Το πρόσωπό της σας είναι οικείο χάρη στα εξώφυλλα, τις διαφημίσεις, τα τηλεοπτικά σποτ, ίσως και το Δράκουλα του Κόπολα. H Μαλένα του Τζιουζέπε Τορνατόρε, σας δίνει την ευκαιρία να μάθετε και το όνομά της. . .
Από κοντά, η ομορφιά της μπορεί να σε ξαφνιάσει ή ακόμα και να σου πάρει την ανάσα. Στην οθόνη οι εκπλήξεις συνεχίζονται, όχι μόνο επειδή ο φακός αδυνατεί να συλλάβει όλη τη δύναμη της γοητευτικής παρουσίας της. Η Μόνικα μπορεί να μην είναι. . . Μέριλ Στριπ, σε καμία όμως περίπτωση δεν περιφέρει μάταια τα κάλλη της, όπως κάνουν συστηματικά τα πρώην μοντέλα και νυν φερέλπιδες(;) ηθοποιοί (θυμηθείτε τη Σίντι Κρόφορντ σε εκείνο το Ριψοκίνδυνο Παιχνίδι).
Κάθε άλλο. Τα μάτια της δε μένουν βουβά, το σώμα της δε σιωπά κι όταν έρχεται η στιγμή να μιλήσει η ακοή σου δυσκολεύεται να εντοπίσει παραφωνίες. Μαθητευόμενη ακόμα (όπως η ίδια ομολογεί) στον κινηματογραφικό χώρο, η Μόνικα χαμηλώνει τους τόνους επιδεικνύοντας σύνεση και αποτελεσματική εγκράτεια στα εκφραστικά της μέσα. Ετσι πετυχαίνει να επικοινωνήσει στο κοινό το ζητούμενο συναίσθημα στην πιο απέριττη μορφή του. Υποθέτω πως αμφιβάλετε. . . .
Ο Τζουζέπε Τορνατόρε είχε στα χέρια του το σενάριο της Malena εδώ και μια δεκαετία. Δεν έπαιρνε όμως την απόφαση να το κινηματογραφήσει, αφού αδυνατούσε να βρει ιδανική πρωταγωνίστρια. Οταν πριν από τρία χρόνια συνάντησε την Μπελούτσι στα γυρίσματα του διαφημιστικού για το τελευταίο άρωμα των Dolce & Gabbana είδε το. . . φως. “Αν ποτέ πραγματοποιήσω τη Malena, θέλω μόνο εσένα για πρωταγωνίστρια”, της είπε. Δύο χρόνια αργότερα κράτησε την υπόσχεσή του, φέρνοντας τη Μόνικα αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη πρόκληση της καριέρας της. Ενώ το Malena ακροβατεί επικίνδυνα ανάμεσα στο κοινωνικό δράμα (για τη θέση της γυναίκας στη Σικελία του 40) και τη ρομαντική κομεντί (για τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα ενός πιτσιρίκου), η μελαχρινή Ιταλίδα δε χάνει στιγμή την κατεύθυνση του χαρακτήρα που ερμηνεύει. Αν και της αναλογούν μόλις τρεις ατάκες σε όλη την ταινία, εκπέμπει το – παγιδευμένο στις προκαταλήψεις του περίγυρου – σθένος, τη σεμνότητα, τη θλίψη, τις ενοχές για τα λάθη που δεν μπορεί να αποφύγει ή τα πάθη που δεν της αξίζουν, το θυμό και την απόγνωση της Μαλένα μέσα από κάθε μόριο της ύπαρξής της.
Η “διάδοχος της Σοφία Λόρεν”, κατά το Χόλιγουντ, γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό της Περούτζια. Τελειώνοντας το σχολείο θέλησε να γίνει δικηγόρος, ίσως επειδή υποσυνείδητα ένιωσε την ανάγκη να δηλώσει αθώα στην “αμαρτία” της ομορφιάς που της καταλόγιζαν γνωστοί και άγνωστοι. Από τους πρώτες μήνες των σπουδών της άρχισε να δουλεύει παράλληλα ως μοντέλο για να μην εξαρτάται από κανέναν. Δύο χρόνια αργότερα ο Κόπολα της έδωσε ένα μικρό, αλλά χαρακτηριστικό ρόλο στο Δράκουλα και το χόμπι έγινε επάγγελμα. Φτωχό ως τρόπος έκφρασης, το μόντελινγκ την άφηνε ανικανοποίητη. Εντατικά μαθήματα υποκριτικής και υπομονετική επιλογή ρόλων ανήγαγαν το επάγγελμα σε. . . σινεμά. “Αλλα ονειρεύεσαι κι αλλού η ζωή σε πάει”, λέει τώρα, με τη χαρακτηριστική της εγκράτεια η Μπελούτσι.
Μόνιμη κάτοικος Γαλλίας γελάει με την “κωμική υπερβολή” της Κλεοπάτρας της στο σίκουελ του Αστερίξ και δηλώνει υπερήφανη για τη συμμετοχή της στη γαλλική υπερ-παραγωγή Le Pacte des Loups. Στους Γάλλους εξάλλου χρωστά πολλά. Το 1997 της χάρισαν το Σεζάρ πρωτοεμφανιζόμενης ηθοποιού για το Διαμέρισμα στο Κέντρο της Πόλης: το φιλμ στο οποίο γνώρισε το σύζυγό της, Βενσάν Κασέλ.
Ιωάννα Παπαγεωργίου





