• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AIFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Κάννες: Η νέα εβδομάδα μπαίνει με φόρα

14 Μάι 2001 | Νέα | 0 comments

Το Σαββατοκύριακο που μόλις μας πέρασε ήταν, αν μη τι άλλο, αρκετά ενδιαφέρον από άποψη ταινιών. Μεγάλα ονόματα, όπως οι αδερφοί Κόεν, ο Μίκαελ Χάνεκε, ο Χαλ Χάρτλεϊ και ο Τοντ Σόλοντζ παρήλασαν με τις ταινίες τους στις αίθουσες, χαρίζοντας οι μεν χαμόγελα (ανακούφισης;), οι δε πυρετώδεις συζητήσεις στα πηγαδάκια των δημοσιογράφων. Και, μεταξύ άλλων, τα πάρτι συνεχίζονται, ο καιρός είναι για μπάνια κι εμείς περιμένουμε με ανυπομονησία πότε θα δούμε τις νέες δημιουργίες των Ντέιβιντ Λιντς και Νάνι Μορέτι. . .
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Μαθήματα. . . πιάνου

Έντονα σημάδια πάνω στη μνήμη άφησε το La Pianiste του Μίκαελ Χάνεκε. Ξεκινώντας ως επώδυνο (αλλά χαμηλών τόνων) δράμα που ξετυλίγει τη σχέση μιας καθηγήτριας πιάνου με έναν μαθητή-εραστή της και την τυραννική της μητέρα, καταλήγει μια ωμή σκιαγράφηση της σεξουαλικής διαστροφής και της ψυχολογικής κατάρρευσης φιλτραρισμένη μέσα από τη συγκλονιστική ερμηνεία της Ιζαμπέλ Ιπέρ (φαβορί για βραβείο). Ο Aυστριακός σκηνοθέτης, που μας έχει συνηθίσει έτσι κι αλλιώς σε επιθετικές ταινίες (θυμηθείτε τα Παράξενα Παιχνίδια) και μεταμοντέρνες συνθέσεις πάνω στο χρόνο και την αδυναμία επικοινωνίας (71 Συμπτώσεις, Παράξενα Παιχνίδια) αυξάνει ξανά την ένταση σε μια ιστορία μπεργκμανικής αποχρώσεων (οι λεπτές ισορροπίες της Φθινοπωρινής Σονάτας και ο ψυχολογικός τρόμος του Κραυγές και Ψίθυροι έρχονται στο νου) και αγγλοσαξονικής ψυχρότητας. Σα φιγούρα από αρχαία τραγωδία, η φαινομενικά συντηρητική Έρικα της Ιπέρ περιφέρεται τις νύχτες σε sex shops και μεταμεσονύκτιους κινηματογράφους ικανοποιώντας τις ηδονοβλεπτικές της ορμές κι αυτοτραυματίζεται για να εκτονώσει τη μαζοχιστική της υστερία. Στη χθεσινοβραδινή προβολή της ταινίας, ειρήσθω εν παρόδω, η πλειοψηφία των δημοσιογράφων αποχώρησαν από τις αίθουσες Debussy και Bazin βουβοί κι έντονα προβληματισμένοι. . .

Ο Αόρατος Άνθρωπος

“Αυτός είναι ο κουρέας, εγώ είμαι η σκύλα”. Με αυτά τα λόγια έδωσε η Φράνσις Μακ Ντόρμαντ χθες στη συνέντευξη Tύπου το στίγμα της νέας ταινίας των αδερφών Κόεν The Man Who Wasn t There εξηγώντας έτσι τη θέληση των δημιουργών να δημιουργήσουν ένα. . . ιδιοφυώς αλλόκοτο νουάρ που αποτίει φόρο τιμής στις “αρχετυπικές” χολιγουντιανές παραγωγές των δεκαετιών 30 και 40. Η νέα ταινία των Κοέν που προβλήθηκε την Κυριακή, είναι ένα παιχνίδι με τους κινηματογραφικούς κώδικες του παρελθόντος και παράλληλα ένα διακριτικό, εγκεφαλικό παζλ που χαρακτηρίστηκε από τους δημιουργούς του ως “μια σπουδή στον υπαρξιακό τρόμο”.

Η πλοκή είναι τυπική μιας οποιασδήποτε αστυνομικής ταινίας: ένας λιγομίλητος κουρέας (Μπίλι Μπομπ Θόρντον) αποφασίζει να επενδύσει 10.000 δολάρια σε επιχείρηση στεγνοκαθαριστήριου και για να συγκεντρώσει τα χρήματα, αποφασίζει να εκβιάσει τον εραστή της γυναίκας του.
Επειδή όμως τα πράγματα δεν εξελίσσονται ποτέ βάσει σχεδίου, ο κουρέας χάνει τον έλεγχο και φτάνει ως το φόνο, γλιστρώντας όλο και περισσότερο σε έναν καρμικό. . . λαβύρινθο, όπου οι πράξεις του καθρεφτίζονται στον περίγυρo με τραγικές συνέπειες. Δυστυχώς -και παρόλο που κάθε δημιουργία των αδερφών Κόεν αποτελεί μια ενδιαφέρουσα προσθήκη στην “παγκόσμια ταινιοθήκη”- η δέκατη ταινία τους είναι η πιο μέτρια όχι τόσο από άποψη κινηματογραφική (η στυλιζαρισμένη ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι υπέροχη και η αναπαραγωγή της εποχής πιστή μέχρι. . . κουρέματος) όσο από άποψη σκηνοθετικής προσέγγισης.

Vou Par Casa

Ο “συνήθης ύποπτος” του Φεστιβάλ και βετεράνος, Μανοέλ Ντε Ολιβέιρα με το Vou Par Casa (Επιστρέφω στο Σπίτι) παρέδωσε μια ταινία με κύρια θεματική το θάνατο, αντανακλώντας ίσως τις προσωπικές του φοβίες του ίδιου. Με το συνηθισμένο του στιβαρό ύφος και εσωστρεφή σκηνοθεσία, ο πορτογάλος δημιουργός κρατά καλά εστιασμένο το φακό του σε έναν (εξαιρετικό) Μισέλ Πικολί που παλεύει με τα γηρατιά και τον ξαφνικό χαμό της οικογένειάς του, χάνει όμως το στοίχημα με το κοινό με την επιμονή του σε στατικούς ρυθμούς ενός ξεπερασμένου ευρωπαϊκού σινεμά.

Storytelling

Παρά τις προβλέψεις, μοιρασμένες ήταν οι γνώμες για το Storytelling του Τοντ Σόλοντζ , αφού η πολυαναμενόμενη τρίτη ταινία του αμερικανού “ανεξάρτητου” έδωσε στους περισσότερους την εντύπωση της αυτο-επανάληψης (πάθηση από την οποία φαίνεται να πάσχουν αρκετοί σκηνοθέτες τελευταία). Γυρισμένη σε δυο άνισα μέρη (με ένα τρίτο να έχει, σύμφωνα με τις φήμες, κοπεί) το Storytelling “διηγείται” δύο ιστορίες με φόντο τα σχολικά και κολλεγιακά χρόνια των νέων του ηρώων: μία με τίτλο Fiction και μια με τίτλο Non Fiction. Αρκετοί κριτικοί βρήκαν τη συνήθη επιθετικότητα του Σόλοντζ καλοδεχούμενη, αλλά οι περισσότεροι τον κατηγόρησαν για επιτηδευμένη μιζέρια. Διατηρούμε τις επιφυλάξεις μας μέχρι τη στιγμή που θα τη “χαρούμε” κι εμείς. . .

No Such Thing

Ακόμα χειρότερα τα πράγματα για τον Χαλ Χάρτλεϊ και την ταινία του No Such Thing. Μεταξύ σάτιρας και μαύρης κομεντί, ο Χάρτλεϊ “εφεύρει” έναν δολοφόνο-τέρας (Ρόμπερτ Τζον Μπερκ) που ξεκληρίζει οικογένειες για να εκτονώσει την οργή του και μια δημοσιογράφο (Σάρα Πόλεϊ) που τον κυνηγά για να καλύψει την ιστορία του.
Απογοητεύοντας όσους κατάφεραν να εισχωρήσουν στη μικρή salle Bazin, o έτερος “ανεξάρτητος” του Un Certain Regard απέσπασε άφθονα γιουχαϊτά από το κοινό καθώς και τον τίτλο της χειρότερης ταινίας του μέχρι σήμερα!

Roberto Succo

Τέλος, αντίστοιχα αρνητικές ήταν οι γνώμες για το (απαράδεκτα τηλεοπτικό) Roberto Succo του Γάλλου Σεντρίκ Καν, που είχε μάλιστα διαφημιστεί στις Κάννες ως θρίλερ ολκής! Ο τίτλος της προηγούμενης δουλειάς του Καν, L’ Ennui (Η Βαρεμάρα) αντανακλά πλήρως τα συναισθήματά μας για τον πιο αδιάφορο serial killer που έχουμε δει ως τώρα στο σινεμά. . .

Παραλειπόμενα

Λουίζα Χριστοφίλου

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ