
«2001: Η Οδύσσεια Του Διαστήματος» / «2001: Α Space Οdyssey», 1968
Από την Ιωάννα Παπαγεωργίου
«Θα μου πει κάποιος τι στο διάολο σημαίνουν όλα αυτά;». Αυτή ήταν η αγανακτισμένη απορία του Ροκ Χάντσον άμα τη εξόδω του από την πρεμιέρα αυτής, της έκτης μεγάλου… ατελείωτου… μήκους ταινίας του Στάνλεϊ Κιούμπρικ.
Τι σημαίνουν, όχι. Τι μπορεί να σημαίνουν, ίσως. Σπαρμένη με πολύ ουσιαστικότερα από το παραπάνω, ανυπέρβλητα διαχρονικά ερωτήματα, αυτή η «Οδύσσεια» της συνείδησης και συνάμα της μοίρας ολόκληρου του ανθρώπινου είδους επιστρέφει στην αρχή. Τότε που ο άνθρωπος ήταν ακόμα πίθηκος. Σε μια πιθανή, χρονική στιγμή που ένας μαύρος, επιτηδευμένα λιτός μονόλιθος (απεσταλμένος του Θεού ή ενός ανώτερου, εξωγήινου πλάσματος;) έκανε αισθητή την παρουσία του στην πρωτόγονη Γη. Για να αφυπνίσει τη λογική των πιθήκων, ώστε να αρχίσουν να χρησιμοποιούν τα -απομεινάρια του γεύματός τους- κόκκαλα ως όπλα επιβίωσης. Και κυριαρχίας. Ως δήλωση αυτής, ένα από αυτά πετιέται θριαμβευτικά στον ουρανό και φτάνει στο διάστημα. Στο άμεσο μέλλον. Μεταμορφωμένο σε διαστημόπλοιο, επικοινωνιακό δορυφόρο ή υπέρ-εξελιγμένο πυρηνικό οπλοστάσιο; Τώρα πια ο άνθρωπος έχει φτάσει στο φεγγάρι. Εκεί όπου ανακαλύπτει έναν μαύρο, επιτηδευμένα λιτό μονόλιθο και αποκτά την έμπνευση και τη γνώση για ακόμα μεγαλύτερα… ατελείωτα… ταξίδια.
Με οδηγό το σημαντικότερο τεχνολογικό επίτευγμα του: τον υπέρ-υπολογιστή HAL (Heuristic Algorithmic Computer -τουτέστιν, Ευρηματικός Αλγοριθμικός Υπολογιστής). Ενα «χειροποίητο» ον, φορτωμένο με τεχνητή νοημοσύνη, ελεύθερη βούληση και υποβλητική, υπνωτιστική φωνή. Ανίκανο να προβλέψει ή να προσχεδιάσει τη μοίρα του, είναι ωστόσο σε θέση να επιλέξει τον τρόπο που θα την αντιμετωπίσει όταν επιτέλους τη συναντήσει. Ικανό για το απόλυτο καλό, αλλά και το απόλυτο κακό. Και ατελές. Σαν τον δημιουργό του. Τον άνθρωπο. Που για να επιβιώσει οφείλει να τιμωρήσει αυστηρά το δυσλειτουργικό «παιδί» του, θανατώνοντάς το. Στέλνοντάς το οριστικά και αμετάκλητα στην ανυπαρξία.
Ο HAL πεθαίνει τραγουδώντας. Σκοτωμένος από χέρια ανθρώπου. Του μόνου που ελέγχει τη μοίρα του και αποφασίζει τη στιγμή του θανάτου του. Εκείνου που έτσι, μετεξελίσσεται πλέον (οριστικά και αμετάκλητα;) από δημιούργημα σε δημιουργός. Παντοδύναμος, αλλά ολομόναχος. Αναπνέοντας ταυτόχρονα παντού και πουθενά, αλλά σίγουρα όχι στο παρόν. Ισως μόνο στην αρχή. Τότε που ήταν ακόμα έμβρυο. Ή μήπως τελικά, όλα αυτά είναι το όνειρο ενός ανθρώπινου μωρού που ονειρεύτηκε ότι έγινε θεός;
«Αν καταλάβετε το 2001 απόλυτα, αποτύχαμε. Επιδιώξαμε να προκαλέσουμε πολλά περισσότερα από απαντήσεις. Ερωτήσεις». Αρθουρ Κλαρκ.

Η Πτώση της Δυτικής Αυτοκρατορίας
« Το Κουρδιστό Πορτοκάλι» / «Α Clockwork Οrange», 1971
Από τον Μάρκο Φράγκο
Μια σπουδή πάνω στο καλό και το κακό, τη «μαγιά» της ανθρώπινης ψυχής απέναντι στην πρόκληση του οφέλους κάθε είδους και μια βαθύτατα πολιτική δήλωση για τη δύναμη της εξουσίας, το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» ήταν η κινηματογραφική απόδοση του βιβλίου του Αντονι Μπάρτζες από τον φίλο του, Στάνλεϊ Κιούμπρικ.
Η ταινία που στη φιλμογραφία του σκηνοθέτη κατέχει το ρεκόρ της γρηγορότερης διαδικασίας παραγωγής, σε αντίθεση με τη φήμη του, που τον θέλει δυναστικά χρονοβόρο. Το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» προτάθηκε για τέσσερα Οσκαρ (σκηνοθεσία, μοντάζ, διασκευή σεναρίου και ταινία) το 1971 και έγινε δεκτό από το κοινό και τους κριτικούς με ενθουσιασμό για τη ριζοσπαστική, βαθύτατα φιλοσοφική ματιά του, επηρεάζοντας από τότε πολλές πτυχές της κινηματογραφικής, και όχι μόνο, κουλτούρας.
Ο συμβολισμός της πορείας του Αλεξ (του καταπληκτικού Μάλκολμ ΜακΝτάουελ), από τη νοσηρή ηδονοθηρία (κλασική μουσική, βιασμοί και ακραία βία οι αδυναμίες του) μέχρι το έγκλημα και από κει στην κατασταλτική αναμόρφωση μέχρι τη γεύση του κάρμα και της εκδίκησης λειτουργεί σαν μια παραβολή- σταθμός: η ανικανότητα να επιβληθεί πάνω στα πάθη του και σε αντιδιαστολή, αργότερα, να βρει τη δύναμη να ξεπεράσει την επίδραση της περίφημης τεχνικής «Ludovico» σε μια καθημερινότητα που τον έχει αφήσει ευνουχισμένο από κάθε προσωπική αντίδραση και άμυνα, είναι μια ανατριχιαστική απεικόνιση της επιρροής της εξουσίας πάνω στον άνθρωπο. Εντελώς απαισιόδοξη και ζοφερή η ματιά των Μπάρτζες και Κιούμπρικ πάνω στη σχέση των ανθρώπων με τις επιθυμίες τους αλλά και πάνω στη σχέση των τελευταίων με την κοινωνία, καταλήγουν σε μια αναγκαιότητα που όπως ήταν φυσικό σόκαρε στην εποχή της και έθεσε ερωτήματα που ακόμα δεν έχουν απαντηθεί- αντίθετα έχουν ενταθεί και χάσκουν ακόμα σαν μαύρες τρύπες στην κοινωνία. Κυρίως την αμερικανική.
Ο απόηχος του «Κουρδιστού Πορτοκαλιού» με τους Droogs του Αλεξ (την τρομοκρατική συμμορία), το μπαρ Κορόβα, τις αναφορές στους ναζί και την ενάτη συμφωνία του Μπετόβεν, το μουσικό σκορ του/της Γουόλτερ/Γουέντι Κάρλος και την τελική φαντασίωση της βικτοριανής σουρεαλιστικής σκηνής, έχει ποτίσει όλη την «σκεπτόμενη» καλλιτεχνική οικογένεια της Αμερικής που φιλοσοφεί άμεσα ή έμμεσα πάνω σε ζητήματα ηθικής, ψυχολογίας και φιλοσοφίας. Επιπλέον έχει θέσει ένα θεσμικό -σχεδόν- προηγούμενο στους τρόπους της κινηματογράφησης (χρήση ευρυγώνιου φακού, ρεαλιστική σκηνή της πτώσης από το παράθυρο με την ρίψη κάμερας στο έδαφος κ.λπ.) για την απόδοση των ονειρικών στοιχείων της πλοκής.

«Η Λάμψη» / «Τhe Shining», 1980
Από τον Λουκά Κατσίκα
Οι περισσότερες ταινίες τρόμου που θεωρούμε πλέον κλασικές έκριναν πάντοτε σκόπιμο να φανερώνουν στο κοινό τα τέρατά τους. Εξωτερίκευαν και καθιστούσαν σαφείς τις απειλές τους. Στη συνταρακτική «Λάμψη», ο Κιούμπρικ φυλά το τέρας κρυμμένο και χτίζει ολόκληρη την ταινία πάνω στα θεμέλια μιας αόριστης απειλής. Ενός συνεχούς διφορούμενου. Ο αδιευκρίνιστος φόβος που κατοικεί σε καθένα σχεδόν από τα παγερά, στοιχειωμένα θαρρείς πλάνα του φιλμ μπορεί να πηγάζει από την ασαφή αρχιτεκτονική του ερημικού ξενοδοχείου που χρησιμοποιείται ως σκηνικό. Μπορεί να αντλείται από την απόκοσμη χρήση της μουσικής και το δυσβάσταχτο, κλινικό φως που παραβιάζει την κάθε εικόνα. Ενδέχεται να την καλλιεργεί η ανατριχίλα που προκαλούν οι μεγάλοι, άδειοι χώροι στους οποίους περιπλανιέται η κάμερα, με τη νοσηρή σιωπή που φυλάσσουν μέσα τους. Κυρίως όμως την πυροδοτεί η διογκούμενη αίσθηση ότι κάτι πολύ λάθος ελλοχεύει στο εσωτερικό των πραγμάτων. Εκεί που βρίσκουν συνήθως καταφύγιο οι απεχθέστεροι δαίμονες.
Η «Λάμψη» είναι μια ταινία την οποία απασχολεί διαρκώς η αγωνία του τι συμβαίνει «μέσα». Μέσα στα αχανή τετραγωνικά του απομονωμένου και νεκρικά βωβού οικήματος. Μέσα στην καρδιά μιας δυσλειτουργικής οικογένειας που μέχρι το τέλος του φιλμ θα έχει διαλυθεί βίαια. Μέσα στο μυαλό ενός πρώην αλκοολικού συγγραφέα ο οποίος νιώθει τον έλεγχο της λογικής να του γλιστρά μέσα από τα χέρια.
Ολόκληρη η «Λάμψη» χτίζεται γύρω από μια κλειστοφοβική, βαθιά ανησυχητική τοπογραφία που δεν είναι άλλη από το ανθρώπινο μυαλό. Κάθε ατελείωτος διάδρομός του σε φοβίζει, επειδή δεν ξέρεις ποτέ πού οδηγεί. Κάθε σφαλιστή του πόρτα κρύβει πίσω της κι από ένα μυστικό. Κάθε δωμάτιο είναι και μια δίοδος στο πουθενά και στα πάντα. Ολα μοιάζουν με αδίστακτο λαβύρινθο. Φτιαγμένο για να τον κατοικήσει κάθε φορά κι ένας καινούριος Μινώταυρος. Ενα καινούριο κτήνος. Που δεν είναι κανένας άλλος από εμένα και από εσένα. Στην ταινία του Κιούμπρικ, βλέπεις, ο αληθινός τρόμος δεν παραμονεύει σε κάποιο μακρινό άγνωστο. Βρίσκεται ακριβώς μέσα σου.






