• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Η μοναδική αίθουσα που θα μπορούσε να γίνει μανιφέστο

2 Απρ 2008 | Θέματα | 0 comments

Σκοτεινό καταφύγιο για θρυλικές μεταμεσονύκτιες παρέες που ενηλικιώθηκαν παρακολουθώντας εντατικά μαθήματα σελιλόιντ μετά μεσημβρίας, το «Αλφαβίλ» είναι μια από τις ελάχιστες καθαρόαιμα σινεφίλ αίθουσες της Αθήνας που διατηρεί άθικτη την κινηματογραφική της αξιοπρέπεια σε πείσμα του multiplex επεκτατισμού. Μόνο που, δυστυχώς, όλα γύρω δεν είναι πάντα σινεμά κι αν δεν προσέξεις τις επενδύσεις σου στο κινηματογραφικό χρηματιστήριο του συναισθήματος μπορεί να την πατήσεις όπως ο Ορσον Ουέλς.
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Από τη Δέσποινα Παυλάκη


Εντός, εκτός και επί τα αυτά
Η ιστορία του «Αλφαβίλ» είναι οικογενειακή υπόθεση. Ο πατήρ Αντώνης Στεργιάκης συγκέντρωσε για πρώτη φορά κόσμο μπροστά στην οθόνη εν έτει 1950, όταν μάζευε τους φίλους του στην οδό Χανίων στην Κυψέλη για να τους παίξει Καραγκιόζη! Θυρωρός και διευθυντής στον κινηματογράφο «Ράδιο Σίτι» (που έχει γίνει τώρα σούπερ μάρκετ «Βασιλόπουλος») γνώρισε τη γυναίκα της ζωής του στο ταμείο του διπλανού θεάτρου «Καλουτά» και μεγάλωσε τα παιδιά του μέσα στις κινηματογραφικές αίθουσες. Το «Αλφαβίλ» περιήλθε στα χέρια της οικογένειας Στεργιάκη το 1986, κατόπιν μακροβιότατης καριέρας στη βιομηχανία του πορνό, αλλάζοντας το διεθνώς αναγνωρισμένο όνομα της αίθουσας («Ρlayboy» και πριν «Σινέ Φλώρα») προς το Γκονταρικότερον.


Η φωτεινή επιγραφή του «Αλφαβίλ», ονομασία που υπερίσχυσε 4-0 (μπαμπάς, μαμά και δύο γιοι) του αμήχανου «Αβίτα», είναι τοποθετημένη σε στρατηγικό σημείο ώστε να είναι ορατή σε όλο του νουάρ μεγαλείο της, τόσο από τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας όσο και από την οδό Μαυρομιχάλη. Μπαίνοντας στο φουαγιέ, το μάτι σου πέφτει κατευθείαν στο κενό! Το ταμείο λάμπει δια της απουσίας του αφού, σε πείσμα των κλιματολογικών συνθηκών, ο «Βόιτσεκ» (όπως συνήθισαν να το αποκαλούν χαϊδευτικά) υποδεχόταν κάποτε το κοινό στα δεξιά της εισόδου, οπισθοχωρώντας με τον καιρό εντός της γυάλινης πόρτας για να γλιτώσει απ το κρύο. Το μακρόστενο κουβούκλιο του κλειδοκράτορα Δημήτρη Στεργιάκη – που επέλεξε ενστικτωδώς το «Αλφαβίλ» ως προσωπική του επικράτεια αφήνοντας το «Αστυ» στον αδερφό του, Γιώργο, – διαθέτει βιβλία, «… φοβίες και τρικυμίες», παρέα με ένα γωνιακό εικονοστάσι, αφού όσοι είναι ορκισμένοι στο σινεμά είναι καταδικασμένοι να αγαπούν κάτι που τους ξεπερνάει! Ανεβαίνοντας τα πρώτα σκαλοπάτια, στα δεξιά του διαδρόμου σου στήνουν καρτέρι οι αναμνήσεις τις πιο λαμπρής του περιόδου. Το «Αλφαβίλ» μεσουράνησε τη δεκαετία του 90 με τα θρυλικά Ταινιοράματα και είναι λογικό να μη θέλει να τα ξεχάσει ποτέ. Ενα παλιό περίπτερο της διοργάνωσης, χώρος βιντεοκασέτας και αφίσας, διατηρεί γενναίες ποσότητες άθικτης νοσταλγικής σκόνης που θα έκαναν οποιονδήποτε ιδιοκτήτη multiplex να πάθει νευρικό κλονισμό.


Κι αν η σκόνη είναι η φορμόλη του συναισθήματος, τότε το πρώην γραφείο της εταιρείας θα πρέπει να σφύζει από φαντάσματα. Κλειδωμένος και σχεδόν αθέατος, ο πρώην εργασιακός χώρος του Δημήτρη Στεργιάκη ενδείκνυται για επίμονες ανασκαφές σ’ έναν απίθανο κινηματογραφικό κυκεώνα με επιστέγασμα μια αυθεντική αφίσα του «Επαγγελματία». Μην κάνετε όμως τον κόπο: πολλοί προσπάθησαν αλλά ουδείς κατάφερε να φύγει από το «Αλφαβίλ» με τις διακοσμητικές αφίσες του υπό μάλης. Πρώτος απ όλους, γνωστός πρώην συντάκτης του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ που εδώ και χρόνια προσπαθεί να απαλλάξει την οικογένεια Στεργιάκη από τη συλλεκτική αφίσα της «Ρεβέκκα». «Εξπρές Του Μεσονυχτίου», «Μπλε Βελούδο», «Μπραζίλ» και βρίσκεσαι ξαφνικά μπροστά στην επικράτεια της μαμάς Στεργιάκη. Η κολώνα του σπιτιού μοιράζει ποπ κορν και συμπάθεια, αφού στο παρελθόν έχει λύσει ουκ ολίγα προβλήματα προσωπικής φύσεως, που οι θήλεις σινεφίλ δεν θα τολμούσαν ποτέ να εμπιστευτούν στον γιο της. «Πρώτη προβολή 7 η ώρα» θυμάται ο Δημήτρης, «και δυο πολύ όμορφα κορίτσια κατεβαίνουν στο μπαρ. Βρίσκουν τον υπεύθυνο της στιγμής, που ήταν η μαμά μου, και της λένε: κυρία μου έχουμε ένα πρόβλημα. Ανεβαίνω κι εγώ -για τα κορίτσια, όχι για το πρόβλημα- αλλά ντρέπονταν να το πούνε σε μένα. Συγγνώμη, κάποιος μέσα στην αίθουσα… αυγατίζεται! Πάνω στην τρομάρα της το είπε και λάθος! Τι έκανε η μαμά μου; Τον έβγαλε με το ζόρι έξω. Είναι παλιά καραβάνα».


Το μπαρ, εκτός από σκούρο ξύλο και διαφημιστικά flyer με το αμετανόητο μότο της 17 ετών οικογενειακής εταιρείας («ΑΜΑ films, ταινίες για σκεπτόμενους, ελεύθερους θεατές»), διαθέτει δυο τουαλέτες ανεπίδεκτες ανακαινίσεως.


-Γιατί δεν ανακαινίζετε επιτέλους τις τουαλέτες;


-Γιατί δεν έχουμε καλό καθρέφτη, σαν χαρακτήρες.


-Συγγνώμη κύριέ μου, είστε καθόλου καλά;


-Ξέρω εγώ τι λέω, αλλά δεν θα το συζητήσουμε παραπάνω. Μπορεί να είναι λάθος για σας, αλλά εμείς πιστεύουμε ότι οι τουαλέτες είναι αυτές που ταιριάζουνε στο χώρο.


Αν μια αίθουσα μπορούσε να γίνει προσωπικό μανιφέστο, αυτή είναι σίγουρα το «Αλφαβίλ». Μέχρι το 2004, πίσω ακριβώς από την τελευταία σειρά καθισμάτων λειτουργούσε μπαρ, αφού ο πατήρ Στεργιάκης είχε ανακηρύξει το κινηματογραφικό του προτεκτοράτο σε χώρο καπνιστών, τη μοναδική αίθουσα της Αθήνας όπου μπορούσες να ξεχαρμανιάσεις βλέποντας ταινίες και πίνοντας το ποτό σου. Ολα τα υπέροχα χρόνια αλογόκριτου καπνού έχουν σφραγίσει τη μαγεία του «κινηματογραφικού τείχους του Βερολίνου», ενός ατέλειωτου χειροποίητου κολάζ που διατρέχει τους τοίχους, φιλοτεχνημένο με υπομονή και επιμονή από τα αρσενικά μέλη της οικογένειας Στεργιάκη, τον Βάσο Γέωργα και τον Γλαύκο. Λίγο πριν την έξοδο, μια μυστική πόρτα οδηγεί στο απόκρημνο κουβούκλιο του προβολατζή, μια μικρή καμπίνα στην κορυφή μιας εφιαλτικά στενής και εντυπωσιακά καφκικής στριφογυριστής σκάλας. Βγαίνοντας πέφτω πάνω στην αφίσα της «Χαμένης Λεωφόρου» και προς στιγμήν έχω ξεχάσει γιατί βρίσκομαι εδώ: Α ναι, Σάββατο βράδυ και στη δεύτερη προβολή της «Παγίδας» είναι μέσα μόνο καμιά δεκαριά άτομα. Το «Αλφαβίλ» περνάει περίοδο… «Flatliners».



Η Χρυσή Εποχή
Πίσω στη δεκαετία του 90 τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Με τα Ταινιοράματα να μεσουρανούν στην κινηματογραφική παιδεία του σινεφίλ κοινού και τους απανταχού επαγγελματίες του χώρου να αναπληρώνουν τα κενά τους, παίζοντας το παιχνίδι του χαμένου θησαυρού σε συνοικιακά βιντεοκλάμπ και σκονισμένες ταινιοθήκες, το σινεμά ήταν μια υπόθεση πολύ προσωπική. Η υπερπροσφορά DVD δεν είχε καταφέρει ακόμα να αναιρέσει την πρόκληση της ανακάλυψης και μια μισοκατεστραμμένη κόπια δεν ήταν λόγος για να δυσανασχετήσει κανείς. Ούτε καν μια λανθασμένη κόπια δεν αρκούσε για να σου σπάσει τα νεύρα. Το σινεμά ήταν μια απέραντη παιδική χαρά.


«Το 1999, σε κάποιο Ταινιόραμα, το ένατο ή το δέκατο, μια από τις ταινίες που είχανε μπει στη λίστα για να προβληθούν ήταν το Ενα Ζήτα Και Δύο Μηδενικά του Πίτερ Γκρίναγουεϊ» διηγείται ο Δημήτρης. «Τα δικαιώματά της τα είχε τότε η εταιρεία Προοπτική. Η κόπια είχε φτάσει, η αίθουσα ήταν γεμάτη, ο προβολατζής την είχε μπομπινάρει και η θεματική ενότητα είχε ήδη ξεκινήσει. Αρχίζει λοιπόν η ταινία κι εμφανίζεται στην οθόνη κάποιος να χοροπηδάει σε ένα μεγάλη σιδερένιο κρεβάτι. Η ταινία δεν ήταν αυτή. Είχε γίνει σεισμός, κι ο μηχανικός της Προοπτικής είχε βάλει τις μπομπίνες σε λάθος κουτιά. Ο κόσμος φώναζε και πανηγύριζε αλλά ο πατέρας μου παρέμενε τέρας ψυχραιμίας. Ο Γκρίναγουεϊ δεν ήρθε ποτέ αλλά όλα πήγαν μια χαρά. Το τυχαίο πάντα είναι καλό».


Κάτι ο φοιτητόκοσμος που είχε μεταφυτευτεί σύσσωμος στα Πανεπιστήμια της Αγγλίας και γύρναγε στην πατρίδα με πτήσεις charter και ενισχυμένες ανησυχίες, κάτι το άδοξο τέλος του επαναστατικού πνεύματος του Εξώστη Β, που μετά τη Θεσσαλονίκη είχε μετακομίσει στις μεταμεσονύχτιες προβολές της Αθήνας, η κινηματογραφική αίθουσα είχε αποκτήσει μια άλλη «επικινδυνότητα» και στο σινεμά πλέον μπορούσαν να συμβούν τα πάντα. Μέχρι νεκροφόρες να κόβουν βόλτες, παραμονή Χριστουγέννων, στην προβολή του «Rocky Horror picture Show» που είχε γίνει παράδοση να παίζεται μια φορά την εβδομάδα.


Το πρόγραμμα των Ταινιοραμάτων βρισκόταν πάντοτε αναρτημένο σε ένα τεράστιο ξύλινο ταμπλό όπου οι προκαθορισμένες ώρες, σημειωμένες με μαρκαδόρο, ταξίδευαν και οι προβολές άλλαζαν συνεχώς θέση, πάντα όμως με τρόπο καθησυχαστικό και κατατοπιστικότατο. Το ίδιο κλίμα κινηματογραφικής ευφορίας, αλλά με περισσότερη αυτοσυγκράτηση και εξειδικευμένα συστήματα home video να έχουν απομυζήσει το κοινό των Ταινιοραμάτων, επαναλήφθηκε 10 χρόνια μετά, το 2004, με ένα εντυπωσιακό σερί που νόμιζες ότι δεν θα τελειώσει ποτέ. «Το κοινό ήταν πολυσυλλεκτικό» επισημαίνει ο Δημήτρης. «Από την Ερωτική Αναπαράσταση μέχρι το Dogville, το Αλφαβίλ απέδειξε ότι ήταν μια αίθουσα που την επιβράβευσε ο κόσμος τόσο εισιτηριακά όσο και συναισθηματικά, αφού οι ταινίες που είχες αγαπήσει και επιλέξει σε θωράκιζαν και ένιωθες σαν είχες πάρει το φυστικάκι του Σούπερ Γκούφι. Τέτοιου είδους ευφορία συνήθως σου κόβεται στη μέση, αλλά αυτή η εποχή έμοιαζε με ορχήστρα που δεν έλεγε να σταματήσει ποτέ. Εφτασε μέχρι εκεί που μπορούσε να φτάσει, όπως ακριβώς και την προηγούμενη φορά. Από τότε συνεχίζει να πηγαίνει όπως οι ήρωες του FlatLiners σε ίσια ευθεία γραμμή, αλλά δεν με πειράζει, έχει ο καιρός γυρίσματα. Αυτή είναι η ομορφιά του παιχνιδιού».


Για το «Αλφαβίλ» τα πράγματα ήταν πάντοτε ξεκάθαρα, είτε άσπρα είτε μαύρα. Κι αν τα τελευταία χρόνια κάποιοι προσπαθούν να μας πείσουν ότι η ζωή μας έχει γίνει γκρι, το «Αλφαβίλ» θα συνεχίσει να στοιχηματίζει στο flipside του ροζ. Γιατί δεν έρχονται πια τα νέα παιδιά στο σινεμά; Και κυρίως γιατί δεν θέλουν να γνωρίσουν έναν από τους χώρους που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη σινεφιλική εκπαίδευση αυτής της πόλης; Αυτά και άλλα αναπάντητα ερωτήματα στην επόμενη ταινία της Πέμπτης.


Βαγγέλης Κοτρώνης: «Και τώρα θα δείτε ΑΙΜΑ!»
Χωρίς πολλά λόγια και περιττές παραδοχές, ο mr. Μεταμεσονύχτιες Προβολές, Βαγγέλης Κοτρώνης παραμένει χαραγμένος στη μνήμη του Δημήτρη Στεργιάκη. Αυτός μας δίνει το όνομα κι εμείς την ιστορία:


Εμβληματική φιγούρα της cult κινηματογραφικής παρέας των 80s (Νίκος Ζερβός, Ισαβέλλα Μαυράκη κλπ) o Βαγγέλης Κοτρώνης ίδρυσε το Fan Club «Φίλων Επιστημονικής Φαντασίας», καθιερώνοντας πρώτος τις μεταμεσονύκτιες προβολές στο «Ριάλτο» και αργότερα στο «Ελιζέ» και το «Αλφαβίλ», όπου η εμβληματική κραυγή «Και τώρα θα δείτε ΑΙΜΑ!» προετοίμαζε παντός είδους ανυποψίαστο για το τι μέλλει γενέσθαι.


Γεννημένος στην Αθήνα τον Ιούλιο του 1958, ξεκίνησε να γράφει σε ηλικία μόλις 7 ετών εκδίδοντας το σχολικό έντυπο «Διάφορα Νέα», ενώ λίγα χρόνια αργότερα κείμενά του εμφανίστηκαν στο περιοδικό «Επίκαιρα», καθιερώνοντάς τον ως έναν από τους νεότερους συντάκτες στο χώρο. Σπούδασε κινηματογράφο στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, διατηρώντας παράλληλα συνεργασία με τα περιοδικά «Νουά» και «Ιδεοδρόμιο».


Το 1979 εξέδωσε το περιοδικό «Χιονάτη για μεγάλους» («το τελευταίο θεαματικό περιοδικό πριν την καταστροφή» όπως ήταν ο πλήρης τίτλος του), αφετηρία σε μια μακρά σειρά εκδοτικών και συγγραφικών δραστηριοτήτων που συμπεριλάμβαναν μελέτες, ποιήματα και πεζά, καθώς και βιογραφίες των Εντγκαρ Αλαν Πόε και Σεργκέι Αϊζενστάιν.


Φανατικός του φανταστικού κινηματογράφου, εξέδωσε το 1983 το περιοδικό «Σινέ-φανταστικό», ενώ την ίδια χρονιά βουτήχτηκε στο αίμα για χάρη του Νίκου Ζερβού στα «Σουβλίστε Τους», «Ο Δράκουλας Των Εξαρχείων» και «Ντελίριο», δίνοντάς του κι ένα χεράκι στη σκηνοθεσία.


Ο ίδιος δοκίμασε τις δυνάμεις του στη μικρού μήκους «Flash» και αργότερα στο «Βερνταλάκ», που ολοκλήρωσαν όμως οι φίλοι του, αφού ο ίδιος σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα κατόπιν μεταμεσονύχτιας προβολής. Ηταν 27 χρονών. Μετά το θάνατό του και παρά το ώριμο της ηλικίας της, η μητέρα του αφοσιώθηκε για χάρη του στο σινεμά του φανταστικού, δημιουργώντας στη μνήμη του το ίδρυμα «Βαγγέλης Κοτρώνης» και ένα Φεστιβάλ Φανταστικού Κινηματογράφου που σιγά σιγά έγινε θεσμός, καθιερώνοντας μάλιστα κι ένα ετήσιο βραβείο για ταινίες μικρού μήκους με το όνομά του.


«ΑΛΦΑΒΙΛ» ΤΟΡ-10
Κι επειδή όσο κι αν αγαπάμε τη δουλειά μας όλοι έχουμε τα ΤΟΡ-10 μας, ιδού οι εννέα πιο συγκλονιστικές κινηματογραφικές στιγμές, όπως τις έζησε ο Δημήτρης Στεργιάκης μέσα απ το «Αλφαβίλ» του, με μια κενή θέση για τη μελλοντική δέκατη ως ελάχιστο δείγμα αισιοδοξίας.


1. «Γυμνός» του Μάϊκ Λι
Γιατί απ όπου και να την πιάσεις αυτή τη ταινία σε «τινάζει».


2. «Αγέλαστος Πέτρα» του Φίλιππου Κουτσαφτή
Γιατί αρχαιολογία είναι η αγάπη για την ανακάλυψη.


3. «2001:Η Οδύσσεια Του Διαστήματος» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ
Γιατί το μέλλον είναι εκεί έξω.


4. «Ερωτική Αναπαράσταση» του Κρίστοφερ Μποε
Γιατί έπαιζα κι εγώ σ’ αυτή την ταινία και έβλεπα τα λάθη του παρελθόντος μου να με διορθώνουν.


5. «Το Μίσος» του Ματιέ Κασοβίτς
Γιατί είναι μια ταινία για τη νεολαία που όλοι τη βρίζουν αλλά συνεχίζει να καταφέρνει τα πάντα.


6. «Dogville» του Λανς Φον Τρίερ
Ο Mr. Prozak έρχεται κοντά σας.


7. «Μανόλια» τoυ Πoλ Τoμας Αντερσoν
Γιατί πατέρα με ταλαιπωρείς;


8. Μια σύνθεση ταινιών του ιταλικού νεορεαλισμού


9. «Ο Πολίτης Κέιν» τoυ Ορσoν Ουέλς
Κάπου εκεί βρίσκεται η ιστορία της οικογένειάς μου. Ο κινηματογράφος είναι το χρηματιστήριο του συναισθήματος. Αν δεν προσέξεις, θα την πατήσεις όπως ο Ορσον Ουέλς.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ