Το Σπίτι του Κάιν αν και γυρισμένο στο μεγαλύτερο μέρος του στις ελληνικές φυλακές, δεν είναι ένα ντοκιμαντέρ για τις φυλακές. Εφτά άνθρωποι, όλοι με το βάρος της ανθρωποκτονίας πάνω τους, αναζητούν το πώς, το γιατί και το μετά της οριακής αυτής πράξης. Η κινηματογραφική μηχανή περιηγείται, αφουγκράζεται και ενοποιεί με συνεχή τράβελινγκ, τα πρόσωπα, τους χώρους αλλά και τους χρόνους μιας διαδρομής-συνάντησης ενός καθημερινού ανθρώπου με το παράλογο. Ο σκηνοθέτης Χρήστος Καρακέπελης μας ξεναγεί στον απροσπέλαστο για τους περισσότερους σπίτι του Κάιν. . .
Οι πρακτικές δυσκολίες
Το σχέδιο υπήρχε από το 1996. Η πρόταση κατατέθηκε το καλοκαίρι του 1997. Ζητούσα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης λίστες ανθρώπων που έχουν διαπράξει φόνο και αποδέχονται την πράξη τους -δεν ήθελα να ενοχοποιήσω κάποιον ή να θέσω άλλα προβλήματα- και δε μου δίνανε στοιχεία. Προσπαθούσαμε δύο χρόνια να πάρουμε άδεια για τα γυρίσματα στη φυλακή. Πήγα στις φυλακές πιστεύοντας ότι θα κάνω γύρισμα ένα Σαββατοκύριακο και έκανα 40 μέρες γύρισμα σε διάστημα 11 μηνών από το Μάιο του 1999 μέχρι τον Απρίλιο του 2000. Στην Ασφάλεια προσπαθούσαμε να πάρουμε άδεια για γύρισμα ένα χρόνο γιατί φοβόντουσαν ότι η ταινία θα είναι καταγγελία του τύπου “μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι. Ηταν πολύ δύσκολο να εξηγήσουμε στους εμπλεκόμενους φορείς τι ήταν αυτό που θέλαμε να κάνουμε. Θα προτιμούσαν να τους πούμε ότι θα κάνουμε μια ταινία για δολοφόνους, για serial killers.
Οι Φυλακές
Οταν πήγα πρώτη φορά στη φυλακή νόμιζα ότι θα βρω μπουντρούμια και είδα ότι όλα είναι κάτω από το φως και μου άρεσε όλο αυτό το παιχνίδι με το φως. Ακόμα και το Μαλαντρίνο, οι νέες φυλακές υψίστης ασφαλείας, χτίζεται κάτω από το άπλετο φως και τον μπλε ουρανό. Τα σώματα αχνίζουν κάτω από τον ήλιο εκεί που παίζουν μπάλα στο προαύλιο. Δεν έχουν τίποτε άλλο παρά την ύπαρξή τους. Και τα κορίτσια στο άλλο προαύλιο είναι το ίδιο “άδεια”. Στη φυλακή νιώθεις ότι όλα είναι με το κιλό, χύμα. Μπουγάδες απλωμένες, παπούτσια, αντικείμενα εδώ και εκεί. Οι γυναικείες φυλακές είναι σα κοινόβιο. Ολα γίνονται από κοινού, δεν υπάρχει ιεραρχία ανάμεσα στις κρατούμενες. Ο Κορυδαλλός έχει ένα σχήμα Η με ένα κάθετο διάδρομο να ενώνει τα δύο τμήματα. Ενας ήχος που ακούγεται σε μια γωνιά ακούγεται παντού. Λειτουργεί σαν ηχείο γεμάτο ανθρώπινους ήχους.
Μουσείο Εγκληματικών Πειστηρίων
Πάντα ήθελα να κινηματογραφήσω αυτό το χώρο. Οταν είδα τα εκθέματα κατάλαβα ότι σε αυτά τα αντικείμενα υπάρχει ο χρόνος δύο ανθρώπων, του δράστη και του θύματος. Δε με άφησαν να γυρίσω γενικά πλάνα γιατί υπάρχουν εκεί μουμιοποιημένα κεφάλια από τη δεύτερη Ληστοκρατία, την εποχή της σφαγής στο Δήλεσι, κάτι που αντίκειται στη θρησκεία που υπερασπίζεται την ταφή. Τα τατουάζ που υπάρχουν εκεί έχουν αποσπαστεί από ανθρώπινα σώματα ως πειστήρια. Τα κέρινα προπλάσματα που αναπαριστούν εγκλήματα τα έκανε κάποιος ιατροδικαστής Γεωργιάδης τη δεκαετία του 40 ή του 50. Προσπάθησα να μην τα εντάξω σε ένα χώρο, τα είδα σαν το νεκρό, μετά από μια βίαιη πράξη, στο σπίτι του. Είδα τον κόσμο του θύματος σε αυτά.
Φυλακές Υψίστης Ασφαλείας
Κινηματογράφησα τη φυλακή υψίστης ασφαλείας, ενώ χτιζόταν, σαν ένα αιώνιο πράγμα που δεν σταματάει. Ενας χώρος που ετοιμάζεται για τους αυριανούς ενόχους. Ταυτόχρονα την είδα και σαν παρελθόν, έβλεπα ερείπια, σαν μια γκρεμισμένη φυλακή. Υπήρχε μόνο ο σκελετός, τα γυμνά μέταλλα, δεν υπήρχαν οι τοίχοι, μόνο οι βαριές μεταλλικές πόρτες των κελιών. Τα κελιά θα είναι εντελώς προκάτ. Τράβηξα τα πλάνα σαν κάποιος να είναι μέσα στο κελί και να περιμένει να βρεθεί μέσα. Κάθε πτέρυγα θα φιλοξενεί 14 άτομα, ενώ στον Κορυδαλλό φιλοξενεί 500. Για όσο καιρό μείνει κάποιος μέσα θα βλέπει μόνο τους υπόλοιπους 13. Θα τρώνε μόνοι, θα βγαίνουν μόνοι σε δικό τους χώρο. Θα είναι σαν κάτεργο, όπως είναι στις αμερικάνικες ταινίες.
Που κατοικεί ο Κάιν;
Ολοι νομίζουν ότι ο τίτλος της ταινίας αναφέρεται στη φυλακή. Οχι. Είναι όλοι οι χώροι, ένα πράγμα, σαν ένας λαβύρινθος όπου όλα επικοινωνούν μεταξύ τους, όλα έχουν σχέση. Είναι ο κόσμος ο βιωμένος από αυτούς τους ανθρώπους. Ολοι πέρασαν από αυτούς τους χώρους. Ούτε πρόκειται για πορτρέτα κρατουμένων. Είχα πάρα πολύ υλικό από τους ανθρώπους αυτούς αλλά δεν με ενδιέφερε η προσωπική τους ιστορία. Αυτό που στα αλήθεια σε αιχμαλωτίζει είναι ότι άγγιξαν αυτό το όριο. Δεν υπάρχουν τα ονόματά τους στην ταινία. Θα μπορούσε αν δεν ήταν π.χ. ο Δημητροκάλης να ήταν κάποιος άλλος, ανώνυμος. Απλά αυτοί οι άνθρωποι λειτούργησαν με εμένα. Ο Αραβαντινός (αρχιφύλακας στον Κορυδαλλό), είναι στα σύνορα επάνω, είναι μια ντοστογιεφσκική φιγούρα. Αυτά που λέει σε σχέση με αυτό που είναι, έχουν μέσα τους το παράλογο. Αλλωστε, όταν μιλάει ακούς κάτω να κλειδώνουν τα κελιά και η κάμερα τον αφήνει, τον “αδειάζει”. Δεν ξέρω αν αυτά που λέει είναι αλήθεια και αισθάνομαι ότι πρέπει να φύγω από αυτά. Δεν θέλω να γίνω αυτός. Θέλω να μείνω στο θέμα μου που είναι ο άνθρωπος μετά την πράξη.
Το Θέμα
Η ταινία είναι η συνάντηση του καθημερινού ανθρώπου με μια οριακή πράξη που είναι ο φόνος. Η ιστορία αυτών των ανθρώπων είναι μια συνάντηση με το παράλογο όπως το συναντάμε στον Καμί. Μια καθημερινή μέρα αυτοί οι άνθρωποι συναντήθηκαν με το παράλογο. Γι’ αυτό και η ταινία έχει σχέση με το φως το καθημερινό, όλα είναι ηλιόλουστα, ακούς τα τζιτζίκια. Δεν ξεκινάνε τα πράγματα στα σκοτάδια όπως στη Βόρεια λογοτεχνία. Ολα γίνονται κάτω από το φως. Κάποιος από αυτούς βγήκε έντεκα το πρωί στο δρόμο και σκότωσε τη γυναίκα του.
Το συμβάν
Η πράξη, μοιραία, αλλάζει τη γεωγραφία του ανθρώπου, συνειδητοποιεί τη ζωή με τόσο τραγικό τρόπο. Αλλάζει η ζωή του και ταυτόχρονα η αντίληψή του για το τι είναι η ζωή, ο χρόνος, τι ήταν αυτός πριν. Θα υπάρχει αύριο και τι θα είναι αυτό; “Μήπως μετά από τις πτώσεις ακολουθούν μεγάλες ανακάμψεις”; αναρωτιέται ένας. Ολοι αναρωτιούνται, μόνο να αναρωτηθούν μπορούν. Οι άνθρωποι αυτοί ζουν σε ένα χρόνο “κούφιο”, ψάχνουν να ξαναβρούν τα πράγματα χωρίς να ξέρουν πώς. Στην ταινία μόνο ο Αραβαντινός κινείται, όλοι οι άλλοι είναι “ακίνητοι”, καθηλωμένοι σε μια κατάσταση αναμονής. Αναμονή για ένα τηλέφωνο, ένα δικαστήριο, για μια δουλειά ώστε να μειώσουν την ποινή τους, για τη στιγμή που θα βγουν από κει μέσα. Κύρια όμως θέλουν να βγουν από αυτό που έχουν κάνει. Ολοι μιλούν για “συμβάν”, “ατύχημα” δεν μπορούν να το ονομάσουν, να το βρούνε. Παρότι γυρίζουν γύρω από αυτό.
Δουλεύοντας με τα πρόσωπα
Πολλοί μας απέρριψαν χωρίς να μας δουν καν. Όλοι ήταν διστακτικοί να συμμετάσχουν, φοβούνται γιατί έχουν κακοπάθει από την τηλεόραση. Εψαχνα τα πρόσωπα σε σχέση με τα συναισθήματα, τίποτε δεν κινηματογραφήθηκε πέρα από τον κόσμο των συναισθημάτων και τη συνειδησιακή σχέση που υπήρχε ανάμεσα σε μένα και σε αυτά. Προσπάθησα να πάω μέχρι εκεί που μια κινηματογραφική μηχανή μπορεί να κοιτάξει ένα πρόσωπο χωρίς να το βιάσει. Να υπάρχει μια τιμιότητα απέναντι τους είτε πρόκειται για μορφωμένους ανθρώπους είτε όχι, είτε λένε αυτό ή το άλλο. Οταν βρεθείς εκεί, επειδή είχες τη δυνατότητα, να μην εκμεταλλευτείς την αδυναμία τους. Ενα κλικ να κάνει η κάμερα παραπέρα είναι ηδονοβλεψία.
Πέρα από την εικόνα
Δεν έκανα ένα ντοκιμαντέρ για τις φυλακές. Ενιωσα την φυλακή ως ένα ψυχικό χώρο όπως τον αισθάνονται και τον βιώνουν οι άνθρωποι αυτοί. Δεν με ενδιέφερε η νομική πλευρά ή η επιστημονική της εγκληματολογίας. Ηθελα να βρω τη γωνιά που περισσεύει για τον κινηματογράφο.
Απόσπασμα από την συνέντευξη του Χρήστου Καρακέπελη στον Λευτέρη Αδαμίδη που δημοσιεύτηκε στο τ. 118 του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ.





