και οι δύο γυναίκες εργάζονται.
Πόσο μάλλον να μιλήσουμε για έναν μετανάστη άλλου τύπου. Η Ελένη μεταναστεύει και άρα πρέπει να ξεριζωθεί από μια χώρα και να ζήσει, να εξοικειωθεί και να προσαρμοστεί σε μια νέα, χωρίς όμως να χάνει την ουσία, αυτό που ήδη έχει. Χωρίς ποτέ να χάνει το κοινωνικό της επίπεδο.
Σήμερα η μετανάστευση έχει ξαναγίνει σε πολλές περιπτώσεις αναγκαστική αλλά το θέμα είναι πώς βλέπουμε τον αλλοεθνή δίπλα μας. Τον βλέπουμε ως μετανάστη ή ως πολίτη του κόσμου;
Υπάρχουν πολλών ειδών μεταναστεύσεις. Ακόμη κι όταν πρόκειται για αναγκαστική μετανάστευση, για την κοινωνία παίζει τεράστιο ρόλο σε ποια τάξη ανήκει ο άνθρωπος που μετακινείται.
Μπορεί κάποιος να μεταναστεύει γιατί τον έστειλε η τράπεζα, στην οποία δουλεύει, σε άλλη χώρα. Αυτή είναι μια αναγκαστική μετανάστευση, αλλά αυτός πηγαίνει εκεί με κάποιες προϋποθέσεις. Έχει βρει μια καλή δουλειά, ένα σπίτι και ό,τι άλλο θα χρειαστεί στην ξένη χώρα.
Είναι άλλο πράγμα, όμως, οι μετανάστες από πολύ φτωχές χώρες που έρχονται με σκοπό να βρουν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Η κοινωνία απέναντι στη δεύτερη περίπτωση στέκεται επιφυλακτικά, πράγμα το οποίο είναι πάρα πολύ άδικο, αλλά κι απ’ την άλλη κατανοητό σε κάποιο βαθμό. Γιατί αυτό, όταν συμβαίνει χωρίς προγραμματισμό και χωρίς όρια, επιφέρει φαινόμενα που βλέπουμε αυτή τη στιγμή στη χώρα μας, που αηδιάζουν.
Η Μαριάννα Καράνοβιτς («Underground», «Ο Μπαμπάς Λείπει σε Ταξίδι για Δουλειές») υποδύεται τη Νίνα, από τη Σερβία, που φροντίζει τον πατέρα της Ελένης και διεκδικεί μία θέση στην οικογένεια. Ένα θέμα που είχε θίξει και ο Φίλιππος Τσίτος στην «Ακαδημία Πλάτωνος» είναι, πώς γίνεται να δεχτούμε στην οικογένεια μας έναν αλλοεθνή;
Η τεράστια διαφορά ανάμεσα στη ταινία του Τσίτου και στο «Δέντρο και η Κούνια» είναι ότι στην «Ακαδημία Πλάτωνος» υπάρχει συνολικά μία ρατσιστική αντιμετώπιση των ξένων. Μπορεί όχι ακραία και επιθετική, είναι όμως μια κατακραυγή για την ρατσιστική αντίληψη απέναντι στους Αλβανούς, στην προκειμένη περίπτωση.
Εδώ υπάρχει κατά περιπτώσεις μια προκατάληψη, αλλά το πρόβλημα της «ένταξης» στην οικογένεια που προκύπτει, δεν είναι λόγω της καταγωγής της Νίνας. Είναι θέμα αποκάλυψης, μυστικών, αλλά όχι ρατσισμού. Καλώς ή κακώς ο κάθε λαός είναι ρατσιστής με συγκεκριμένους λαούς.
Τι ρόλο παίζει η μνήμη στην ταινία;
Είναι αυτή ακριβώς η κλειδωμένη μνήμη, η μνήμη που έχουμε απωθήσει, η οποία πιστεύω ακράδαντα ότι όσο παραμένει σε απώθηση δημιουργεί μία τρύπα στη ψυχή και είναι το πρόβλημα το οποίο πρέπει να λυθεί. Όλοι οι ήρωες έχουν ένα τραύμα βιωμένο και κλειδωμένο. Το πώς θα το αντιμετωπίσουν είναι η κινητήριος δύναμη για την ταινία.
Ως μητέρα αλλά και ως κόρη, πώς βιώσατε το ρόλο και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελένη στην ταινία;
Είναι ένας ρόλος που τον αγάπησα τρομαχτικά απ' τη πρώτη στιγμή. Νιώθω ότι καταλαβαίνω πολλά πράγματα σ’ αυτό το χαρακτήρα. Με συγκινεί γιατί βλέπω έναν άνθρωπο καλοσυνάτο, τίμιο, που έχει πάντα στο μυαλό του τις καλύτερες προθέσεις και πολλές φορές οι άμυνες που χτίζει με τα χρόνια μπορεί να τον κάνουν σκληρό, απότομο, και κάποιες φορές σε αδυναμία να εκφράσει τη τρυφερότητα του.
Και αυτό το δέσιμο που έχει με το πατέρα της μου είναι πάρα πολύ οικείο. Εμένα ο πατέρας μου δεν ζει εδώ και πολλά χρόνια και η σχέση αυτή με τον Ηλία Λογοθέτη ήταν για μένα ιδιαιτέρως φορτισμένη και συγκινητική.
«Το Δέντρο και η Κούνια» κυκλοφορεί ήδη στις ελληνικές αίθουσες.






