Σε μια πολύβοη αποθήκη Γ, ο γνωστός σκηνοθέτης του «Δεκαπενταύγουστου» την Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου, έδωσε συνέντευξη τύπου σχετικά με την ρετροσπεκτίβα του έργου του την οποία παρουσιάζει αυτές τις μέρες το Φεστιβάλ.
Εμμονές και σινεμά: «Οι βαθύτερες φοβίες παραμένουν σταθερές»
Από τις πρώτες του (και σπάνιες) ταινίες μικρού μήκους που θα προβληθούν στη Θεσσαλονίκη μέχρι το τελευταίο του πόνημα, «Man at Sea», o ίδιος ο Γιάνναρης, δήλωσε… «δημιουργικά συγχυσμένος» για αυτή την αναδρομή στο παρελθόν, καθώς είχε την ευκαιρία, μαζί με τους θεατές, να έρθει ξανά σε επαφή με την παλιότερη δουλειά του. «Είναι μια ευκαιρία για απολογισμό», δήλωσε και πρόσθεσε ότι «το στυλ μπορεί να αλλάζει αλλά αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι να βλέπεις πως οι βαθύτερες φοβίες και οι εμμονές παραμένουν σταθερές στο χρόνο. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να τρομάζει, αλλά και ερεθίζει ταυτόχρονα».
Σημείο καμπής: «Θα ήθελα να επιστρέψω σε ένα σινεμά πιο προσωπικό»
Ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης, μετά από αυτή την “αναγκαστική” επαφή με το σύνολο της δουλειάς του φάνηκε έτοιμος για μεγάλες αλλαγές, τόσο στη μέθοδο εργασίας όσο και την ίδια τη θεματολογία του: «Μπορεί από εδώ και πέρα να αλλάξουν ριζικά τα θέματά μου. Δεν θέλω πλέον να είμαι ο σκηνοθέτης του περιθωρίου ή του μεταναστευτικού ζητήματος», είπε, αφού ξεκαθάρισε ότι η “σούμα” του παρελθόντος τον ώθησε εκεί. «Αυτή τη στιγμή υπάρχουν στην Ευρώπη φλέγοντα κοινωνικοπολιτικά και οικονομικά θέματα. Έχουμε πάρα πολλά ερεθίσματα ως δημιουργοί – και αυτό φοβάμαι ότι είναι πάρα πολύ καλό για την Τέχνη, αλλά όχι τόσο για τις κοινωνίες.»
Φαίνεται μάλιστα πως το πολύπαθο «Man at Sea», που παρουσιάζεται εδώ με διαφορετικό μοντάζ από ότι εκείνο της Μπερλινάλε (όπου και προβλήθηκε για πρώτη φορά), ταλαιπώρησε πολύ τον Γιάνναρη, που θα συνεχίσει να το δουλεύει και μετά τη Θεσσαλονίκη. «Ήταν μια πρωτόγνωρη αλλά και ψυχοφθόρα εμπειρία. Είναι τελικά μια ταινία έντονη και ιδιόρρυθμη, που την αγαπώ, αλλά με ταλαιπώρησε πολύ», είπε και πρόσθεσε ότι σκοπεύει να στραφεί σε ένα σινεμά πιο προσωπικό: «κάτι μικρό και μαζεμένο, χωρίς την τριβή με τα λεφτά, τους παραγωγούς. Η κινηματογράφηση και το μοντάζ είναι στιγμές ηδονής, το περιτύλιγμα που μπαίνει από πάνω, σαν προφυλακτικό, είναι φοβερά ψυχοφθόρο – μια εμπειρία σαδομαζοχιστική».
Στάση ζωής: «Δεν είμαι παθιασμένος με το σινεμά»
Ο Γιάνναρης όμως, παρά τη φήμη και τις κατακτήσεις του, δε μοιάζει να επαναπαύεται ούτε να ηρεμεί, θυμίζοντάς μας άλλους μεγάλους δημιουργούς με παρόμοια βάσανα: «Θα ήθελα να ‘μουν ζωγράφος ή αρχιτέκτονας. Δεν σκόπευα να γίνω κινηματογραφιστής. Γι’ αυτό και για μένα το σινεμά είναι ίδιο, είτε γυρίζεις με Super 8, είτε με ψηφιακή κάμερα», δήλωσε, και πρόσθεσε: «Κίνητρό μου είναι πάντα να πιάσω τη στιγμή, το κάδρο και αυτός είναι και ο καημός του μη ζωγράφου, ο συμβιβασμός όσων δεν έχουν τη δεξιότητα να ζωγραφίσουν.»
Όσο για την πορεία του εντός του χώρου, κάθε άλλο παρά ρόδινη δεν ήταν, αλλά πιέζει διαρκώς τον εαυτό του να συνεχίσει: «Κάποια στιγμή βαριέσαι αφόρητα και κουράζεσαι, αλλά πρέπει να βρεις τη δύναμη. Δεν είμαι παθιασμένος με το σινεμά, είναι κάτι που μου συνέβη και συνεχίζει να μου συμβαίνει», είπε ο Γιάνναρης, που συνειδητοποιεί πως πλέον «δε γίνεται να αλλάξεις εμμονές». Εξάλλου, οι άνθρωποι που δεν κάνουν σινεμά του φαίνονται πολύ πιο ευτυχισμένοι από τον ίδιο!
«Kalashnikov» για το μέλλον: «η λατρεία της βίας έχει κυριέψει την ελληνική κοινωνία»
Τα επόμενά του σχέδια περιλαμβάνουν μία ταινία-“επιστροφή” στο παρελθόν: «Θα ξαναδουλέψω με τον Διονύση Σαμιώτη και την Μαρία Πάουελ, που κάναμε μαζί την «Άκρη της Πόλης» και είναι μια απάντηση σε αυτή, αλλά χωρίς την αφέλεια της εποχής», δήλωσε. Η νέα ταινία μοιάζει να στρέφεται σε διαφορετικά -για τον Γιάνναρη- νερά, αφού αφορά ξεκάθαρα τη βία και την σταθερά ανοδική πορεία της στην ελληνική κοινωνία. O τίτλος της, «Kalashnikov». «Η λατρεία της βίας που έχει κυριέψει την ελληνική κοινωνία χρειάζεται μία κινηματογραφική απεικόνιση», είπε ο σκηνοθέτης, που επιχείρησε και μια πιο πολιτική ανάγνωση της κατάστασης: «Βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρουσα την εξέλιξη της χώρας, γιατί μιλούσαμε για μια Ελλάδα που έμοιαζε να είχε γλιτώσει – δεν είχε μπει στη δίνη των Βαλκανίων. Σήμερα όμως συνειδητοποιούμε πόσο εύθραστη ήταν».
Φαίδρα Βόκαλη






