• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

«Η μετακίνηση είναι κομμάτι της ανθρώπινης κατάστασης»

8 Φεβ 2014 | Θέματα | 0 comments

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Μαρίας Ντούζα, «Το Δέντρο και η Κούνια» μόλις βγήκε στις αίθουσες και η σκηνοθέτης μιλά στο cinemag.gr για τα κίνητρα που την οδήγησαν στο να θέλει να διηγηθεί αυτή την ιστορία.
Συντάκτης: Άντυ Δημοπούλου
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Στον θεματικό πυρήνα της ταινίας βρίσκεται η μετακίνηση. Η διαρκής μετακίνηση, είτε αυτή λέγεται μετανάστευση είτε αναζήτηση μίας καλύτερης τύχης που αναγκάζει τον άνθρωπο να αλλάζει τόπο και τρόπο ζωής. Πώς βλέπουμε σήμερα, μία ευαίσθητη χρονική στιγμή για το θέμα της μετανάστευσης στην Ελλάδα τον αλλοεθνή;

Πάνω που είχαμε αρχίσει στην Ελλάδα, σαν κοινωνία, να εξοικειωνόμαστε με την ιδέα ότι άνθρωποι έρχονται μετανάστες στη δική μας χώρα, μία πραγματικότητα που μας πήρε περίπου 20 χρόνια να τη συνειδητοποιήσουμε από το ’90 που ξεκίνησε, και να έχουμε πλέον παιδιά δεύτερης γενιάς στη χώρα μας να εντάσσονται σιγά σιγά στην κοινωνία, και να δημιουργούνται για όλους τους μετανάστες συνθήκες ενσωμάτωσης, ήρθε η κρίση.

Όλα τα κοινωνικά ανοίγματα που είχε πετύχει η ελληνική κοινωνία τα προηγούμενα χρόνια μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ανατράπηκαν κι ο κόσμος έγινε ξανά φοβικός, κι ο ρατσισμός και η ξενοφοβία άρχισαν να κερδίζουν ξανά έδαφος.

Λόγω της κρίσης, πολύς κόσμος έχει χάσει την ψυχραιμία του, δε βλέπει καθαρά, αποπροσανατολίζεται από ακραία στοιχεία που πάντα στον ξένο έβλεπαν τον εχθρό και σήμερα, το 2014 ξαναγυρίζουμε στο 1990, όπου έλεγε κανείς «Αλβανός» και εννοούσε εγκληματίας.

Κυριαρχεί η δυσπιστία και η καχυποψία, και όταν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα στην κοινωνία είναι ξενοφοβική, αυτή η δυσπιστία και η καχυποψία μεταφέρεται και σε προσωπικό επίπεδο, αν μπαίνει ένας ξένος, από ξένη χώρα δηλαδή, στην οικογένεια ή στο σπίτι κάποιου. Με την κρίση χάθηκε αυτή η πιο ανεκτική στάση και η πρόοδος που είχε γίνει αλλά και η πιο ανθρωπιστική πλευρά του Έλληνα.

Ποια ήταν η αφορμή για την πρώτη σας μεγάλου μήκους ταινία «Το Δέντρο και η Κούνια»;

Το σενάριο γράφτηκε αρκετά χρόνια πριν. Πριν την κρίση. Αυτό που ήθελα να εξετάσω και να καταπιαστώ σε βάθος ήταν ακριβώς η μετακίνηση των ανθρώπων μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο.

Γι’ αυτό το λόγο επέλεξα μία μικρή οικογενειακή ιστορία που να εξυπηρετεί ώστε να παρουσιαστούν και οι τρεις τύποι μετακίνησης που συναντούμε: η μετακίνηση της προσφυγιάς, όπως ο πατέρας στην ιστορία που έφυγε πρόσφυγας μετά τον πόλεμο στην Γιουγκοσλαβία, η εκούσια αποδημία, όπως η κόρη της ιστορίας, η Ελένη, που φεύγει από τη χώρα της γιατί επιλέγει να ζήσει σε μια άλλη χώρα, και υπάρχει και το τρίτο πρόσωπο η Νίνα, που εξυπηρετεί τον τρίτο τύπο μετακίνησης, αυτόν της οικονομικής μετανάστευσης στην Ελλάδα.

Ο λόγος που επέλεξα αυτή την μικρή ιστορία με αυτές τις συνθήκες, ήταν γιατί ήθελα να αποδείξω και να αναδείξω, την οικουμενικότητα και τη διαχρονικότητα της ανθρώπινης μετακίνησης. Δεν είναι κάτι τωρινό. Δεν είναι κάτι που οι άλλοι κάνουν μόνο.

Το κάναμε κι εμείς κάποτε και παλιότερα και τώρα και πάντα οι άνθρωποι θα μετακινούνται αναζητώντας την τύχη τους είτε το κίνητρο ήταν ο φόβος, είτε ήταν μία αναγκαστική λύση, δια της βίας ή από επιλογή. Η μετακίνηση είναι κομμάτι της ανθρώπινης κατάστασης.

Ωστόσο, για να περιγράψετε αυτούς τους τρεις τύπους μετακίνησης επιλέξατε μία οικογενειακή ιστορία. Τα τελευταία χρόνια, από τον «Κυνόδοντα» το 2009 μέχρι και την «Μικρά Αγγλία» πριν λίγους μήνες, μεγάλη μερίδα των σύγχρονων ελληνικών ταινιών περιστρέφονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο γύρω απ’την οικογένεια. Αυτή είναι ίσως η πιο δυνατή προσλαμβάνουσα των Ελλήνων δημιουργών; Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό και πώς επιλέξατε κι εσείς μία οικογενειακή ιστορία;

Στην Ελλάδα η οικογένεια είναι ένας θεσμός που λειτουργεί ακόμη. Είμαστε πολύ δεμένοι όλοι με τις οικογένειές μας ακόμη και με έναν πιο σύγχρονο τρόπο, μονοπυρηνικό πια, ακόμη και μονογονεϊκό. Πρόκειται για μία πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούμε όλοι, μας επηρεάζει όλους και την αντιλαμβανόμαστε όλοι, σαν έναν κοινό κώδικα. 

Τώρα, άλλος μπορεί μέσα από μία οικογενειακή ιστορία να μιλήσει για τη βία, άλλος, όπως εγώ, να κάνει μία ιστορία για τη μετακίνηση, άλλος για την αγάπη ή για την προδοσία.

Πιστεύω ότι χρησιμοποιούμε την οικογένεια πιο πολύ σαν πλαίσιο αφηγηματικό γιατί είναι ένα περιβάλλον οικείο και αντιληπτό από όλους, παρά σαν στόχο της εκάστοτε ταινίας.

Πώς ήταν οι συνθήκες και η συνεργασία με την συμπαραγωγό σερβική εταιρεία αλλά και με τη μία εκ των πρωταγωνιστών, την Καράνοβιτς με τη διεθνή φήμη;

Την εποχή που εμείς ψάχναμε εναγωνίως έναν συμπαραγωγό η Intermedia Network Serbia από τη Σερβία αναζητούσε μία συνεργασία με την Ελλάδα. Έτσι συναντηθήκαμε και τους άρεσε το σενάριο οπότε και με τη βοήθειά τους μπορέσαμε να έχουμε την Καράνοβιτς, μία πολύ μεγάλη και γνωστή ηθοποιό, που πολύ πιθανό εμείς οικονομικά να μην αντέχαμε να την συμπεριλάβουμε στο καστ.

Οι Σέρβοι έχουν μία φοβερή παράδοση στον κινηματογράφο και ξέρουν και από παραγωγή και από σινεμά, λειτουργώντας με έναν θαυμάσιο και πολύ επαγγελματικό τρόπο. Η συνεργασία ήταν άψογη και κυρίως οι Σέρβοι ήταν πολύ υποστηρικτικοί σε πολλούς τομείς.

Με την ίδια την Καράνοβιτς, πέρα από το ότι έχει παίξει σε ταινίες του Κουστουρίτσα, έχει μία μεγάλη διεθνή καριέρα, πλέον δουλεύει με σκηνοθέτες από όλον τον κόσμο και πλέον είναι και η ίδια εξοικειωμένη με το να δουλεύει σε ένα διεθνές, θα λέγαμε, περιβάλλον.

Πρόκειται για μία εξαιρετικά εστιασμένη ηθοποιό. Δεν ήρθε για να κάνει τουρισμό αλλά για να εργαστεί στην ταινία. Ήταν στην Ελλάδα αφοσιωμένη στην ταινία, με 17 ημέρες γύρισμα από το πρωί έως το βράδυ, και διαθέσιμη ανά πάσα στιγμή να κάνει ό,τι χρειαζόταν να κάνει. Επίσης, μίλησε και ελληνικά που έμαθε ειδικά για τους συγκεκριμένους διαλόγους της ταινίας.

Πώς έγινε η επιλογή των ηθοποιών για τους άλλους πρωταγωνιστικούς ρόλους;

Η επιλογή και των δύο ήταν σχεδόν προφανής για μένα. Εξ’αρχής τον ρόλο του Κυριάκου της ταινίας τον έγραψα πάνω στον Ηλία Λογοθέτη. Και στάθηκα πολύ τυχερή που είπε το «ναι» από πολύ νωρίς, γιατί το σενάριο έχει γραφτεί πολύ καιρό πριν, και τελικά ήμουν πολύ ευτυχής που όχι μόνο το είπε αλλά μπόρεσε και να το κάνει.

Για το ρόλο της Ελένης, επέλεξα τη Μυρτώ Αλικάκη γιατί τη θεωρώ μία θαυμάσια κινηματογραφική ηθοποιό. Αν και είναι καλή και στο θέατρο και στην τηλεόραση που την έχω δει, πιστεύω ότι μπροστά στον κινηματογραφικό φακό, μεταμορφώνεται, αποκτά ένα άλλο βάρος, μια άλλη υπόσταση, μια ποιότητα κινηματογραφικής ηθοποιού. Αυτό ήθελα να το αξιοποιήσω.

Επίσης, μου άρεσε και η ιδέα να τη δω κόντρα σε αυτό που την έχουμε δει να παίζει συχνά, τη μοιραία γυναίκα, την ερωμένη και τώρα εδώ παίζει μια μητέρα με οικογένεια και καριέρα. Μου άρεσε η ιδέα ότι σε αυτή τη δουλειά δε θα επαναλάμβανε τον εαυτό της.

Απ' ότι καταλαβαίνω η πρώτη σας μεγάλου μήκους ταινία άργησε να υλοποιηθεί. Υπάρχουν σχέδια για επόμενη;

Το σενάριο είναι σχεδόν έτοιμο. Ακριβώς επειδή περίμενα πολύ καιρό ώσπου να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για αυτή την πρώτη ταινία, οικονομικές και όχι μόνο, δούλευα παράλληλα άλλα δύο σενάρια.

Πολύ εντατικά και τα δύο και γι’ αυτό βρίσκονται και τα δύο σε πολύ προχωρημένο στάδιο. Ειδικά το ένα το έχω ήδη καταθέσει στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, το συζητάμε κι ακόμη αναπτύσσεται και πιστεύω ότι δε θα αργήσει πολύ να πραγματοποιηθεί κιόλας.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ