Με τα «Κορίτσια» τοποθετείτε τη δράση σε ένα διαφορετικό και εμφανώς σύγχρονο κοινωνικό τοπίο σε σχέση με αυτά στα οποία στηρίξατε τις προηγούμενες ταινίες σας. Τι σας ώθησε προς αυτήν την συγκεκριμένη κατεύθυνση και ποια ήταν η βασική πηγή έμπνευσής σας για την ταινία;
Από την μία ταινία στην άλλη ταινία υπήρξε ένας διάλογος, με βασικό του γνώμονα ιστορίες ενηλικίωσης οι οποίες διαδραματίζονται σε προάστια. Αυτήν την φορά ήθελα να στηριχτώ σε κάτι πιο σύγχρονο και να γυρίσω την ταινία στο παρόν, γιατί οι δύο προηγούμενες ταινίες ήταν πιο αφηρημένες χρονικά. Ήθελα να εντρυφήσω περισσότερο σε κάθε κατεύθυνση: να εντρυφήσω στην μυθοπλασία με αυτό το μεγάλο, μυθιστορηματικό είδος ταξιδιού, να εντρυφήσω στην αποτύπωση της κοινωνικής πίεσης που υφίστανται οι γυναίκες οι οποίες αγωνίζονται να βρουν την ταυτότητά τους.
Επί της ουσίας ήθελα η ταινία να είναι πιο ριζοσπαστική σε όλους τους τομείς – πιο ριζοσπαστική στην μυθοπλασία, πιο ριζοσπαστική στην ψυχαγωγία και στην σκηνοθεσία. Επίσης, ενώ το φιλμ καθοδηγείται από έναν χαρακτήρα, ήθελα να μιλήσω για την ομάδα και να ξεδιπλώσω πλήρως την έννοια της φιλίας ανάμεσα στις γυναίκες και τον τρόπο με τον οποίο σου δίνει ουσιαστικά την δυνατότητα να βρεις την φωνή σου.
Η επιλογή των τεσσάρων νεαρών ηθοποιών επηρέασε καθόλου ή μετέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο το σενάριο που είχατε ήδη στα χέρια σας;
Το σενάριο εμπεριείχε χώρο για αυτοσχεδιασμό. Οπότε, ήταν έτσι σχεδιασμένο ώστε να καλωσορίσει τις δεξιότητες και την προσωπικότητα των ηθοποιών. Φυσικά, μελετήσαμε μαζί με τα κορίτσια ολόκληρο το σενάριο και το συζητήσαμε. Δεν τις επέλεξα λόγω της βιογραφικής τους σύνδεσης με το θέμα, ωστόσο. Όταν τις επέλεξα, δεν τις ρώτησα τον τόπο καταγωγής τους. Προσπαθούσα να βρω κορίτσια με εξαιρετικές υποκριτικές ικανότητες. Και οι τέσσερις είναι από πολύ διαφορετικά κοινωνικά υπόβαθρα, ενώ η πρωταγωνίστριά μου δεν έχει καμία σχέση με το περιβάλλον του χαρακτήρα που υποδύεται. Μένει στο Παρίσι, σε μια καλή γειτονιά.
Ήταν, όμως, καλό που απείχε τόσο πολύ από τον ρόλο της, γιατί ουσιαστικά μας επέτρεψε να τον χτίσουμε, να τον δημιουργήσουμε. Στον κινηματογράφο, πολλά πράγματα είναι θέμα απόστασης – η απόσταση που έχεις με τους ήρωές σου, το πού τοποθετείς την κάμερα, και ούτω καθεξής. Κάποια από τα κορίτσια ήταν πιο εξοικειωμένα με αυτόν τον τρόπο ζωής. Μοίρασα, λοιπόν, το σενάριο και τις συμβούλεψα «Δείτε εάν υπάρχει κάτι εδώ το οποίο μπορείτε να υποστηρίξετε. Τα πάντα εξαρτώνται από το τι λέει η ιστορία και το βαθμό στον οποίο μπορείτε να ταυτιστείτε με αυτήν». Κι εκείνες μπόρεσαν σαφέστατα να ταυτιστούν.
Για πρώτη φορά σε ταινία σας επιλέγετε να βασίσετε μια ολόκληρη σκηνή σε ένα δημοφιλές τραγούδι, χρησιμοποιώντας μάλιστα το «Diamonds» της Rihanna με πραγματικά αξέχαστο τρόπο. Ποια ήταν η πρόθεσή σας πίσω από αυτήν την σκηνή, που τολμώ να υποθέσω πως σημαίνει πολλά για εσάς;
Η σκηνή βρισκόταν ήδη στο πρώτο προσχέδιο του σεναρίου, και όταν την έγραφα είχα εξαρχής το «Diamonds» στο μυαλό. Το ερωτεύτηκα αυτό το τραγούδι και θεώρησα πως θα είναι τέλειο για τη σκηνή. Οι στίχοι στα στόματα των ηρωίδων μου απηχούν πολύ διαφορετικά πράγματα. Πρόκειται για την φιλία, την ενδυνάμωση και το πόσο όμορφοι μπορούμε να είμαστε μαζί οι άνθρωποι. Αυτή η σκηνή είναι πολύ σημαντική για μένα και αποτελεί ένα σημείο στροφής για την ταινία και για τους θεατές οι οποίοι εκείνη ακριβώς τη στιγμή αγαπούν την ηρωίδα και γίνονται μέρος της ομάδας της.
Ήθελα να βάλω ολόκληρο το τραγούδι στην ταινία, όχι μόνο αποσπάσματα, επειδή κάνει μεγαλύτερη αίσθηση έτσι. Πρόκειται για το πώς γεννιέται μια φιλία, τη μαρτυρία της γέννησης μιας φιλίας μέσα από την χορογραφία και τον τρόπο με τον οποίο η Μαριέμ εξελίσσεται από παρατηρητής σε ενεργό μέλος, μετακομίζει στο επίκεντρο της ομάδας και αποκτά, ξαφνικά, την δική της φωνή. Είναι μια δυνατή αφηγηματική στιγμή.

Πόσο δύσκολο ήταν, παρ' όλα αυτά, το να εξασφαλίσετε τα δικαιώματα ενός τόσο διάσημου τραγουδιού;
Ήταν δύσκολο να πάρουμε το τραγούδι της Rihanna, αλλά αποφασίσαμε να σταθούμε γενναίοι και να προσπαθήσουμε. Επικοινωνήσαμε με την δισκογραφική εταιρεία και ήταν αρκετά εύκολο να κλείσουμε μια συμφωνία στο πλαίσιο του προϋπολογισμού μας…αλλά όταν φτάσαμε στο μοντάζ συνειδητοποιήσαμε ότι δεν είχαμε τα δικαιώματα, επειδή χρειαζόμασταν πρωτίστως την συγκατάθεση της Rihanna.
Οπότε, αυτό ήταν τραγικό και σκέφτηκα πως ίσως έτσι δεν θα μπορούσαμε να πάρουμε ποτέ τελικά την άδειά της. Στείλαμε, εντούτοις, την σκηνή στην Rihanna και τους αντιπροσώπους της και αυτό που είδαν τους κέρδισε. Μου είπαν πως την βρήκαν όμορφη και πως θα κάνουν μια εξαίρεση, γιατί συνήθως δεν δίνουν τα τραγούδια τους χωρίς να ζητήσουν ένα κάρο χρήματα. Δεν μας έδωσαν δωρεάν, προφανώς, το «Diamonds», αλλά το ότι τους κέρδισε η η σκηνή σημαίνει πολλά.
Δυσκολευτήκατε να αποφασίσετε ποιο θα είναι το τέλος της ταινίας και η κατάληξη του προσωπικού ταξιδιού της κεντρικής ηρωίδας σας; Ή μήπως το φινάλε δεν αποτελεί παρά ένα νέο ξεκίνημα για εκείνη;
Ήταν κάπως δύσκολο γιατί ήθελα να παραμείνω ειλικρινής στη φύση του ταξιδιού της ηρωίδας και να μην καθορίσω τα πάντα για εκείνη. Ακόμα κι αν οι επιλογές δεν φαίνονται πολλές, το τέλος της ταινίας αφορά στην αρχή μιας νέας ζωής. Πιστεύω πως κάνω ταινίες που θέτουν πάνω απ' όλα ερωτήματα και σε καλούν να νοιαστείς για τον ήρωα. Το ζητούμενο δεν είναι να απαντηθεί η ερώτηση, αλλά να τεθεί. Νομίζω πως αυτό είναι πιο ισχυρό από το να γνωρίζεις τελικά τα πάντα για την έκβαση μιας ιστορίας. Γιατί όταν το τέλος μένει ανοιχτό, δε μπορείς να αφήσεις την ταινία πίσω σου αμέσως μετά την παρακολούθησή της και να την προσπεράσεις. Πρέπει να την πάρεις μαζί σου στο σπίτι.






