«Ιl Divo» και «ΓΟΜΟΡΡΑ». Η προβολή των ταινιών αυτών, από τις καλύτερες της χρονιάς, στο 14ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας conn-x μας οδηγεί σε μια «αναψηλάφιση» του ιταλικού κοινωνικοπολιτικού σκηνικού. Οι σκηνοθέτες των παραπάνω ταινιών μεταμορφώθηκαν εν μια νυκτί από τη μία σε σωτήρες του ιταλικού σινεμά και από την άλλη, για μια μερίδα της ιταλικής πολιτικής, σε εχθρούς της ίδιας της χώρας. Από τον Γιώργο Κρασσακόπουλο
Η λήξη του φετινού Φεστιβάλ των Καννών τον περασμένο Μάιο έφερε τον Ματέο Γκαρόνε και τον Πάολο Σορεντίνο στην θέση των σωτήρων του Ιταλικού Σινεμά και τους μεταμόρφωσε σε ήρωες στα μάτια της κινηματογραφικής βιομηχανίας της χώρας τους. Ο συμπατριώτης τους Σέρτζιο Καστελίτο, μέλος της κριτικής επιτροπής δήλωνε ότι με τη βράβευση τους, οι Κάννες τιμούν το ίδιο το ιταλικό σινεμά και τα βραβεία τους αποτέλεσαν την αφορμή για μια σειρά από άρθρα σχετικά με την αναγέννηση της ιταλικής κινηματογραφίας από την τέφρα της. Η μέθη του θριάμβου όμως δεν κράτησε πολύ, καθώς επιστρέφοντας στην πατρίδα, τα συναισθήματα ευφορίας αποδείχθηκε πως δεν εξέφραζαν ολόκληρη τη μερίδα της ιταλικής κοινωνίας. Ο ίδιος ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι αναρωτήθηκε δημοσίως «αν αυτή πρέπει να είναι η εικόνα της Ιταλίας που θέλουμε να δείχνουμε προς τα έξω» και οι φωνές των εκπροσώπων της Δεξιάς συντονίστηκαν σε ένα χορό αποδοκιμασίας. Το γεγονός ότι τόσο το «Γόμορρα» όσο και το «Ιl Divo» υπήρξαν κάτι πολύ περισσότερο από «καλλιτεχνικές επιτυχίες» που έφεραν το κοινό στις αίθουσας και ξεκίνησαν συζητήσεις για το παρελθόν και το μέλλον της χώρας, έχει κατά πολύ να κάνει με τις αντιδράσεις που δημιούργησαν. Συν τοις άλλοις η χρονική σύμπτωση της κοινής προβολής τους στο φεστιβάλ και της κοντινής εξόδου τους στις αίθουσες έκανε σαφές πως η διαφθορά, το μελανό παρελθόν και τα φαντάσματα κάθε άλλο παρά μπορούν να αγνοηθούν από τη νέα γενιά των Ιταλών. «Οι ταινίες μοιάζουν δίδυμες» λέει ο Καστελίτο, «δυο παιδιά που τράφηκαν από την ίδια μήτρα και τα οποία έχουν κοινό θέμα, που αποκαλύπτουν αυτό που κρύβεται πίσω από το καθαρό προσωπείο των σύγχρονων ευρωπαϊκών δημοκρατιών». Δεν μοιάζει να έχει άδικο. Η Ιταλία δείχνει να βρίσκεται σε μια από τις πιο διχασμένες πολιτικά περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της με τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι να διανύει την τρίτη θητεία του στην καρέκλα του πρωθυπουργού και απέναντι σε μια κοινωνία που γίνεται ολοένα και πιο εχθρική δείχνει να προσπαθεί να πείσει τους συμπατριώτες του πως τα δεινά της χώρας οφείλονται κατά ένα μεγάλο μέρος στους παράνομους μετανάστες, τη Μαφία και τους Τσιγγάνους. Στον αντίλογο αυτής της συλλογιστικής, οι ταινίες του Γκαρόνε και του Σορεντίνο δείχνουν πως τα προβλήματά τους δεν έρχονται από έξω αλλά πως, πέρα από την εξουσία και το οργανωμένο έγκλημα ακόμη, και οι απλοί πολίτες, οι γείτονες, οι συγγενείς είναι συχνά μπλεγμένοι- θέλοντας ή μη- σε ένα σύστημα διαφθοράς που δείχνει να τραβά ολόκληρη τη χώρα προς τα κάτω. Κι αν για τους ανθρώπους τους πνεύματος, τους κριτικούς, αλλά και για το κοινό που γέμισε τις αίθουσες τα φιλμ των Γκαρόνε και Σορεντίνο αποτελούν θαρραλέες πράξεις ηθικής και κοινωνικής αφύπνισης για την ιταλική Δεξιά, μοιάζουν με επώδυνα και επικίνδυνα αγκάθια που πρέπει να αφαιρεθούν. Για τον Λούκα Μπαρμπαρέσι, δημοφιλή ηθοποιό και θερμό υποστηρικτή του κόμματος του Μπερλουσκόνι, οι δυο ταινίες μπορεί να έχουν καλλιτεχνικές αρετές «αλλά μοιάζουν σαν αυτομαστίγωμα. Για κάθε ταινία σαν αυτές θα έπρεπε να βγάζουμε προς τα έξω δέκα ακόμη που να απεικονίζουν την χώρα μας με τρόπο θετικό. Αντ αυτού μοιάζουμε να είμαστε καλοί μόνο στο να δείχνουμε στον κόσμο την άσχημη και σκοτεινή πλευρά μας». Οσο για τον Ιταλό υπουργό πολιτισμού, Σάντρο Μπότι, ο οποίος ήταν παρών στην πρώτη προβολή των ταινιών στις Κάννες, η αναγνώριση και η επιτυχία τους στην αρένα των διεθνών φεστιβάλ επέβαλε μια πιο μετριοπαθή συμπεριφορά. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του, μπορεί να ένιωσε «άβολα» παρακολουθώντας τα φιλμ, «όμως είναι ταινίες που σηματοδοτούν την αναγέννηση ενός δυναμικού και ενδιαφέροντος ιταλικού σινεμά». Οσο για την Ιταλία που απεικονίζουν; «Η δουλειά της κυβέρνησης του Μπερλουσκόνι» είπε «είναι να εξαλείψει αυτά που τα φιλμ απεικονίζουν». Η αντιμετώπιση των ταινιών τους δεν εξέπληξε τους δύο δημιουργούς και ξεκαθαρίζουν πως τα φιλμ τους δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση «οργανωμένη επίθεση» εναντίον της χώρας τους. «Δεν είναι ότι οι δυο μας συνεννοηθήκαμε και αποφασίσαμε να κοιτάξουμε την Ιταλία από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία» λέει ο Γκαρόνε. «Απλά νομίζω πως οι καλές ταινίες τείνουν να αντανακλούν την πραγματικότητα της εποχής». Ευτυχώς η μεγαλύτερη μερίδα του ιταλικού κοινού (τουλάχιστον αυτοί που δεν βλέπουν τις σειρές και τις ταινίες του Μπαρμπαρέσι) δείχνει να τάσσεται μαζί τους, αν κρίνουμε τουλάχιστον από την πορεία των ταινιών στις αίθουσες κάτι που αφήνει ελπίδες για τη χώρα και τους κατοίκους της…
Υ.Γ.: Μέσα στη γενική χλαπαταγή των επαίνων και των αντιδράσεων, ενδιαφέρον έχει ο τρόπος που αντιμετώπισε ο ίδιος ο Αντρεότι την «εργοβιογραφία» του, δια χειρός Σορεντίνο. Ο 89 χρονος πολιτικός είδε την ταινία σε ειδική προβολή που οργανώθηκε γι αυτόν και σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες ακούστηκε να αναφωνεί «αυτό πάει πολύ!» σε μια σκηνή όπου το φιλμ τον δείχνει να «εξομολογείται» τη συμμετοχή του στα σκάνδαλα για τα οποία κατηγορείτο. Από τότε μέχρι σήμερα όμως, η άποψή του για τους δημιουργούς της ταινίας (ότι δηλαδή πρόκειται για «κακόβουλους υβριστές») μοιάζει να έχει αλλάξει. Απέσυρε τον χαρακτηρισμό και παραδέχθηκε μάλιστα πως του άρεσε ιδιαίτερα μια σκηνή στην οποία εξηγεί σε έναν δημοσιογράφο πως το να εξασκείς εξουσία είναι πολύ πιο σύνθετο από όσο οι εύκολες κρίσεις σχετικά με το καλό και το κακό επιτρέπουν να εννοηθεί. Και σε μια δήλωση που εξηγεί, ίσως, το πώς κατόρθωσε να επιβιώσει τόσα χρόνια στην πολιτική σκηνή της γειτονικής χώρας, πρόσθεσε «για κάθε πολιτικό, το να σε αγνοούν είναι πολύ χειρότερο από το να σε κατακρίνουν».
Η Ιταλία του Αντρεότι Ποια Ιταλία; Η Ιταλία της Καμόρα
Το «Ιl Divo» του Πάολο Σορετίνο κοιτάζει τη μεταπολεμική ιστορία της Ιταλίας μέσα από την καριέρα του Τζούλιο Αντρεότι- ενός μυθικού πολιτικού που υπήρξε πρωθυπουργός εφτά φορές, στην διάρκεια των οποίων το όνομά του ενεπλάκη σε σειρά σκανδάλων που ξεκινούν από κατηγορίες για διασυνδέσεις με την παράνομη μασονική στοά Ρ2 και τη μαφία και φτάνουν μέχρι τη δολοφονία του δημοσιογράφου Καρμίνε Πεκορέλι. Ο Αντρεότι παραμένει βουλευτής δια βίου ακόμη και σήμερα, αν και δεν αθωώθηκε για τις κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν. Αντίθετα τα αδικήματά του παραγράφηκαν, καθώς είχαν μεσολαβήσει περισσότερα από 20 χρόνια από τη στιγμή που διεπράχθησαν μέχρι τη στιγμή που έφτασαν στις αίθουσες των δικαστηρίων. Η πορεία του Σορεντίνο προς την ολοκλήρωση του φιλμ ήταν, όπως λέει ο ίδιος, «γεμάτη εμπόδια, που τοποθετούνταν στον δρόμο μου από το πλήθος των ισχυρών ανθρώπων που ακόμη και σήμερα έχουν λόγους για να είναι υπόχρεοι στον Αντρεότι».
Ανάλογα προβλήματα αντιμετώπισε και ο Ματέο Γκαρόνε στα γυρίσματα του «Γόμορρα», πορτρέτο της ναπολιτάνικης μαφίας και των πλοκαμιών της που απλώνονται όχι μόνο σε ολόκληρη την χώρα αλλά και στην ίδια την ευρωπαϊκή ήπειρο. Παραδόξως δεν ήταν η ίδια η καμόρα που βρέθηκε απέναντί του «ακόμη κι αν το να γυρίζουμε στην περιοχή της Σκάμπια ήταν σαν να βρισκόμαστε σε πολεμική ζώνη» λέει ο ίδιος. Αντίθετα του επέτρεψαν να κινηματογραφήσει στους αυθεντικούς χώρους, τον συμβούλεψαν σε λεπτομέρειες και κάποια από τα μέλη της έπαιξαν και στην ταινία. Στην περίπτωση του Τζιοβάνι Βενόζα μάλιστα η νέα του καριέρα ως ηθοποιός έληξε άδοξα όταν, μετά την προβολή της ταινίας, φυλακισμένοι συνεργοί του τον αναγνώρισαν και τον κατέδωσαν στις αρχές από τις οποίες συνελήφθη. Βασισμένο στο ομώνυμο ντοκουμέντο του Ρομπέρτο Σαβιάνο, το φιλμ υπήρξε από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της χρονιάς στην Ιταλία, έχοντας κάνει έως σήμερα εισπράξεις περισσότερες των 12 εκατ. ευρώ.






