Η περιπέτεια της ταινίας ξεκίνησε το 1998, μαζί με τον Γάλλο παραγωγό Πωλ Σααντούν (μεταξύ άλλων συμπαραγωγό στο «Satantango» και τις «Αρμονίες του Βερκμάιστερ» του Μπέλα Ταρ, ενώ η παρέμβασή του πρακτικά έσωσε και τον «Άνθρωπο από το Λονδίνο» του Ούγγρου σκηνοθέτη). Η χρηματοδότηση του εγχειρήματος (ως συνήθως όταν πρόκειται για τον Γουάτκινς) υπήρξε το πιο δύσκολο κομμάτι. Οι περισσότεροι μεγάλοι τηλεοπτικοί σταθμοί αρνήθηκαν οποιαδήποτε ανάμειξη (ο υπεύθυνος χρηματοδοτήσεων του BBC απλά δήλωσε πως «δεν μ’ αρέσουν οι ταινίες του Γουάτκινς»). Τελικά, το Μουσείο του Ορσύ, που κείνη την εποχή ετοίμαζε μια έκθεση για την Παρισινή Κομμούνα, διέθεσε τα απαιτούμενα κεφάλαια.
Τα γυρίσματα έγιναν σε ένα παλιό εργοστάσιο του Μοντρέιγ, στο Ανατολικό Παρίσι. Εκεί βρίσκονταν παλιότερα τα στούντιο του Ζωρζ Μελιές, ενώ οι χώροι χρησιμοποιούνταν από την θεατρική κολλεκτίβα «La parole errante» που παρουσίαζε τις δημιουργίες του Γάλλου δραματουργού και ποιητή Αρμάν Γκατί.
220 άνθρωποι, στην πλειονότητά τους χωρίς καμιά προηγούμενη ερμηνευτική εμπειρία επιλέχθηκαν για τους πολλούς ρόλους της ταινίας. Πολλοί από αυτούς έρχονταν από την επαρχία, διατηρώντας τις τοπικές διαλέκτους και τους ιδιωματισμούς (οι επαρχιώτες έπαιξαν άλλωστε σημαντικό ρόλο στην Παρισινή Κομμούνα). Με αγγελίες στον συντηρητικό τύπο, Παριζιάνοι συντηρητικών απόψεων επιλέχθηκαν για τους ρόλους των αντιπάλων της Κομμούνας.
Το σετ, μια σειρά από δωμάτια και διαδρόμους, αναπαράστησε το 11ο διαμέρισμα, μια φτωχική Παριζιάνικη συνοικία. Ο σχεδιασμός ισορροπούσε ανάμεσα στον ρεαλισμό και την θεατρικότητα. Οι λεπτομέρειες στα ρούχα και στις πατίνες των τοίχων προσέχθηκαν ιδιαίτερα, από την άλλη, τα τελειώματα των σκηνικών και οι γυμνοί τοίχοι ήταν ορατά, κρεμαστά φώτα νέον χρησιμοποιήθηκαν έτσι ώστε η κίνηση της κάμερας ανάμεσα σε ανθρώπους και σκηνικά να μη συναντά εμπόδια. Έτσι, ο διευθυντής φωτογραφίας Οντ Γκάιρ (συμμετείχε και στο «Edvard Munch»), μπορούσε απερίσπαστος να πετύχει τα μεγάλα μονοπλάνα με διαρκή κίνηση που απαιτούσε ο Γουάτκινς.
Πολλούς μήνες πριν τα γυρίσματα, οι ηθοποιοί ερεύνησαν εξαντλητικά ό,τι στοιχείο υπήρχε διαθέσιμο σχετικά με την Κομμούνα. Από τα Ιστορικά γεγονότα ως τον ρόλο των γυναικών και της Εκκλησίας, τα προβλήματα ύδρευσης και αποχέτευσης της εποχής, ντοκουμέντα συζητήσεων και διαφωνιών στις συνελεύσεις κ.ο.κ. Στη συνέχεια οι ηθοποιοί σχημάτισαν ομάδες ανάλογα με τους ρόλους τους (στρατιώτες, εργάτες κλπ.) και συζητούσαν για τους χαρακτήρες που ερμήνευαν αλλά και τη σύνδεση της Κομμούνας με τη σημερινή κοινωνία. Ουσιαστικά αναφέρονταν στις δικές τους προσωπικές ιστορίες κι αυτή η μέθοδος αποτέλεσε κεντρικό άξονα του φιλμ.
Τα γυρίσματα ήταν ακόμα μια συλλογική εμπειρία. Συζητήσεις, διαφωνίες, αντιδράσεις, φιλμάρονται σε μεγάλες λήψεις, Οι ηθοποιοί αυτοσχεδιάζουν , φορές αλλάζουν γνώμη αλληλεπιδρούν, εγκαταλείποντας την πόζα και την τεχνική, φτάνοντας σε καθαρά προσωπικά ερωτηματικά για τη σημερινή κοινωνία, αυτός ήταν ο στόχος εξαρχής.
Είναι χαρακτηριστικό πως μετά το τέλος των γυρισμάτων, πολλά μέλη του καστ συνέχισαν να συναντιούνται και να συζητούν για την Κομμούνα, τα σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα υπό το πρίσμα της εμπειρίας που βίωσαν.
Η διάρκεια είχε υπολογιστεί στις 2 ώρες. Η μέθοδος του Γουάτκινς και οι αλληλεπιδράσεις κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων δημιούργησαν μια νέα δυναμική. Ο Γουάτκινς επιλέγει τον δύσκολο δρόμο, γνωρίζοντας τους κινδύνους μιας εκ νέου περιθωριοποίησης της δουλειάς του. Πράγματι, το ARTE, μετά από ατέλειωτες ώρες διαφωνιών με το στυλ, την αισθητική, την φόρμα της «Κομμούνας» πραγματοποιεί μια και μόνη προβολή που τελειώνει στις 4 το πρωί. Το φιλμ δείχνει χαμένο, πέρα από σποραδικές ειδικές προβολές.
Η αναγνώριση του Πίτερ Γουάτκινς, κυρίως μέσα από τις προσπάθειες του Σκοτ ΜακΝτόναλντ και του Τζόζεφ Γκόμεζ, ξαναφέρνει στο προσκήνιο την «Κομμούνα» όπως και όλο το έργο του κι έτσι μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 2000 η «Κομμούνα» βρίσκει τον δρόμο της προς το μεγαλύτερο κοινό.






