Ο μοναδικός σκηνοθέτης του είδους του που αξίζει να αντιμετωπίζεται επ άπειρον ως γνήσιος δημιουργός, ο Μάριο Μπάβα, επηρέασε τον μοντέρνο κινηματογραφικό τρόμο όσο κανείς άλλος, γέμισε την οθόνη με μερικές από τις πιο αξέχαστες στιγμές ανατριχίλας και δίδαξε τον πιο ευρηματικό τρόπο να αξιοποιήσεις ένα μαχαίρι, ένα τσεκούρι και άλλα χρήσιμα αντικείμενα. Σας παρουσιάζουμε έξι κλασικές στιγμές του Ιταλού μετρ του τρόμου. Καλως ήλθατε στους εφιάλτες του!
«Βlack Sunday»: («La Maschera Del Demonio»,1960)
Σκοτεινά βουνά που δεσπόζουν στο υπόβαθρο της δράσης σαν κακός οιωνός, ερεβώδη δάση που στοιχειώνει ο άνεμος, ομιχλώδη νεκροταφεία που χρησιμεύουν ως πέρασμα από τον κόσμο των νεκρών σε εκείνο των ζωντανών, επιβλητικοί πύργοι που κρύβουν στο παγωμένο εσωτερικό τους αθέατες διόδους και μυστικούς διαδρόμους. Αυτό είναι το μαγευτικό σύμπαν του Μάριο Μπάβα και εγκαθιδρύεται μέσα σε εντυπωσιακό άσπρο και μαύρο στην πρώτη σκηνοθετική του δουλειά. Μετά από χρόνια που ξόδεψε δουλεύοντας ως διευθυντής φωτογραφίας για λογαριασμό άλλων σκηνοθετών, ο Μπάβα πρότεινε έτοιμο και υποβλητικό ένα κινηματογραφικό όραμα που αντλούσε απλόχερα από το ντεπόζιτο των αρχέγονων μύθων και των λαϊκών δεισιδαιμονιών. Απόρροια αυτού του οράματος, η «Μάσκα Του Δαίμονα» αποτέλεσε ένα ορόσημο του γοτθικού τρόμου. Οχι λόγω της θαρραλέας για την εποχή επιλογής να απεικονίσει το θέαμα της βίας χωρίς αναστολές, υποχρεώνοντας τις βρετανικές αίθουσες να αρνούνται για μια δεκαετία την προβολή της ταινίας. Οχι για τον τρόπο με τον οποίο διαπότιζε μια ιστορία επιστροφής από τον τάφο και εκδίκησης με μια εκπληκτική αίσθηση του μακάβριου και του απόκοσμα ερωτικού. Αλλά για τη δεξιοτεχνία με την οποία ο Μπάβα ξεπερνά τους περιορισμούς μιας εξαιρετικά απλοϊκής ιστορίας για να αναδείξει, μέσα από τη δύναμη της ατμόσφαιρας, της λειτουργικής αξιοποίησης του ντεκόρ και της σαγήνης με την οποία η κάμερα εποφθαλμιά την απόκοσμη ομορφιά της πρωταγωνίστριας Μπάρμπαρα Στιλ, ένα σκιώδες παραμύθι, οι εικόνες του οποίου μοιάζουν να ξεπήδησαν από την ανάμνηση κάποιου σφοδρού και αξέχαστου εφιάλτη. Λ.Κ.
«Τhe Girl Who Knew Too Μuch»: («La Ragazza Che Sapeva Τroppo», 1963)
Η τελευταία ασπρόμαυρη ταινία του Μάριο Μπάβα έγινε άθελά της η μήτρα για το μετέπειτα είδος του giallo, δηλαδή φτηνών μυστηρίων με περιτύλιγμα υψηλής αισθητικής. Μια αλαφρόμυαλη Αμερικανιδούλα ερωτευμένη με τα αστυνομικά μυθιστορήματα, πείθει τον εαυτό της ότι έγινε μάρτυρας φόνου. Το υπέροχο «Furore» του Ιταλού ποπ σταρ Αντριάνο Τσελεντάνο εισάγει τον θεατή με τον πιο κατάλληλο τρόπο στο pulp σύμπαν της Νόρα που, με λίγη βοήθεια από τον Μπάβα, κάνει τη Ρώμη να μοιάζει με μουσείο μοντέρνας τέχνης. Κάθε γωνιά επιφυλάσσει μια νέα στυλιστική έκπληξη, περδικλώνοντας τον υποτιθέμενο δολοφόνο σε μια υπαινικτική παγίδα από σκοινιά, ενώ το ξύπνημα της πρωταγωνίστριας στο νοσοκομείο μετά την πρώτη λιποθυμία της ταινίας (θα ακολουθήσουν κι άλλες!) είναι τουλάχιστον εντυπωσιακό: η κάμερα συλλαμβάνει ένα περίτεχνο λουλούδι που, όπως αποδεικνύεται αργότερα, δεν είναι τίποτα περισσότερα από ένα σύμπλεγμα καπέλων, σκυμμένων πάνω από το προσκεφάλι της. Η σαρκαστική σκηνοθεσία του Μπάβα εξαλείφει τις αδυναμίες του σεναρίου, ενώ η Λετίσια Ρομάν αποδεικνύεται η ιδανική επιλογή για το ρόλο της Νόρα αφού τα τεράστια μάτια της τρομάζουν καλύτερα από κάθε άλλη ηρωίδα του, τόσο πριν όσο και μετά από αυτή. Δ.Π.
«Βlood And Black Lace»: («Sei Donne Per L Αssassino», 1964)
To «Βlood And Black Lace», πέρα από έξοχο δείγμα κίτρινης (δηλαδή giallo) σκηνοθεσίας, είναι ένας κατάλογος ανθρώπινης σάρκας. Μπαινοβγαίνοντας διαρκώς στα καμαρίνια του οίκου Κριστίνα, ο Μπάβα επιδεικνύει γυναίκες σε διάφορα στάδια συναισθηματικής και σωματικής κατάπτωσης, απαριθμώντας τα θύματα του μασκοφόρου δολοφόνου. Η ένατη ταινία του Μπάβα διαθέτει μεγαλύτερη ποικιλία υφών και χρωμάτων από οποιαδήποτε άλλη στο είδος της, πλησιάζοντας περισσότερο τις λεπτοδουλεμένες mise en scene του Μινέλι, παρά τη φτηνιάρικη αισθητική του εκπτωτικού τρόμου. Παίζοντας με τις σκιές, ο Μπάβα συνωμοτεί με το σκοτάδι, σκηνοθετώντας τις πιο εμπνευσμένες σεκάνς του μετά τη δύση του ηλίου. Από την πρώτη σκηνή, με τη φωτεινή πινακίδα του οίκου μόδας να βροντάει σπαρακτικά στον άνεμο, ως την τελευταία, με το ακουστικό του τηλεφώνου να διαγράφει τόξα σαν διαβολικό εκκρεμές, το «Βlack And ΒΙack Lace» ζει και αναπνέει στην καρδιά του τρόμου.Δ.Π.
«Κill, Baby, Κill!»: («Οperazione Ρaura», 1966)
Η καλύτερη ταινία του Μπάβα (μαζί, φυσικά, με τη «Μάσκα Του Δαίμονα»), το «Επιχείρηση Φόβος» (όπως είναι ο πρωτότυπος ιταλικός τίτλος του φιλμ) στηρίζεται στα ίδια παραμυθένια υλικά που μετέτρεψαν τον ασπρόμαυρο gothic προκάτοχό του σε σταθερό σημείο αναφοράς. Χρησιμοποιώντας τη δύναμη των εικόνων και της ατμόσφαιρας για να διηγηθεί μια ιστορία φαντασμάτων με πρωταγωνιστές τους φοβισμένους κατοίκους ενός απομονωμένου χωριού, ο Μπάβα χτίζει ένα μαγευτικό φιλμ που σου δίνει διαρκώς την αίσθηση ότι αυτό που παρακολουθείς είναι λιγότερο μια ταινία και περισσότερο ένα όνειρο το οποίο βλέπεις με τα μάτια σου ανοιχτά. Απόκοσμοι χρωματισμοί στη φωτογραφία, παραισθησιογόνα οπτική αντίληψη, κλίμα δέους και ανατριχίλας που απλώνεται από πλάνο σε πλάνο ξεπερνούν την αδύναμη πλοκή και μεταμορφώνουν την ταινία σε μια πραγματική μυσταγωγία πάνω στη σύγκρουση της προόδου με τη δεισιδαιμονία και την αδυναμία των ανθρωπίνων δυνατοτήτων να νικήσουν τη σαρωτική έλευση του μεγάλου Αγνώστου. Ανάμεσα στους σκηνοθέτες που ενέπνευσε το συγκεκριμένο φιλμ βρίσκονται οι Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο, Φεντερίκο Φελίνι, Ντέιβιντ Λιντς και Μάρτιν Σκορσέζε. Λ.Κ.
«Τwitch Of The Death Νerve»: («Reazione Α Catena», 1971)
«Δεκατρείς χαρακτήρες, δεκατρείς φόνοι!» ισχυριζόταν περιχαρής ο Μπάβα τις παραμονές εξόδου της ταινίας του στις αίθουσες. Αυτό που δεν μπορούσε να φανταστεί τότε ήταν ότι το κινηματογραφικό του αιματοκύλισμα επρόκειτο να γεννήσει μια ολόκληρη φιλμική υποκατηγορία (το slasher), να επηρεάσει τη μετέπειτα εξέλιξη του τρόμου (προς το χειρότερο, δυστυχώς) και να συναντήσει αναρίθμητους μιμητές (αρκεί να μετρήσει κανείς τις ταινίες της σειράς «Παρασκευή Και 13»). Αστείρευτο λεξικό βιαιοπραγιών που εξακολουθούν να κοπιάρονται ασυστόλως μέχρι σήμερα, το «Τwitch» κατάφερε να εξοργίσει πολλούς θαυμαστές του σκηνοθέτη, ανταλλάσσοντας την ονειρική υφή και τη φινέτσα προηγούμενων ταινιών του με ένα σαδιστικό θέαμα που για αρκετούς άγγιζε την πορνογραφία. Πίσω από μια σαδιστική παρέλαση ακρωτηριασμών, τσεκουρωμάτων και ανασκολοπισμών, όμως, το φιλμ αποτελεί άλλη μια επίδειξη βιρτουοζιτέ από μέρους του Μπάβα, ο οποίος διαλέγει ευρηματικές γωνίες λήψης και μια ευρεία γκάμα σκηνοθετικών τακτικών προκειμένου να προκαλέσει την άμεση ανταπόκριση του θεατή. Οσο για την προσχηματική πλοκή μιας ομάδας πιθανών αγοραστών μιας ειδυλλιακής παραλίμνιας έκτασης οι οποίοι βρίσκονται αγρίως δολοφονημένοι από το χέρι κάποιου αγνώστου, αυτή αποτελεί το μεταμφιεσμένο σχόλιο του Μπάβα για μια κυνική και ψυχρά ωφελιμιστική εποχή που πατά κυριολεκτικά επί πτωμάτων προκειμένου να εκπληρώσει το καπιταλιστικό ιδεώδες της. Αυτό το βαρβαρικό όραμα του ανθρωπίνου είδους ως ένα απλό αναλώσιμο είναι που ισορροπεί το φιλμ του Μπάβα ανάμεσα στο φαρμακερά ειρωνικό και το βαθιά απελπισμένο. Λ.Κ.
«Danger: Diabolik»: (1968)
Την ποπ κουλτούρα πολλοί αγάπησαν, ελάχιστοι όμως κατάφεραν να τη μετουσιώσουν σε κάτι πραγματικά κινηματογραφικό. Στο «Diabolik» ο Μπάβα ξεχνά για λίγο το γοτθικό φόντο της πλειοψηφίας των ταινιών του και ξεσαλώνει, με αφετηρία ένα από τα πιο πετυχημένα ιταλικά κόμικ της δεκαετίας του 60 και με έντονες επιρροές από τα περιπετειώδη σίριαλ του Λουί Φεγιάντ. Τι σημασία έχει που οι δύο φωτογενείς πρωταγωνιστές του, ο γραμμωμένος Τζον Φίλιπ Λο και η ξανθιά κούκλα Μαρίζα Μελ, αποδεικνύονται παροιμιωδώς ανέκφραστοι; Ο Μπάβα τούς χειρίζεται ανενδοίαστα ως αναπόσπαστο κομμάτι των super cool, ρετρο-φουτουριστικών σκηνικών του, δημιουργώντας μια αστραφτερή εικονογραφία που σε αναγκάζει να παραδοθείς αμαχητί στη γοητευτική αφέλεια της χάρτινης ιστορίας. Ο Diabolik είναι ένας υπερκακοποιός, εμπνευστής των πιο εξωφρενικών κομπίνων, που καταλήγουν πάντα με τον εξευτελισμό της αστυνομίας και τον ίδιο να ραίνει αισθησιακά με τα κλοπιμαία τη γυμνή ερωμένη του στο υπερπολυτελές υπόγειο κρησφύγετό του. Αντίστοιχα ο Μπάβα εξοβελίζει κάθε έννοια λογικής και μας βομβαρδίζει με ψυχεδελικές αποχρώσεις, βλέμματα όλο λαγνεία και υπαινιγμό κι ένα ξεσηκωτικό σάουντρακ δια χειρός Ενιο Μορικόνε, στοιχεία που συνθέτουν μια διαχρονική camp απόλαυση που ξεπερνά ακόμα και τη φιλήδονη, παρόμοιας αισθητικής «Βarbarella». Μέχρι σήμερα παραμένει η πιο αξιοπερίεργη και ταυτόχρονα μια από τις πιο συναρπαστικές στιγμές στην περιπετειώδη καριέρα του. Θ.Π.






