• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Μιριέλ και Ντελφίν Κουλέν: «Η ισότητα μεταξύ των φύλων υπάρχει, μέχρι κάτι να πάει στραβά»

17 Νοέ 2016 | Θέματα, Συνεντεύξεις | 0 comments

Την περασμένο Απρίλη, οι αδελφές Κουλέν («17 Κορίτσια») όχι μόνο προήδρευσαν της κριτικής επιτροπής του 17ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Αθήνας, αλλά είδαν και τη νέα τους ταινία, το ελληνικού ενδιαφέροντος «The Stopover», να επιλέγεται στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα του Φεστιβάλ Καννών. Η συνάντηση που είχαμε μαζί τους στο ενδιάμεσο, είχε ασφαλώς ξεχωριστό ενδιαφέρον.
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Η αλήθεια είναι ότι δε συνηθίζουμε να ακούμε πως η Ελλάδα είναι φιλικός προορισμός για κινηματογραφικές παραγωγές. Όταν όμως ο ισχυρισμός προέρχεται από δύο Γαλλίδες σκηνοθέτιδες, τη Μιριέλ και τη Ντελφίν Κουλέν, οι οποίες επισκέπτονται τη χώρα μας από κοριτσάκια, έχουν γυρίσει εδώ ντοκιμαντέρ και μάλιστα έχουν πρόσφατα ολοκληρώσει την τελευταία τους μεγάλου μήκους, γυρισμένη κατά κύριο λόγο στη Ρόδο, τότε καλό είναι να τον λάβουμε σοβαρά υπόψη.

Το νέο τους, ελληνογαλλικής παραγωγής φιλμ με τίτλο «Voir du Pays» («The Stopover»), επιλέχθηκε στο επίσημο πρόγραμμα του 69ου Φεστιβάλ Καννών, όπου και έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο πλαίσιο του τμήματος Ένα Κάποιο Βλέμμα. Πρόκειται για μια ταινία με έντονο το ελληνικό στοιχείο, αφού φιλοξενεί στο καστ την Αριάν Λαμπέντ, τον Ανδρέα Κωνσταντίνου και τον Μάκη Παπαδημητρίου.

Η Λαμπέντ πρωταγωνιστεί μαζί με τη Soko στο ρόλο δύο Γαλλίδων στρατιωτικών που έχουν μόλις επιστρέψει από το Αφγανιστάν σε ευρωπαϊκό έδαφος (το φιλμ υποτίθεται διαδραματίζεται στην Κύπρο, με το μεγαλύτερο μέρος των γυρισμάτων ωστόσο να έχει γίνει στη Ρόδο). Κατά την τριήμερη παραμονή τους στο ηλιόλουστο νησί, η οποία περιλαμβάνει διαμονή σε πολυτελές ξενοδοχείο ως μέρος ενός προγράμματος αποσυμπίεσης από την εμπειρία του πεδίου της μάχης, οι δύο γυναίκες αρχίζουν να έρχονται σταδιακά αντιμέτωπες με όσα τις κληροδότησε η συμμετοχή στον πόλεμο, ενώ παράλληλα γνωρίζουν τους χαρακτήρες που υποδύονται οι Κωνσταντίνου και Παπαδημητρίου.

Οι αδερφές Κουλέν είχαν ήδη προλάβει να τραβήξουν το ενδιαφέρον του ελληνικού κοινού από το 2011 και συγκεκριμένα την πρώτη τους, μεγάλου μήκους σκηνοθετική απόπειρα, τα «17 Κορίτσια». Η επιστροφή τους στο φετινό Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, τις έφερε εκ νέου σε αυτή που αποκαλούν δεύτερη πατρίδα τους, προκειμένου να προεδρεύσουν της κριτικής επιτροπής, πλάι στους Λήδα Γαλανού, Σπύρο Γιανναρά, Στεφανία Γουλιώτη και Παναγιώτη Ευαγγελίδη.

Η συνάντηση μαζί τους πραγματοποιήθηκε πριν τις ανακοινώσεις των Καννών, όμως οι ήδη γνωστές πληροφορίες για τη νέα τους δουλειά προσφέρονταν για μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κουβέντα. Το «Stopover», άλλωστε, μιλά σύμφωνα με τις ίδιες τις σκηνοθέτιδες για τη «γυναικεία βία», θέτοντας ταυτόχρονα το ζήτημα της ισότητας μεταξύ των φύλων στο τραπέζι, και μάλιστα εντός ενός ανδροκρατούμενου πλαισίου όπως είναι ο στρατός. Την ίδια στιγμή, αναφέρεται σε έναν πόλεμο, τις συνέπειες του οποίου εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε, είτε μέσω της προσφυγικής κρίσης είτε μέσω της ανόδου του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους. Η Δύση και οι ευθύνες της, οι λεγόμενες «ευρωπαϊκές αξίες» στο όνομα των οποίων ισοπεδώθηκαν εκ νέου χώρες στη Μέση Ανατολή, καθώς και άλλες παράμετροι μπαίνουν στην εξίσωση μιας συζήτησης που μεταξύ άλλων εντείνει την προσμονή να δούμε πώς όλα αυτά καταφέρνουν να συνδεθούν στο σύμπαν της ταινίας.

Φωτογραφία από την ταινία «17 Κορίτσια»

Έχετε έρθει στην Ελλάδα αρκετές φορές, και για να γυρίσετε ταινίες…

Μιριέλ Κουλέν: Ναι, ερχόμαστε εδώ με την Ντελφίν από όταν ήμασταν μικρά παιδιά. Αγαπάμε την Ελλάδα, είναι κάτι σαν τη δεύτερη πατρίδα μας. Έχω κάνει δύο ντοκιμαντέρ εδώ, στα οποία έκανε παραγωγή η αδερφή μου, το ένα στα Δωδεκάνησα και το άλλο στην Αθήνα. Ήταν περισσότερο σαν ταξιδιωτικά ημερολόγια, σχετικά με το πώς βλέπεις τα πράγματα γύρω σου. Μια προσωπική ματιά του να ταξιδεύεις σε αυτή τη χώρα. Αυτή τη φορά όμως (σ.σ. εννοεί με το «Voir Du Pays») το πήγαμε ένα βήμα παραπέρα γυρίζοντας μια ταινία μυθοπλασίας στην Ελλάδα και πρέπει να πούμε πως πραγματικά απολαύσαμε πολύ το μοιραστούμε αυτή την εμπειρία με τους συντελεστές. Η μισή ομάδα άλλωστε ήταν Γάλλοι και η άλλη μισή Έλληνες.

Μέρος του «Voir Du Pays» έχει γυριστεί στη Ρόδο αλλά διαδραματίζεται υποτίθεται στην Κύπρο. Τι στοιχεία δανειστήκατε από το νησί για την ταινία;

Μ.Κ.: Για λόγους που έχουν να κάνουν με την παραγωγή, ήταν πολύ ευκολότερο να πραγματοποιήσουμε γυρίσματα στη Ρόδο από ότι στην Κύπρο. Άλλωστε δεν ήταν το σκηνικό στην Κύπρο αυτό που ήταν το σημαντικό, αλλά αυτοί οι στρατιώτες που έρχονται απ’ το Αφγανιστάν, οι οποίοι καλούνταν να μπουν σε αυτή τη συγκεκριμένη ατμόσφαιρα. Χρειαζόμασταν ένα πεντάστερο ξενοδοχείο, θάλασσα και ήλιο για να βάλουμε εκεί τους στρατιώτες. Η Ντελφίν μάλιστα έγραψε ένα μυθιστόρημα στη Ρόδο…

Ντελφίν Κουλέν: Ξεκίνησα…

Μ.Κ.: Σωστά, το ξεκίνησε. Οπότε, παρατήρησε πως γνωρίζαμε την Κύπρο πολύ καλά και τη Ρόδο επίσης, και συνειδητοποίησε πως υπάρχουν πολλές ομοιότητες μεταξύ π.χ. της Λάρνακας και της πόλης της Ρόδου. Έτσι, για λόγους που εξυπηρετούσαν την παραγωγή, σκεφτήκαμε πως δε θα ήταν τόσο ψεύτικο να κάνουμε γυρίσματα στο νησί.

Ν.Κ: Έτσι, γυρίσαμε αρκετές μέρες στην Κύπρο και το υπόλοιπο στη Ρόδο.

Άρα γυρίσατε και στην Κύπρο, τελικά.

Μ.Κ.: Ναι, κυρίως για κάποια γενικά πλάνα χρειαζόμασταν το κυπριακό σκηνικό.

Ν.Κ.: Και στο μισό φιλμ οι ηρωίδες παραμένουν στο ξενοδοχείο, οπότε θα μπορούσαν να είναι στην Κορσική, το Μαρόκο ή οπουδήποτε.

Η ταινία ασχολείται με τη γυναικεία βία. Δεν είναι η βία κάτι που αφορά ως επί το πλείστον το ανδρικό φύλο;

Ν.Κ.: Δε βλέπω γιατί οι άνδρες έχουν το μονοπώλιο στη βία, νομίζω πως μπορούμε να είμαστε εξίσου βίαιες με εκείνους. Όμως είναι συνήθης η εντύπωση πως οι γυναίκες είναι λιγότερο βίαιες ή ότι αν εκείνες ήταν επικεφαλής στον κόσμο δε θα υπήρχαν πόλεμοι – είμαι σίγουρη πως θα υπήρχαν. Ήταν ενδιαφέρον λοιπόν για μένα να στοχαστώ πάνω στις γυναίκες και τη βία, γιατί πιστεύω πως οι γυναίκες και οι άνδρες είναι ίσοι, αλλά την ίδια στιγμή θα προτιμούσα να είναι περισσότερο έξυπνες και να μην κάνουν πόλεμο.

Μ.Κ.: Έχει επίσης να κάνει, νομίζω, και με τον μοντερνισμό. Γιατί, αν πάρεις για παράδειγμα τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο, οι άνδρες πήγαιναν στον πόλεμο γιατί έπρεπε ασφαλώς να δώσουν μάχες σώμα με σώμα. Χρειαζόταν δηλαδή να είναι κανείς δυνατός σωματικά. Δεν είναι κάτι άγνωστο πως εν γένει ένας άνδρας είναι συνήθως πιο δυνατός σωματικά από μια γυναίκα. Σήμερα όμως, με τα drones και όλα αυτά μπορεί κάλλιστα να είναι μια γυναίκα αυτή που θα πατήσει ένα κουμπί και ξαφνικά να πέσει μια βόμβα κάπου στο Ιράκ ή τη Συρία. Τα μέσα στον πόλεμο είναι πλέον διαφορετικά.

Ν.Κ.: Ταυτόχρονα βέβαια όλο αυτό είναι μια σύμβαση που έχει υπερισχύσει, γιατί στη Γαλλία για παράδειγμα, κατά το Μεσαίωνα, μια αριστοκράτισσα είχε περισσότερες πιθανότητες να πάει να πολεμήσει από έναν φτωχό άνδρα, κι αυτό διότι ο πόλεμος ήταν υπόθεση των πλουσίων. Οι φτωχοί τότε δεν πήγαιναν στον πόλεμο και για τις γυναίκες ήταν μάλλον φυσιολογικό να πολεμήσουν, αρκεί να ήταν πλούσιες. Στις σταυροφορίες ή στην περίπτωση υπεράσπισης ενός κάστρου, μια γυναίκα μπορούσε να πάρει τα όπλα, όπως π.χ. η Ιωάννα της Λωραίνης. Αλλά αυτά δεν είναι τα μόνα παραδείγματα, νομίζω και εσείς έχετε αντίστοιχες ηρωίδες, ενώ υπάρχουν και οι Αμαζόνες.

Το επόμενο ερώτημα που προκύπτει εδώ είναι πώς ακριβώς προσεγγίζετε στην ταινία τη γυναικεία βία μέσα σε ένα ανδροκρατούμενο πλαίσιο όπως εξακολουθεί να είναι ο στρατός.

Μ.Κ.: Το δείχνουμε μέσω των δύο κεντρικών γυναικείων χαρακτήρων, που στην αρχή βλέπουμε να μην έχουν κανένα πρόβλημα να είναι γυναίκες και να πηγαίνουν στον πόλεμο. Προέρχονται από μια περιοχή όπου δεν υπάρχουν δουλειές κι έτσι αποφασίζουν να καταταγούν, όπως κάνουν και τα αγόρια που προσπαθούν να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους. Πιστεύουν πως είναι ίσες με εκείνους και προτιμούν να είναι στρατιώτες από σύζυγοι στρατιωτών. Στον πόλεμο όμως συνειδητοποιούν πως δε μπορείς να σκεφτείς πως είσαι ίσος όταν αυτοί που έχεις μπροστά σου πιστεύουν πως δεν είσαι. Οι άνδρες, σε αυτό τον ανδροκρατούμενο κόσμο πιστεύουν πως είναι ανώτεροι, και στην Κύπρο, όπου οι ηρωίδες βρίσκονται για τρεις μέρες προκειμένου να αποφορτιστούν από την εξάμηνη παραμονή τους πεδίο της μάχης και να δώσουν αναφορά της αποστολής τους, αντιλαμβάνονται πως οι συνάδελφοί τους δεν τις αντιμετωπίζουν ως ίσες. Πίσω στο Αφγανιστάν, υπήρξε ένα κρούσμα προδοσίας μέσα στο τάγμα, και οι άνδρες πιστεύουν πως οι γυναίκες ήταν υπεύθυνες.

Ν.Κ.: Υπάρχει μια φράση που μία απ’ τις πρωταγωνίστριες λέει κατά τη διάρκεια του φαγητού: «μας θεωρείτε το ίδιο καλές με τους άνδρες όταν πολεμάμε καλά, αλλά με το που πάει κάτι στραβά, τότε γινόμαστε πάλι γυναίκες». Καταλαβαίνεις; Είναι δηλαδή ίσες, μέχρι κάτι να πάει στραβά. Αυτό είναι το πρόβλημα, και είναι τρομερό για εμάς τις γυναίκες. Στην Κύπρο για παράδειγμα, σοκαρίστηκα όταν έγινε αυτή η αεροπειρατεία πριν δυο εβδομάδες και ο Κύπριος πρόεδρος είπε «όταν υπάρχει πρόβλημα, να θυμάστε πως πάντα μια γυναίκα από πίσω». Και ξέρεις κάτι; Όλοι γέλασαν με αυτό, ακόμη και γυναίκες δημοσιογράφοι, ότι και καλά ήταν ωραίο αστείο. Ακόμα και μέσα από μικρά πράγματα λοιπόν διαπιστώνει κανείς πως είναι μακριά ακόμα η μάχη προκειμένου να επιτευχθεί πραγματική ισότητα μεταξύ των δύο φύλων.

 

Ένα εξίσου ενδιαφέρον στοιχείο στην ταινία σας είναι το μέρος από το οποίο επιστρέφουν οι δύο ηρωίδες, το Αφγανιστάν. Είναι μία από τις χώρες από τις οποίες, εδώ και μήνες, φεύγουν μαζικά άνθρωποι με κατεύθυνση την Ευρώπη, και οι οποίοι μάλιστα δεν λογίζονται ως πρόσφυγες, παρά τον πόλεμο που έχουν βιώσει στην πατρίδα τους. Θα ήθελα να ακούσω τις σκέψεις σας για αυτή την αντίθεση.

Μ.Κ.: Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο στην ταινία. Δεν είναι τυχαίο που τοποθετούμε αυτή τη διαδικασία αποσυμπίεσης των στρατιωτών στην Κύπρο (θα μπορούσε να είναι και στην Ελλάδα) και όχι π.χ. στο Μαρόκο, γιατί είναι κάτι που συμβολίζει την Ευρώπη, τη δημοκρατία και τα ιδανικά μας, ενώ την ίδια στιγμή αυτό ακριβώς μετατρέπεται σε ένα σύμβολο αποτυχίας της Ευρώπης. Θέλω να πω, αυτή τη στιγμή περνάμε σοβαρή κρίση δημοκρατίας, τόσο ιδεολογική όσο και οικονομική. Και το βασικό point της ταινίας είναι πως δε μπορείς να ξεχνάς τη βία μέσα σε τρεις μέρες ούτε να ξεφορτωθείς από πάνω σου τον πόλεμο. Θέλω να πω, τον πόλεμο που διεξάγουμε στο Αφγανιστάν, το Ιράκ ή τη Συρία, όπου στέλνουμε βόμβες και πουλάμε οπλικά συστήματα, είναι μία βία που επιστρέφει σε μας και εκείνοι που πλήττονται από αυτή τη βία, δε μπορούν να την ξεφορτωθούν και έρχονται στην Ευρώπη, εξαιτίας ακριβώς των πολέμων μας. Δεν ξέρω αν γίνομαι σαφής…

Ν.Κ.: Το θέμα είναι πως οι Γάλλοι στρατιώτες που στέλνουμε στο Αφγανιστάν, το Ιράκ και αλλού, όσα έκαναν εκεί, είναι στο πλαίσιο της δουλειάς τους αλλά και μέρος των ιδανικών τους. Έχουν την πεποίθηση πως πρόκειται για έναν καλό πόλεμο, ότι αυτό που κάνουν είναι κάτι καλό και τελικά όταν επιστρέφουν όλα έχουν γαμηθεί, έχουν τραυματιστεί ψυχολογικά και αντιλαμβάνονται πως ο πόλεμος αυτός ήταν μια πλήρης αποτυχία. Και έτσι, όταν φτάνουν στην Κύπρο ή την Ελλάδα, παρότι δεν εμφανίζονται αρκετοί πρόσφυγες στην ταινία, υπάρχει μια σκηνή όπου ένα περιπολικό μεταφέρει πρόσφυγες και το βλέμμα της Αριάν Λαμπέντ διασταυρώνεται με το βλέμμα κάποιου από αυτούς. Τότε αντιλαμβάνεται πως ο πόλεμος στον οποίο συμμετείχε είναι μια πλήρης αποτυχία, πως οι συνέπειες είναι ακόμα χειρότερες και πως το μόνο που έχουν καταφέρει είναι να φέρνουν το πρόβλημα μαζί τους. Ό,τι κάνουμε εκεί είναι το απόλυτο χάος, λοιπόν, και για εμάς είναι κάτι παραπάνω από μια απογοήτευση, είναι μια τεράστια αυταπάτη.

Υποθέτω έχετε κάνει έρευνα σχετικά με τα στρατιωτικά πληρώματα, συνεντεύξεις κλπ. Πόσο επηρέασε αυτή η προσέγγιση την οπτική σας στην ταινία;

Μ.Κ.: Νομίζω η γενική ιδέα που είχαμε για τους στρατιωτικούς άλλαξε κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών. Όχι τελείως, βέβαια, αλλά στην ταινία πρέπει να είσαι υπό μίαν έννοια ρεαλιστής, δε μπορείς να δείξεις κάτι που δεν έχει συμβεί ποτέ στην πραγματικότητα. Με την Αριάν Λαμπέντ πήγαμε και μείναμε επί τρεις μέρες σε στρατόπεδο, προκειμένου να προσεγγίσουμε τον τρόπο ζωής εκεί. Συνειδητοποιήσαμε πως είναι ένας εντελώς άλλος κόσμος.

Ν.Κ.: Αυτό είναι κάτι που δεν το ξέραμε πριν. Για παράδειγμα, στο καστ συμμετείχαν και πέντε πρώην στρατιώτες. Επίσης, η αδερφή μου κι εγώ προερχόμαστε από μια πόλη που έχει πολλούς στρατιωτικούς, οι γονείς δύο εκ των καλύτερων φίλων μου ήταν τέτοιοι, οπότε δεν πρόκειται για έναν κόσμο εντελώς άγνωστο σε μας. Ωστόσο, το να ζήσουμε μαζί τους ήταν κάτι τελείως διαφορετικό και ειδικά οι πρώην στρατιώτες με τους οποίους συνεργαστήκαμε στην ταινία φέρουν ψυχολογικά τραύματα, κυρίως ο ένας εξ αυτών, και τότε συνειδητοποιήσαμε πως πράγματι πίστευαν πως μέσα από την εμπειρία αυτή θα γνωρίσουν τον κόσμο και πως βρέθηκαν στον πόλεμο χωρίς να έχουν καταλάβει πού ακριβώς πηγαίνουν. Αποδείχθηκαν περισσότερο ευαίσθητοι από ό,τι περιμέναμε.

Μ.Κ.: Στην αρχή η στάση μας απέναντί τους ήταν περισσότερο σχηματοποιημένη, λέγαμε «οκ, είναι στρατιωτικοί, είναι δυνατοί κλπ», αλλά δεν είναι έτσι. Και είναι πολλοί οι λόγοι γιατί κατατάσσονται. Τις περισσότερες φορές, είναι οικονομικοί, δεν έχουν δουλειά και ξαφνικά γίνεται πολύ εύκολο να πάνε να πολεμήσουν, για «καλό» υποτίθεται σκοπό. Τελικά όμως, όταν επιστρέφουν, πολλοί λένε δεν είναι όσο εύκολο το περίμεναν…

Ν.Κ.: … και μερικοί είναι τελείως διαλυμένοι ψυχολογικά. Για παράδειγμα, κατά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο τους έβαζαν να πίνουν προκειμένου να υπογράψουν το χαρτί της κατάταξης, αλλά τώρα, με τον στρατό να είναι επαγγελματικός, αποφασίζουν από μόνοι τους να πάνε στον πόλεμο – οπότε δεν έχουμε καμία συμπάθεια προς το πρόσωπό τους – η πραγματικότητα είναι όμως περισσότερο περίπλοκη. Πρόκειται για φτωχά νεαρά άτομα στα οποία ο στρατός λέει «ελάτε, θα γνωρίσετε τον κόσμο». Είναι μια μορφή εκμετάλλευσης κι αυτή, και στοχεύει σε άτομα από τα προάστια του Παρισιού ή τη γαλλική επαρχία. Γι αυτό και το φιλμ λέγεται «Δες τον Κόσμο» («Voir du Pais»). Πήραμε πολλές συνεντεύξεις από στρατιώτες και όλοι, καθότι νέοι, μας έλεγαν «θέλω να δω τον κόσμο» ή ότι «ήθελα να γίνω μηχανικός αλλά δεν υπήρχε δουλειά και στο στρατό μου είπαν πως μπορώ να το κάνω και να επισκευάζω οχήματα». Και όταν τους λες πως δεν πάει κανείς στο στρατό για να επισκευάζει αμάξια, σου λένε «ναι, αλλά αυτό νόμιζα».

Το ενδιαφέρον είναι πως από τον ίδιο θα λέγαμε πληθυσμό που στελεχώνει το στρατό, προέρχονται και εκείνα τα παιδιά που γίνονται τζιχαντιστές.

Μ.Κ.: Ναι! Και το σοκαριστικό είναι πως μερικοί απ’ αυτούς λένε «ήθελα να ασχοληθώ με τον αθλητισμό, γιατί ήμουν γεμάτος ενέργεια». Νομίζω πως και εκείνοι που αποφασίζουν να γίνουν τζιχαντιστές δε διαφέρουν πολύ.

Ν.Κ.: Ακόμα και αν μερικοί εξ αυτών είναι απλώς βλάκες, αναζητούν κάτι μεγαλύτερο απ’ αυτούς, κάποιο ιδανικό. Και οι τζιχαντιστές, όπως και οι στρατιώτες, θέλουν στην πραγματικότητα να πολεμήσουν για κάτι μεγάλο και αυτό είναι κάτι που πρέπει να μας προβληματίσει, ή τουλάχιστον τα κόμματα της αριστεράς. Θέλω να πω, στο παρελθόν ήταν οι κομμουνιστές αυτοί που προσέφεραν στη νέα γενιά κάτι να ονειρευτεί, ένα μέλλον, και αν σήμερα αυτά τα παιδιά καταλήγουν είτε στο στρατό είτε να γίνουν τζιχαντιστές, είναι μάλλον επειδή η κοινωνία δεν τους προσφέρει έναν άλλο τρόπο να ονειρευτούν…

Μ.Κ.: …έναν γρήγορο δρόμο να ονειρευτούν. Τους λένε, αύριο πας στον πόλεμο και σε λίγους μήνες θα γυρίσεις πίσω και θα έχεις χρήματα, αναγνώριση, οι γονείς σου θα είναι περήφανοι. Όταν λοιπόν δεν έχεις προοπτική, μπορεί να δεχτείς. Και υπάρχει κάτι σαν ενθουσιασμός σε όλο αυτό, επειδή όταν ήμασταν στο στρατόπεδο με την Αριάν και παρακολουθήσαμε τα γυμνάσια, ακόμα και εμείς δεν περιμέναμε να βρεθούμε με όπλο στα χέρια και να είμαστε ενθουσιασμένες με αυτό. Παρότι προσωπικά δεν είναι καθόλου το στυλ μου. Όταν παίζεις σε παιχνίδια προσομοίωσης αλλά με αληθινό όπλο στο χέρι, μετά από πέντε λεπτά είσαι εντελώς μέσα σε αυτό, όπως με ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι. Σου αρέσει, κι ας μην είσαι ένα 18χρονο αγόρι. Βγήκαμε λοιπόν από εκείνη την αίθουσα εκπαίδευσης και είδαμε μια ομάδα νεαρών 16 ως 18 χρονών και μέσα σε λίγες μέρες καταλάβαμε πως στους περισσότερους άρεσε πάρα πολύ όλο αυτό. Και τότε σκέφτηκα πως αν ήμουν στη θέση τους ασφαλώς και θα υπέγραφα μετά από την εμπειρία της εκπαίδευσης, ιδίως όταν δεν υπάρχουν άλλες προοπτικές. Φυσικά δεν ξέρω στην πραγματικότητα τη θα έκανα, γιατί προέρχομαι από ένα τελείως διαφορετικό υπόβαθρο, με σπουδές και όλα αυτά, αλλά όλοι εκείνοι που δεν τα έχουν αυτά πιθανότατα θα το τολμούσαν.

Πώς ήταν η συνεργασία με τους έλληνες ηθοποιούς;

Μ.Κ.: Εξαιρετική, ειλικρινά εξαιρετική.

Ν.Κ.: Προέρχονται από το θέατρο, οπότε έχουν μάθει να δουλεύουν πολύ, είναι πολύ ακριβείς στον τρόπο δουλειάς τους.

Μ.Κ.: Έχουν μάθει επίσης να συζητούν πολύ γύρω από το ρόλο τους, είναι επίσης πολύ δημιουργικοί στην ερμηνεία τους. Και κατά τις πρόβες, γιατί αφιερώσαμε αρκετό χρόνο σε αυτές, ήταν πολύ εποικοδομητικοί, πέραν από καλοί χαρακτήρες αφού τα πήγαμε εξαιρετικά μαζί τους. Και επίσης και οι υπόλοιποι συντελεστές, οι άνθρωποι στη Ρόδο, είτε ήταν βοηθοί είτε ασχολούνταν με το στήσιμο του σκηνικού, ήταν επίσης εξαίρετοι.

Αυτές τις μέρες προεδρεύετε στο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Αθήνας. Πώς αντιμετωπίζετε την εμπειρία του να κρίνετε ταινίες; Αισθάνεστε άνετες με το ρόλο αυτό;

Μ.Κ.: Πέσαμε πάνω στην απεργία και φτάσαμε καθυστερημένα εδώ, οπότε μόλις χθες αρχίσαμε να βλέπουμε ταινίες και να συναντάμε τα υπόλοιπα μέλη της κριτικής επιτροπής. Πάντως δε μου αρέσει η ιδέα να κρίνω τη δουλειά άλλων, αλλά το δεχτήκαμε γιατί μόλις είχαμε τελειώσει την ταινία μας και η πρόταση μας ήρθε από την Αθήνα, μια πόλη που αγαπάμε.

Ν.Κ.: Επίσης, δεν έχει να κάνει με εμάς τις δυο απλώς να δίνουμε ένα βραβείο, είναι ενδιαφέρον που μοιραζόμαστε αυτή την εμπειρία με άλλους. Ταυτόχρονα, είναι και ένας τρόπος να μοιράζεσαι οπτικές πάνω στο σινεμά. Για παράδειγμα, χθες μιλήσαμε με τον Παναγιώτη (σ.σ. Ευαγγελίδη), τον σεναριογράφο της «Στρέλλας» και του «Xenia», ενώ ήταν επίσης υπέροχη η γνωριμία μας με τον Σπύρο (σ.σ. Γιανναρά). Περισσότερο έχει να κάνει δηλαδή με το να ανταλλάσσεις απόψεις και οπτικές παρά με το να κρίνεις ταινίες.

Συμφωνεί το γούστο των δυο σας στο σινεμά;

Μ.Κ.: Ναι.

Ν.Κ.: Είναι πολύ σπάνιο να διαφωνούμε πάνω σε μια ταινία.

Μ.Κ.: Πραγματικά, δε θυμάμαι κάποια ταινία για την οποία να έχουμε διαφωνήσει. Το οποίο είναι καλό γιατί όταν σκηνοθετείς παρέα με κάποιον πρέπει να συμφωνείτε.

Σκέφτεστε να γυρίσετε κάποιο επόμενο φιλμ σας και πάλι στην Ελλάδα; Και αν ναι, με τι θέμα;

Ν.Κ.: Η κρίση θα μπορούσε να είναι αυτό, υπάρχουν πολλές ιστορίες προκύπτουν από την οικονομική κρίση, διότι είναι μια ακραία κατάσταση. Και από άποψη αφήγησης, μέσα σε ακραίες καταστάσεις οι χαρακτήρες μπορούν να βιώνουν ενδιαφέρουσες εμπειρίες. Ακόμα και το τελευταίο μας φιλμ, όπως είπες και συ είναι πολύ επίκαιρο τώρα που οι πρόσφυγες έρχονται στην Ευρώπη και με όλες αυτές τις βίαιες καταστάσεις που βιώνουμε. Όμως αναφέρεται σε μία πραγματικότητα δύο ετών πριν, τότε που οι στρατιώτες επέστρεφαν από το Αφγανιστάν, και άρα αυτό δε μας άφηνε να πάμε παραπέρα στην κρίση (σ.σ. που στο μεταξύ είχε εξελιχθεί). Νομίζω πως πλέον θέλουμε να κάνουμε κάτι που να αφορά στο τώρα.

Μ.Κ.: Προσωπικά, νομίζω πως θα είχα πρόβλημα νομιμοποίησης, θα έλεγα, από τη στιγμή που δεν είμαι Ελληνίδα, εννοώ. Μπορεί να αντιλαμβάνομαι μερικά πράγματα ως εξωτερικός παρατηρητής, όμως το τι περνάτε αυτή τη στιγμή ως Έλληνες είναι κάτι το πολύ περίεργο, που ίσως να μη μπορούσαμε να το προσεγγίσουμε με την κατάλληλη λεπτότητα. Είναι δύσκολο να είσαι τραχύς με όλα αυτά τα πράγματα, γιατί αγαπάμε πολύ την Ελλάδα και ως Ευρωπαίες καταλαβαίνουμε εν μέρει τι περνάτε, όμως δεν είμαστε Ελληνίδες. Οπότε θα μας άρεσε πολύ να γυρίσουμε κάτι σχετικά με την κατάσταση εδώ, αλλά θα μπορούσαμε να μπούμε πραγματικά στη θέση σας; Δε μιλάμε τη γλώσσα, δε διαβάζουμε τις εφημερίδες σας, είναι δύσκολο λοιπόν. Και φυσικά, δε θα θέλαμε να ακολουθήσουμε τη λογική του φολκλόρ.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ