Ο Ντράγιερ (3 Φεβρουαρίου 1889-20 Μαρτίου 1968) υπήρξε νόθο παιδί μιας ανύπαντρης μητέρας, η οποία τον έδωσε σε ηλικία δυο ετών για υιοθεσία στην οικογένεια ενός τυπογράφου. Το τραύμα αυτό θα καθορίσει ολόκληρη τη ζωή του και θα τον ωθήσει σε μια οξεία κριτική ενάντια στις κοινωνικές δομές που οδήγησαν τη μητέρα του σε μια τέτοια απόφαση. Δεν είναι τυχαίο ότι η πλειονότητα των ηρωίδων του είναι θύματα είτε της τυραννίας των ανδρών, είτε της μισαλλοδοξίας της κοινωνίας και αντιπροσωπεύουν το πάθος της ζωής, την παρέκκλιση από τους κανόνες, την εσωτερική ανάγκη της διαφορετικότητας, ενάντια στην ισοπεδωτική λογική του νόμου και των οργανωμένων κοινωνικών θεσμών.
Ο Ντράγιερ υπήρξε ένας καινοτόμος δημιουργός σε πάρα πολλούς τομείς της κινηματογραφικής αισθητικής και δραματουργίας. Ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησε ερασιτέχνες ηθοποιούς, κατήργησε το μακιγιάζ και φρόντισε προσωπικά ο ίδιος τα ντεκόρ των ταινιών του, σε μια προσπάθεια να αποδώσει το μεγαλείο, αλλά και τις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης μέσα από έναν απόλυτο ρεαλισμό. Κατά την άποψή του το φυσικό περιβάλλον ή τα τεχνητά ντεκόρ μέσα στα οποία κινούνται και ζουν οι ήρωες του, όφειλαν να αντανακλούν την εσωτερικότητα και τον ψυχικό κόσμο αυτών των ηρώων, και γι αυτό το λόγο οι ηθοποιοί έπρεπε όχι να μοιάζουν, αλλά να είναι: να ενσαρκώνουν τον ήρωα που υποδύονται “και στο πνεύμα και στη νοοτροπία”. Ταυτόχρονα ο Ντράγιερ επιχείρησε μια αφαίρεση, μια αποκάθαρση των δραματουργικών στοιχείων από καθετί περιττό, θέλοντας να αναδείξει το απολύτως αναγκαίο και ουσιώδες. Στις τελευταίες μάλιστα ταινίες του το μοντάζ με την παραδοσιακή του έννοια “εξαφανίζεται” για να αντικατασταθεί με μεγάλα πλάνα-σεκάνς. Στόχος του είναι πλέον να επιτευχθεί μια αδιάσπαστη αφηγηματική ενότητα, μέσα στην οποία θα ενσωματωθούν οι αντιθέσεις, οι συγκρούσεις και τα ρήγματα σε μια ανώτερη σύνθεση, όπου “το στυλ χαρίζει στο έργο ψυχή και έτσι το κάνει τέχνη”. Αυτοί ακριβώς οι προβληματισμοί είναι που φέρνουν το έργο του κοντά σε αυτό ενός άλλου μεγάλου “ασκητή” του σινεμά, του Ρομπέρ Μπρεσόν.
Το καινοτόμο έργο του, ένας παράδοξος συνδυασμός μεταφυσικής προβληματικής (όπου το θρησκευτικό στοιχείο παίζει πρωταρχικό ρόλο) και ρεαλιστικής απεικόνισης, βρέθηκε πιο μπροστά από την εποχή του και ήταν φυσικό να γίνει αντικείμενο παρανόησης και να μην αρέσει στο κοινό της εποχής του. Είναι τραγική ειρωνεία ότι ο άνθρωπος που γύρισε δυο συνεχόμενα αριστουργήματα το Πάθος της Ζαν ντ Αρκ το 1928 (μια ταινία που συχνά φιγουράρει στις λίστες με τις 10 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών) και το Βαμπίρ το 1932 (μια από τις πιο ατμοσφαιρικές ταινίες μεταφυσικού τρόμου όλων των εποχών) έμεινε άνεργος μέχρι το 1943, εποχή που γύρισε τις Μέρες Οργής. Αλλά και πάλι, παρά τον παγκόσμιο θρίαμβο αυτής της ταινίας, ο Ντράγιερ μπόρεσε να ολοκληρώσει μόνο δυο προσωπικά του σχέδια, τον αριστουργηματικό Λόγο (1954) και το κύκνειο άσμα του Γερτρούδη το 1964 (που στην εποχή της πέρασε απαρατήρητη για να πάρει σύντομα τη θέση της ως ένα από τα αριστουργήματα του μοντέρνου σινεμά), αποτελώντας πρότυπο απαιτητικού και εκλεκτικού δημιουργού, που δούλεψε έξω από κάθε έννοια της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Αυτό το μικρό σε όγκο αλλά τεράστιο σε αξία έργο συγκροτεί ένα μοναδικό πειραματισμό πάνω στα όρια της θεατρικότητας και του κινηματογράφου και μια βαθιά μελέτη πάνω σε πανανθρώπινα θέματα: το φανατισμό και την αδιαλλαξία, τη ζωή και το θάνατο, τη μοναξιά και τον έρωτα.
Τέλος αν για τους νεότερους σινεφίλ το όνομα του Ντράγιερ φαντάζει άγνωστο αξίζει να ανακαλύψουν τον δημιουργό που ο Λαρς φον Τρίερ, ένας από τους πιο προκλητικούς σύγχρονους σκηνοθέτες, αποκαλεί “πνευματικό του πατέρα”. Αρκεί κανείς να ρίξει μια ματιά στις γυναίκες ηρωίδες της τριλογίας του Τρίερ (Δαμάζοντας τα Κύματα, Ηλίθιοι, Χορεύοντας στο Σκοτάδι) για να διαπιστώσει τις εκλεκτικές συγγένειες με αντίστοιχους χαρακτήρες στο έργο του Ντράγιερ. Πέρα όμως από τις εμφανείς επιρροές που υπάρχουν στο έργο του, ο Τρίερ το 1987 γύρισε για λογαριασμό της τηλεόρασης τη Μήδεια (προβλήθηκε πρόσφατα στις αθηναϊκές αίθουσες στα πλαίσια του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας-Νύχτες Πρεμιέρας) βασισμένη σε ένα σενάριο που ο Ντράγιερ δεν μπόρεσε να υλοποιήσει και αργότερα συμπεριέλαβε στο Δαμάζοντας τα Κύματα την περίφημη σκηνή με τις καμπάνες ως ένα φόρο τιμής στο αντίστοιχο θαύμα που πραγματοποιείται στο Λόγο.
Επιμέλεια: Λευτέρης Αδαμίδης






