Η Άννα Μάσχα είναι μία από τις καλύτερες θεατρικές ηθοποιούς, με εξαιρετικές συνεργασίες στο βιογραφικό της, που λατρεύει να κάνει περισσότερο σινεμά αλλά οι συγκυρίες και οι συνθήκες δεν τη βοηθούν.
Το «Για Πάντα» σηματοδοτεί τη δεύτερη κινηματογραφική της συνάντηση με τη Μαργαρίτα Μαντά και είναι μία ιδανική αφορμή για να επιστρέψει στη μεγάλη οθόνη, αλλά και στον Πειραιά, την πόλη που μεγάλωσε.
Στην ταινία είναι η Άννα, μία πωλήτρια σε εκδοτήριο ακτοπλοϊκών εισιτηρίων, που έχει επιλέξει να ζει μία ασφαλή ρουτίνα. Παίρνει καθημερινά τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο για να πάει από το σπίτι στη δουλειά της και το αντίστροφο. Ο Κώστας (Κώστας Φιλίππογλου), ο ηλεκτροδηγός του τρένου, θα την ερωτευτεί και θα προσπαθήσει να την προσεγγίσει.
Πετύχαμε την Άννα Μάσχα σε ένα άλλο λιμάνι, την Πάτρα, και μας μίλησε με ενθουσιασμό για τη νέα της ταινία, τα κοινά στοιχεία που τη συνδέουν με την «Άννα», τη φύση των ανθρώπων και τις ανάγκες τους.
Η ταινία καταγράφει τη μουντή πραγματικότητα της πόλης. Πιστεύεις πως αυτή η ατμόσφαιρα ερημώνει ή φέρνει κοντά τους ανθρώπους;
Μία πόλη είναι φτιαγμένη από ανθρώπους και είναι οι άνθρωποί της. Αυτή η μουντή πραγματικότητα έχει φτιαχτεί λοιπόν, και από τους ανθρώπους. Ύστερα γίνεται ένα τέρας που τους επηρεάζει και καταλήγει σε έναν φαύλο κύκλο.
Νομίζω πως όσο αντίξοες κι αν είναι οι συνθήκες και όσο μουντή κι αν είναι η πραγματικότητα, οι άνθρωποι θα συναντιούνται. Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Είναι στη φύση μας. Μετά από πολλή μοναξιά, κάποια στιγμή συναντιέσαι.
Δεν ξέρω αν θα είναι επιτυχημένη αυτή η συνάντηση, αλλά νομίζω πως μέσα στα ανθρώπινα όντα υπάρχει αυτή η ανάγκη: να συναντηθείς με τον άλλο άνθρωπο.
Αυτό θα αντικατοπτρίσει και μία αλλαγή στην πόλη;
Τι να πω… Μέσα σε μία γκρίζα πόλη μπορεί να βρεις ένα πολύχρωμο γκράφιτι.
Όταν με ρωτούν τι μου θυμίζει το «για πάντα», μου έρχονται κατευθείαν στο μυαλό τα χαράγματα σε δέντρα που γράφουν forever μέσα σε καρδιές. Αυτά είναι μνήμες μίας πόλης και μένουν για πάντα.
Στο θέατρο ο ηθοποιός βασίζεται στο λόγο. Πώς σου φάνηκε η κινηματογραφική σιωπή που επιφύλαξε η Μαργαρίτα Μαντά στους χαρακτήρες του «Για Πάντα»;
Μου άρεσε πάρα πολύ. Στη «Χρυσόσκονη» είχα κολλήσει με τις σκηνές που δεν ήταν απαραίτητο να μιλάμε και κάναμε άλλες δραστηριότητες. Το «Για Πάντα» βασίστηκε πολύ σ’ αυτό.
Δεν ξέρω τι διαδρομή ακολούθησε ο Κώστας (Φιλίππογλου), αλλά εμένα με συγκέντρωσε πάρα πολύ στο χαρακτήρα αυτής της γυναίκας, επειδή οι διαδρομές ήταν εσωτερικές. Μου άρεσε μάλιστα τόσο πολύ, που όταν χρειάστηκε να πω τις ατάκες αισθάνθηκα άσχημα!
Ήταν λοιπόν μία απελευθερωτική διαδικασία;
Ήταν δύσκολη, αλλά όταν καταφέραμε και μπήκαμε στους χαρακτήρες ήταν απελευθερωτικό.
Μιας και αναφερθήκαμε στη «Χρυσόσκονη», το «Για Πάντα» είναι η δεύτερη ταινία της Μαργαρίτας και η δεύτερη συνεργασία της μαζί σου. Πώς την είδες να εξελίσσεται;
Θεωρώ ότι η Μαργαρίτα έκανε μεγάλα βήματα, πολύ μεγαλύτερα απ’ ότι εγώ καλλιτεχνικά στη διαδρομή αυτή, ανάμεσα στις δύο ταινίες. Ήταν πολύ πιο συγκεκριμένη και με μεγαλύτερο βάθος στον τρόπο που διηγήθηκε την ιστορία και είδε τα πράγματα. Η πρώτη ταινία, μοιραία λόγω θέματος, ανοίχτηκε περισσότερο.
Εξακολουθούν βέβαια να την απασχολούν τα ίδια πράγματα: οι άνθρωποι μέσα σ’ αυτή την πόλη, την Αθήνα. Μία πόλη που υπεραγαπά, όπως κι εγώ, και σε πληγώνει πολύ.
Επίσης κατά τη γνώμη μου, ο Κωστής Γκίκας, ο διευθυντής φωτογραφίας της ταινίας, έκανε ένα αριστούργημα. Όταν είδα την εναρκτήρια σκηνή με το υποκειμενικό πλάνο του οδηγού του ηλεκτρικού, ένιωσα ίλιγγο! Σαν να μπαίνω μέσα στη σκηνή.
Ακόμα η διακριτική χρήση του χρώματος και το αποχρωματισμένο αποτέλεσμα της εικόνας στην ταινία, είναι σπουδαίο.
Με δεδομένο ότι το σενάριο γράφτηκε πάνω στους δύο ηθοποιούς της ταινίας, τι κοινό έχει η Άννα Μάσχα με την Άννα του «Για Πάντα»;
Όχι πολλά. Έχω ανθρώπους γύρω μου και η ζωή μου είναι ένα δημιουργικό χάος! Ωραίο χάος, αλλά…χάος! Η ζωή της «Άννας» είναι πολύ οργανωμένη και τακτοποιημένη.
Συνδέομαι όμως, βαθιά με το κομμάτι της «περιπλάνησής» της στην πόλη. Δεν είναι βέβαια ακριβώς περιπλάνηση, γιατί η Άννα στην ταινία έχει στόχο: κάνει μία διαδρομή για να πάει στη δουλειά της και μετά επιστρέφει πίσω.
Ωστόσο, είχαμε πει με την Μαργαρίτα ότι για κάποιον που ξέρει τις διαδρομές του μετρό και του ηλεκτρικού, μπορεί να φανεί παράξενο που η ηρωίδα δεν σταματά στο σταθμό των Πετραλώνων, ενώ μένει εκεί. Στην πραγματικότητα κατεβαίνει συνειδητά στο Θησείο, γιατί της αρέσει να περπατά τον πεζόδρομο προς τον Κεραμεικό. Της αρέσει αυτή η βόλτα.
Αυτό – οι διαδρομές μέσα στην πόλη – είναι ένα κομμάτι που το μοιράζομαι απόλυτα με τον χαρακτήρα. Παλιά τις έκανα κι εγώ συχνά, αλλά τώρα λόγω καταστάσεων και οικογένειας όχι. Το να βγω και να κάνω μία βόλτα στην πόλη, να πάω σε συγκεκριμένα σημεία και απλά να περπατήσω, ήταν κομμάτι της ύπαρξής μου.
Ανακάλυψες κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων κάτι καινούριο σ’ αυτές τις διαδρομές;
Όχι γιατί αυτές οι διαδρομές μου είναι οικείες. Ανακάλυψα όμως, το τρένο από την πλευρά του ηλεκτροδηγού! Μπήκα στη θέση που βρίσκεται ο ηλεκτροδηγός και είναι υπέροχο πράγμα!
Υπέροχο επίσης είναι το λιμάνι τον χειμώνα. Ο χειμωνιάτικος Πειραιάς.
Η Άννα αρχικά διστάζει και σχεδόν ενοχλείται από την επιμονή του Κώστα. Πότε πιστεύεις ότι επιτρέπουμε σε κάποιον να εισβάλει αισθηματικά στη ζωή μας;
Για τον καθένα είναι διαφορετικό. Όποιο κι αν είναι το όριο πάντως, νομίζω πως το ξεπερνάς όταν η ανάγκη σου είναι πολύ μεγάλη. Αυτό είναι που συμβαίνει στην ταινία. Και οι δύο ήρωες κάνουν ένα μεγάλο βήμα.
Ο Κώστας αποφασίζει να την παρακολουθήσει και την παραμονεύει σαν stalker, ενώ δεν είναι του χαρακτήρα του. Τον σπρώχνει η ανάγκη του. Από την άλλη η ανάγκη της Άννας, την κάνει να ανοίξει την πόρτα. Συνειδητοποιεί ουσιαστικά την ανάγκη της και νιώθει το κενό.
Η Άννα έχει περιχαρακώσει τη ζωή της και την έχει κάνει ασφαλή και πολύ προφυλαγμένη. Αποφασίζει να ανοίξει την πόρτα, επειδή κάποιος της την χτυπάει πάρα πολύ δυνατά.
Μιας και έχεις παρακολουθήσει από κοντά τη δημιουργική πορεία στο θέατρο και τον κινηματογράφο, ποιό σου ταιριάζει περισσότερο από τα δύο μέσα;
Πιστεύω πως είμαι πιο δημιουργική στο θέατρο. Παίζει βέβαια μεγάλο ρόλο το ότι οι ταινίες θέλουν κόπο και δεν γυρίζονται με μεγάλη συχνότητα. Εκεί που μέσα σε ένα χρόνο μπορώ να συμμετέχω σε τρεις παραστάσεις, σινεμά θα κάνω μία φορά τα πέντε χρόνια. Στο ένα λοιπόν εξασκείσαι ξανά και ξανά, ενώ στο άλλο όχι.
Ούτως ή άλλως θα ξέρεις πως οι δραματικές σχολές σε προετοιμάζουν για το θέατρο. Δυστυχώς δεν ασχολούνται με το σινεμά. Τώρα, τα τελευταία χρόνια, έχουν βάλει κάποια αξιόλογα μαθήματα για κινηματογράφο.
Στα τρία χρόνια της σχολής του Εθνικού που ήμουν, το μάθημα για σινεμά ήταν υποχρεωτικό στο καταστατικό. Το μόνο που συνέβη ήταν να έρθει ένας κριτικός κινηματογράφου και να μας κάνει μία διάλεξη για το φιλμ νουάρ. Αυτή ήταν και η μόνη μου επαφή με το σινεμά στη σχολή, δηλαδή τίποτα.
Μετά βγαίνεις έξω και έχεις απέναντι μία κάμερα και απλά δεν ξέρεις. Όσο αγγούρι έχω αισθανθεί τις πρώτες φορές που βρέθηκα μπροστά σε κάμερα, δεν έχω αισθανθεί ποτέ στο θέατρο ακόμη κι ως πρωτοετής στη σχολή!
Το λατρεύω όμως το σινεμά. Και να βλέπω ταινίες και να κάνω. Έχουμε μεγαλώσει με σινεμά και φυσικά έχω δει περισσότερες ταινίες απ’ ότι θεατρικές παραστάσεις. Υπάρχει αυτό το οξύμωρο στη ζωή μας.
Πιστεύω αυτή τη φορά να τα κατάφερα λίγο καλύτερα, να ήμουν λίγο πιο χαλαρή.
Ποια ιδέα θα σε έκανε λοιπόν να ασχοληθείς ξανά με τον κινηματογράφο; Τι θα σου προκαλούσε το ενδιαφέρον;
Πολλά θα ‘θελα να μου συμβούν κινηματογραφικά, αλλά φοβάμαι πως πρέπει να συναντήσεις κάποιον στο δρόμο σου και να σε πιστεύει πολύ.
Με την Μαργαρίτα εκτός από φίλες, έχουμε αναπτύξει και μία επαγγελματική συνεργασία. Δεν μου τυχαίνουν και πολλές προτάσεις για να πω την αλήθεια, και όταν τυχαίνουν, ενώ μπορεί να είναι πολύ ενδιαφέρουσες, ο οικονομικός παράγοντας είναι περιοριστικός.
Δεν μπορείς να πεις πως για ένα εξάμηνο δεν θα κάνω άλλη δουλειά, θα κάνω μόνο την ταινία. Δεν μπορείς να επιβιώσεις. Τα γυρίσματα του «Για Πάντα» απλώθηκαν σε 2,5-3 μήνες, ενώ κάναμε και μύριες άλλες δουλειές.
Δυστυχώς δεν υπάρχουν οι συνθήκες για να αφοσιωθείς σε μία ταινία.
Στην ερώτηση τι αξίζει να κληροδοτηθεί για πάντα, ο Κώστας Φιλίππογλου μου μίλησε για την τέχνη και η Μαργαρίτα Μαντά απάντησε ρομαντικά. Εσύ τι θα απαντούσες;
Η Μαργαρίτα είναι πάντα ρομαντική! Δεν ξέρω αν κάτι θα’ πρεπε να κληροδοτηθεί για πάντα… Θα ‘θελα να μείνει για πάντα η Ακρόπολη, γιατί υπάρχει από πάντα! Μόνο κάτι τέτοιο μεγάλο σκέφτομαι.
Από τα μικρά, λεπτά πράγματα θα σου απαντούσα πως το «καλημέρα» και το «ευχαριστώ» αξίζει να μείνει για πάντα.
Η ταινία «Για Πάντα» θα προβάλεται αποκλειστικά στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας από τις 29 Ιανουαρίου.
Περισσότερα άρθρα:
«Οι άνθρωποι δεν έπαψαν να αγαπούν»: Συνέντευξη με την Μαργαρίτα Μαντά
«Μόνο τα συναισθήματα κρατούν για πάντα»: Συνέντευξη με τον Κώστα Φιλίππογλου
«Για Πάντα» – Ημερολόγια Καταστρώματος μίας ταινίας, μέρος 1ο
«Για Πάντα» – Ημερολόγια Καταστρώματος μίας ταινίας, μέρος 2ο
«Για Πάντα» – Ημερολόγια Καταστρώματος μίας ταινίας, μέρος 3ο






