Από τον Μανώλη Κρανάκη
Εφτασα στο Art Athina πέντε λεπτά αφού οι αρχές, μετά από μία ανώνυμη (πάντοτε είναι ανώνυμη) καταγγελία, είχαν εισβάλει στον χώρο της Helexpo στη λεωφόρο Κηφισίας. Είχαν κατασχέσει το video έργο της σκηνοθέτιδος και πανεπιστημιακού Εύας Στεφανή που εκτιθόταν σε έναν από τους χώρους της διεθνούς έκθεσης (για να μην ξεχνιόμαστε η διοργάνωση ήταν υποστηριζόμενη από την Ευρωπαϊκή Ενωση και το υπουργείο Πολιτισμού), οδηγώντας στο αυτόφωρο τον Γενικό Διευθυντή της Εκθεσης Μιχάλη Αργυρού.
Οι επι μέρους λεπτομέρειες δεν έχουν πια καμία σημασία. Ούτε το περιεχόμενο του έργου (μία σύνθεση σχεδόν αναγεννησιακή, πιστή στο διαρκώς διερευνητικό πάνω στο ανθρώπινο σώμα βλέμμα της Στεφανή), ούτε ποιος κρύβεται πίσω από την ανώνυμη καταγγελία (πόσο δύσκολο να μαντέψει κανείς;), ούτε κατόπιν ποιας νομικής διαδικασίας επιτρέπεται στην Ελληνική Αστυνομία να κατάσχει έργα τέχνης (και δεν μπορώ να φανταστώ τι άλλο). Ούτε οι δηλώσεις και οι επεξηγήσεις των εμπλεκομένων (του «άσεμνου» διευθυντή και της ακόμη πιο «άσεμνης» καλλιτέχνιδος) περί «ορίων της τέχνης», «ελευθερία του λόγου», «λογοκρισίας που οδηγεί στον πανικό» και λοιπά δημοσιογραφικά που απλά πιάνουν το «θέμα» εν τη γενέσει του για να το «κάψουν» λίγο αργότερα.
Αυτό που έχει σημασία είναι ότι, πέντε λεπτά μετά από την πληροφόρηση για την κατάσχεση του έργου, είχα ήδη ξεχάσει το γεγονός. Οπως κι ότι 15 μόλις ημέρες μετά τα όσα συνέβησαν, είναι αμφίβολο πόσοι τα θυμούνται. Οπως έχει ήδη ξεχαστεί ό,τι συνέβη και στην περίπτωση του Outlook το 2003, όπου το έργο του Βέλγου καλλιτέχνη Τιερί Ντε Κορντιέ ξεσήκωσε θύελλες αντιδράσεων για την κατάφωρη προσβολή προς τα «ελληνικά ήθη και έθιμα» και τελικά «αποκαθηλώθηκε» με την ευγενική υποστήριξη όσων…δεν αντέδρασαν.
Και έτσι την επόμενη κιόλας ημέρα αποφάσισα να «αντιδράσω» όσο εμπράκτως μπορούσα, βάζοντας και εγώ το όνομά μου στη λίστα των υπογραφών που, με πρωτοβουλία του σκηνοθέτη και φίλου Αγγελου Φραντζή, οργανώθηκε ως επίσημη θέση του καλλιτεχνικού χώρου στο κρούσμα μίας ακόμη «νομιμοποιημένης» λογοκρισίας, προκειμένου το έργο να εκτεθεί ξανά. Και «αντέδρασα». Χωρίς να καταφέρω τίποτε παραπάνω.
Χωρίς να μπορέσω να εμποδίσω διάφορους (δεν μπορώ να φανταστώ τι επαγγέλλονται) τύπους που σε τηλεοπτικό prime time αφόριζαν καλλιτέχνες και έργα ως άχρηστα μπροστά στην εθνική ασφάλεια. Χωρίς να μπορέσω να εμποδίσω συζητήσεις επί συζητήσεων για κάτι που θα έπρεπε να είναι τόσο αυτονόητο όσο το ότι ένα καλλιτεχνικό έργο είναι από τη φύση του κάτι που υπόκειται σε κανόνες αποκλειστικά και μόνο πνευματικούς, και σε κάθε περίπτωση όχι ορισμένους από όσους τηλεοπτικούς και μη εξάντλησαν το θέμα επειδή απλά είχε επικαιρότητα. Χωρίς να μπορέσω να αλλάξω ούτε στο ελάχιστο τη νοοτροπία μίας χώρας που ενδιαφέρεται για τον πολιτισμό όσο αυτός (ο ανύπαρκτος και καταταλαιπωρημένος) μπορεί να διαθέτει έστω ένα τηλεοπτικά αναγνωρίσιμο πρόσωπο.
Χωρίς να κάνω τίποτα περισσότερο από το να ξεχάσω μετά από λίγες μέρες το συμβάν, όπως όλοι. Σίγουρος πια πως το σύνθημα της έγγραφης διαμαρτυρίας και υποστήριξης που πρότεινε «ας μας συλλάβουν όλους» αναφερόταν στη συμμετοχή μας, αλλά ταυτόχρονα και στην απείρως πιο επικίνδυνη και ύποπτη για «προσβολή» σημαντικότερων πραγμάτων από τη δημόσια αιδώ σιωπή μας.






