• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Θεσσαλονίκη: Φεστιβαλικά μυστικά

12 Νοέ 2011 | Θέματα | 0 comments

Λίγο πριν το τέλος του φεστιβάλ, το περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ ξεφαντώνει παρέα με το νέο αίμα του ελληνικού σινεμά και αναζητά τα μυστικά που μεταμορφώνουν ένα φεστιβάλ σε μία πραγματικά προσωπική εμπειρία γιορτής και τέχνης.
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Λίγο πριν το τέλος του φεστιβάλ, το περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ ξεφαντώνει παρέα με το νέο αίμα του ελληνικού σινεμά και αναζητά τα μυστικά που μεταμορφώνουν ένα φεστιβάλ σε μία πραγματικά προσωπική εμπειρία γιορτής και τέχνης.

Αποστολή: Ορέστης Ανδρεαδάκης – Φαίδρα Βόκαλη – Θανάσης Πατσαβός

* Tην Παρασκευή, με τη σημαδιακή ημερομηνία 11.11.11, πραγματοποιήθηκε το πάρτυ του Περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ στη Θεσσαλονίκη. Με ευγενικό χορηγό την μπύρα Fischer, καλεσμένοι του Φεστιβάλ και μη, Θεσσαλονικείς και Αθηναίοι, γέμισαν το μπαρ Partisan και χόρεψαν μέχρι το πρωί. Ανάμεσα στους προσκεκλημένους που έκαναν την εμφάνισή τους ήταν και σκηνοθέτες όπως ο Δημήτρης Αθανίτης, ο Αλέξης Αλεξίου, ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης, η Όλγα Μαλέα, ο Τάσος Μπουλμέτης, ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος, ο Σύλλας Τζουμέρκας, ο Παναγιώτης Φαφούτης και η Ελισάβετ Χρονοπούλου, ενώ ακόμα και ο Φρεντερίκ Μπουαγιέ, πρώην διευθυντής του Δεκαπενθήμερου Σκηνοθετών των Καννών, άφησε για λίγο το καθήκον του ως μέλος της κριτικής επιτροπής για να διασκεδάσει ανάμεσα στους «κοινούς» φεστιβαλιστές.

* Η Αγορά του Φεστιβάλ, παρά την πανταχού παρούσα κρίση, κατάφερε να διπλασιάσει τα νούμερά της ? τόσο στον αριθμό των συμμετεχόντων της βιομηχανίας όσο και στα πρότζεκτ που παρουσιάζει. Με περισσότερους από 200 τίτλους να προβάλλονται στην ηλεκτρονική της βιβλιοθήκη, το ενδιαφέρον στρέφεται για μία ακόμη φορά στο εγχώριο σινεμά: μέχρι τα μέσα του Φεστιβάλ, δύο ελληνικές ταινίες (το «J.A.C.E.» του Μενέλαου Καραμαγγιώλη και ο «Παράδεισος» του Παναγιώτη Φαφούτη) συγκέντρωναν τις περισσότερες προβολές.

* Απαραίτητοι και φυσικά ευπρόσδεκτοι οι εγγυημένοι φεστιβαλικοί κράχτες (αν βέβαια κατάφερνε κανείς να εξασφαλίσει εγκαίρως εισιτήρια!), όπως «Το Παιδί με το Ποδήλατο» των αδελφών Νταρντέν και το «Κοτόπουλο με Δαμάσκηνα» των Μαρζάν Σατραπί και Βενσάν Περονό (η πρώτη βρίσκεται μάλιστα προσκεκλημένη στη Θεσσαλονίκη), όμως το πιο απολαυστικό κομμάτι της εκάστοτε φεστιβαλικής εμπειρίας είναι η ανακάλυψη ? συχνά εντελώς τυχαία ? μικρών και άνευ ηχηρών περγαμηνών σινεφιλικών εκπλήξεων, για τις οποίες δεν γνώριζες σχεδόν τίποτα εκ των προτέρων. Ακόμα και τα όποια ψεγάδια τους αποκτούν μικρή σημασία όταν βρίσκεσαι αντιμέτωπος με τις συστάσεις ενός ελπιδοφόρου ταλέντου.

* Και, ευτυχώς, τέτοιες απρόσμενες εκπλήξεις δεν έλειπαν από το φετινό πρόγραμμα. Δύο από τις πιο ενδιαφέρουσες μάλιστα, «Το Πιάνο σ'ένα Εργοστάσιο» («Gang de qin») και «Το Βουνό του Βούδα» («Guan yin shan») προέρχονταν από την Κίνα, δεν θα μπορούσαν όμως να απέχουν περισσότερο από τα θηριώδη έπη εποχής ή πολεμικών τεχνών, στα οποία μας έχει συνηθίσει (λόγω προφανώς και της επιλεκτικής διεθνούς διανομής) η κινηματογραφική βιομηχανία της χώρας. Και παρά το εντελώς διαφορετικό τους ύφος, αποτελούν και οι δύο εξαιρετικές κινηματογραφικές γέφυρες ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν μιας ιλιγγιωδώς αναπτυσσόμενης χώρας.

* Στο επίκεντρο της πρώτης βρίσκεται η απεγνωσμένη προσπάθεια ενός χωρισμένου πατέρα να κατασκευάσει ένα πιάνο με τη βοήθεια των άσχετων φίλων του, πρώην έργατες όλοι τους σε ένα ερημωμένο πλέον εργοστάσιο χάλυβα, προκειμένου να εξασφαλίσει την κηδεμονία της μικρής του κόρης.
Με το πνεύμα του μπουρλέσκ να στοιχειώνει διακριτικά τις κωμικές σκηνές της άγαρμπης και παλιμπαιδίζουσας παλιοπαρέας, ο σκηνοθέτης Ζανγκ Μενγκ τοποθετεί την γλυκύτατη αυτή κομεντί στη δύσκολη περίοδο μετάβασης της κινεζικής οικονομίας από το σοσιαλιστικό μοντέλο (διόλου τυχαία το φιλμ διανθίζεται με χαρωπές, παλιομοδίτικες ρώσικες μπαλάντες) στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και των ανοιχτών αγορών.
Η ιδιότητα του ακορντεονίστα ήρωα ως μέλος μίας μπάντας που παίζει σε γάμους, κηδείες και λοιπές εκδηλώσεις προσφέρει την αφορμή για μερικές σχεδόν σουρεαλιστικές σκηνές που χαρίζουν στην ταινία την αίσθηση ενός ανορθόδοξου μιούζικαλ. Παρά τον ελαφρώς άνισο ρυθμό του και το τερατωδώς αποκρουστικό βιομηχανικό τοπίο που βρίσκεται πανταχού παρόν στο φόντο, «Το Πιάνο σ'ένα Εργοστάσιο» σε αφήνει με ένα ανακουφιστικό αίσθημα ευφορίας και αισιοδοξίας.

* Σε πιο ρεαλιστικούς τόνους, το «Βουνό του Βούδα» ακολουθεί τρεις φίλους που, τελειώνοντας το σχολείο, επιζητούν την ανεξαρτητοποίησή τους από τις ? σε μεγάλο βαθμό δυσλειτουργικές ? οικογένειές τους και νοικιάζουν δωμάτια στο σπίτι μίας πρώην τραγουδίστριας της Όπερας του Πεκίνου.
Οι μεταξύ τους σχέσεις, οι συγκρούσεις με τον περίγυρό τους και η ανορθόδοξη συγκατοίκηση με τη δύστροπη σπιτονοικοκυρά, που ζει το δικό της βουβό δράμα, ξεδιπλώνονται με αφτιασίδωτη ειλικρίνεια και πειστικότητα, που απέχει κατά πολύ από τις συχνά τόσο «τεχνητές» ιστορίες ενηλικίωσης στις οποίες μας έχει συνηθίσει το ανεξάρτητο και μη αμερικάνικο σινεμά.
Την ίδια στιγμή η σκηνοθέτις Λι Γιου (μία από τις ελάχιστες γυναίκες που ασκούν το ανδροκρατούμενο αυτό επάγγελμα στην Κίνα) χαρίζει στις άλλοτε ανέμελες και άλλοτε επιπόλαιες και αυτοκαταστροφικές εξάρσεις των νεαρών ηρώων της κάτι από την αιθέρια και απελευθερωμένη κινηματογράφηση του Γουόνγκ Καρ Γουάι, χωρίς να το παρακάνει σε στυλιζαρισμένα τερτίπια της κάμερας.
Η καρδιά της ταινίας της βρίσκεται στον ατίθασο συναισθηματικό κόσμο των χαρακτήρων της και ακολουθεί το δύσβατο ταξίδι τους προς την ωριμότητα, μεταδίδοντας στον θεατή την ένταση κάθε τους βήματος χωρίς πολλά λόγια και περιττά κινηματογραφικά κόλπα. Αν το «Πιάνο» αποτέλεσε μία από τις πιο feelgood στιγμές του φεστιβάλ, τότε σίγουρα το «Βουνό» υπήρξε μία από τις πιο συναισθηματικά πλούσιες.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ