Πέρα από τις απόψεις των ανθρώπων που είδαν τους «Δολοφόνους του Ανθισμένου Φεγγαριού», και την γενική ατμόσφαιρα που σχηματίζεται από τις γνώμες, τις κριτικές και, πρόσφατα, τις οσκαρικές υποψηφιότητες, η ιστορία μιας ταινίας πίσω από τις κάμερες, και πώς αυτή επηρεάζει την ιδιοσυγκρασία της έχει συχνά ενδιαφέρον. Ακόμα περισσότερο εδώ, που η Ιστορία τροφοδοτεί μια πλοκή, η πολύπαθη έννοια των «πραγματικών γεγονότων» παίρνει τα ηνία.
Η συνέντευξη του Variety με τρεις από τους πέντε βασικούς συντελεστές της, Ντε Νίρο και Ροθ απουσιάζουν, έγινε πριν τις οσκαρικές υποψηφιότητες. Μοναδικό ενδιαφέρον μετά από αυτές η πρόσφατη δήλωση του Σκορσέζε προς «υπεράσπιση» του πρωταγωνιστή του που δεν ήταν υποψήφιος (όπως, βαρυσήμαντα, και ο ίδιος με τον Ροθ στο Σενάριο) που στην ουσία θεωρεί ότι με την παράβλεψη του ΝτιΚάπριο εξακολουθούμε να θεωρούμε αόρατο τον καθημερινό άνθρωπο που είναι ικανός για σκαιές πράξεις. Μεγάλη συζήτηση το κατά πόσον σχετίζονται οι υποψηφιότητες με κάτι τέτοιο. Πιο απλή εξήγηση ότι όσοι επιλέχθηκαν ήταν προτιμότεροι.
Η συνέντευξη έχει ενδιαφέροντα και προβλεπόμενα σημεία (μπορείτε να την βρείτε ολόκληρη εδώ), με έμφαση βέβαια στην κυρία της ομάδας. Η οποία έχει βέβαια μεγαθηριακή δραματουργική σχέση με το έργο, ενώ ο ΝτιΚάπριο της αποδίδει και μια κύρια συμβολή στο πώς εξελίσσεται η αφήγηση του έργου, στο πώς με άλλα λόγια ο ρόλος της Γκλάντστοουν κοντράρει τον αναξιόπιστο αφηγητή της ιστορίας.
Η ηθοποιός έχει και μια φοβερή ιστορία να πει στην συνέντευξη. Οι σινεφίλ του λαού της έχουν ανέκαθεν αγαπημένο τους τον Μάρτιν Σκορσέζε με τον μπαμπά της να της βάζει κοντά 30 χρόνια πριν να δει ταινία του (το «Καζίνο», το οποίο η ίδια λέει έκλεισε σχεδόν αμέσως γιατί τρόμαξε) και μετά να της προφητεύει ότι «κάποτε ο Μάρτιν θα κάνει την ταινία του για τους Ινδιάνους. Και θα είναι επική». «Ο μπαμπάς μου απλώς ήξερε», λέει η Λίλι Γκλάντστοουν.
Τέλος ένα σημείο που θίγεται στην συνέντευξη και από τους τρεις είναι αυτό που η σιωπηρή πλειοψηφία (ή μήπως θέλουμε να θεωρούμε ότι είναι πλειοψηφία;) εννοεί λέγοντας ότι τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο. Ο ΝτιΚάπριο μιλά για την οικολογική καταστροφή, η Γκλάντστοουν συνδέει την καταστροφή αυτή με την (συνεχιζόμενη) γενοκτονία των Ινδιάνων (μη παραλείποντας να αναφερθεί και στο σημερινό FBI που ουδεμία σχέση έχει με το τότε), ενώ ο Σκορσέζε, συνοπτικός και ηχηρός, λέει ότι αυτή είναι η χειρότερη περίοδος που έχει ζήσει «και γεννήθηκα στον 2ο ΠΠ και έζησα και την Πυραυλική Κρίση της Κούβας». Αυτή η έννοια του κακού που ολοένα κερδίζει έδαφος – μάλιστα υπό την πολυσυζητημένη ήδη φράση «η μπαναλιτέ του Κακού» (την χρησιμοποιεί και η Γκλάντστοουν στην συνέντευξη), γίνεται όλο και περισσότερο μέρος της καθημερινότητάς μας με τα μύρια όσα συμβαίνοντα τριγύρω, αλλά και με τα έργα της τέχνης (φέτος οι «Δολοφόνοι» και η «Ζώνη Ενδιαφέροντος» από κινηματογραφικής μαρκίζας) που καταπιάνονται. Μια ηθική συζήτηση εξελίσσεται.
Διαβάστε εδώ ολόκληρη την συνέντευξη.






