Είναι το φεστιβάλ που ξεπήδησε μέσα απ’ την σκιά του Sundance και καθιερώθηκε ως ένα από τα σημαντικότερα ανεξάρτητα κινηματογραφικά event παγκοσμίως. Φιλοξένησε στα πρώτα τους βήματα δημιουργούς που αργότερα κατέκτησαν το κινηματογραφικό στερέωμα όπως ο Κρίστοφερ Νόλαν, ο Mπεν Ζάιτλιν και η Λίνα Ντάναμ.
Φυσικά μιλάμε για το φεστιβάλ του Slamdance, το οποίο πέρσι γιόρτασε τα 20ά του γενέθλια και φέτος προετοιμάζεται για την 21η διοργάνωση, αυτή τη φορά με μια Ελληνίδα στο τιμόνι του, την Άννα Γερμανίδη.
Με αφορμή την ανακοίνωση της ανάληψης των νέων καθηκόντων της επικοινωνήσαμε μαζί της για να την συγχαρούμε αλλά και για μάθουμε τα μυστικά του μικρού αλλά θαυματουργού φεστιβάλ στην Γιούτα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Περισσότερες πληροφορίες για το φεστιβάλ του Slamdance, την ιστορία και τις δραστηριότητές του μπορείτε να βρείτε εδώ
Πριν λίγα χρόνια εργαζόσουν στις Νύχτες Πρεμιέρας. Πώς αισθάνεσαι σήμερα που είσαι διευθύντρια ενός φεστιβάλ, το οποίο οι Νύχτες Πρεμιέρας πάντα ξεψαχνίζουν για να βρουν τις ανεξάρτητες εκπλήξεις της χρονιάς;
Είμαι πολύ χαρούμενη που μου δόθηκε η ευκαιρία να δουλέψω στο Slamdance, το οποίο είναι πραγματικά ένα πολύ ιδιαίτερο φεστιβάλ. Ένα από τα λίγα που διατηρεί την ανεξάρτητη ταυτότητά του και είναι αφοσιωμένο στο να αναδεικνύει και να στηρίζει νέα ταλέντα.
Παρόλα αυτά δεν ξεχνώ πως για μένα όλα ξεκίνησαν από τις Νύχτες Πρεμιέρας. Μέσα απ' αυτές γνώρισα τον κόσμο των φεστιβάλ, μαγεύτηκα από την ενέργεια και την τρέλα τους, και αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτά επαγγελματικά.
Θες να μας περιγράψεις την καθημερινότητά σου ως διευθύντρια του Slamdance;
Αυτή την εποχή η καθημερινότητά μου περιστρέφεται κυρίως γύρω από τον ετήσιο διαγωνισμό σεναρίου (Slamdance Screenplay Competition), του οποίου οι συμμετοχές λήγουν τον Ιούλιο, καθώς και τις κινηματογραφικές προβολές των βραβευμένων ταινιών του φεστιβάλ 2014 σε διάφορες αίθουσες σ' όλη την Αμερική (Slamdance On The Road).
Από τον Ιούνη και μετά που θα αρχίσουν οι αιτήσεις συμμετοχής για το φεστιβάλ 2015, θα επιβλέπω αυτή τη διαδικασία μαζί με αυτήν της επιλογής των ταινιών από τις ομάδες προγραμματισμού μας.
Παράλληλα, θα συμμετέχω και σε μία από τις επιτροπές επιλογής οπότε θα βλέπω ταινίες καθημερινά. Μετά την επιλογή των ταινιών και καθώς θα μπαίνουμε στην τελική ευθεία για το φεστιβάλ, θα επικεντρωθώ πάνω στην γενική προετοιμασία της διοργάνωσης.
Τι θα ήθελες να αλλάξεις ή να προσθέσεις στο φεστιβάλ ενόψει της 21ης διοργάνωσής του;
Η διοργάνωση έχει πολύ γερά θεμέλια αλλά φυσικά υπάρχει πάντα χώρος για βελτίωση. Σκοπός μου είναι να βοηθήσω το φεστιβάλ να αναπτυχθεί χωρίς όμως να χάσει την ιδιαιτερότητα και την οικειότητά του. Να ακουστεί το όνομά του ακόμη περισσότερο, χωρίς όμως να μεγαλώσει σε μέγεθος. Το Slamdance παραμένει μικρό γιατί θέλουμε να κρατήσει την "οικογενειακή" ατμόσφαιρα που το χαρακτηρίζει, και οι σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα από αυτό να συνεχίσουν να έχουν νόημα και διάρκεια.
Γι’αυτό ακόμα και μεγάλοι δημιουργοί του Χόλιγουντ όπως ο Κρίστοφερ Νόλαν («Memento», «Ο Σκοτεινός Ιππότης») τα αδέρφια Ρούσο («Captain America: Ο Στρατιώτης του Χειμώνα»), τους οποίους ανακάλυψε το Slamdance, παραμένουν φίλοι του φεστιβάλ και συνεχίζουν να το στηρίζουν.
Στο άμεσο μέλλον, ψάχνουμε για νέες ευκαιρίες ώστε να μπορέσουμε να υποστηρίξουμε ακόμη περισσότερο τα νέα ταλέντα. Ευρύτερο κοινό, δυνατότητες προβολής σε περισσότερα μέρη του πλανήτη, και καινοτόμες λύσεις διανομής των φιλμ είναι μερικές από αυτές.
Το Slamdance γίνεται στην ίδια πόλη και την ίδια περίοδο με το πιο αναγνωρισμένο φεστιβάλ της Αμερικής, αυτό του Sundance. Πόσο εύκολο είναι να επιβιώσει η διοργάνωση έχοντας απέναντί της ένα φεστιβαλικό γίγαντα, ο οποίος έχει ξεπεράσει προ πολλού τα όρια του ανεξάρτητου σινεμά;
Πρακτικά, γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Η πόλη κυριολεκτικά καταλαμβάνεται κάθε χρόνο από το Sundance και οι τιμές ολοένα και αυξάνονται. Αυτό, όπως καταλαβαίνετε, έχει σαν αποτέλεσμα το Slamdance, που είναι σαφώς μικρότερο και σε μέγεθος αλλά και σε προϋπολογισμό, να δυσκολεύεται κάθε χρόνο να επιβιώσει. Όμως το Slamdance δημιουργήθηκε από την ανάγκη για κάτι πιο αληθινά ανεξάρτητο αφού το Sundance είχε γίνει πλέον εμπορικό.
To ότι είμαστε ακόμα εδώ 20 χρόνια μετά, αποδεικνύει ότι υπάρχει ακόμα η ανάγκη για ένα φεστιβάλ που λειτουργεί μόνο και μόνο για να προωθεί το ανεξάρτητο σινεμά, χωρίς γκλάμουρ και φώτα στραμμένα στους σταρ.
Απ' την άλλη πλευρά, φυσικά, αν δεν υπήρχε το Sundance δεν θα υπήρχαμε κι εμείς, έτσι; Κλέβουμε λίγο από τη λάμψη του για το δικό μας indie σκοπό και σαφώς εκμεταλλευόμαστε το γεγονός ότι όλη η κινηματογραφική βιομηχανία βρίσκεται σ' αυτή τη μικρή πόλη, στη μέση του πουθενά, αυτές τις δύο βδομάδες του Γενάρη.
Παρακολουθείς τα τεκταινόμενα στον ελληνικό κινηματογράφο; Πέρυσι προβάλλατε το «Fynbos» του Χάρη Πατραμάνη, ετοιμάζετε κάτι αντίστοιχο και για την επόμενη διοργάνωση;
Τα παρακολουθώ και χαίρομαι ιδιαίτερα με τις επιτυχίες μας στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Όπως χάρηκα και όταν πέρυσι η ομάδα μας επέλεξε το «Fynbos».
Τα τελευταία χρόνια βλέπω όλο και περισσότερες ελληνικές ταινίες ανάμεσα στις συμμετοχές μας, το οποίο με χαροποιεί ιδιαίτερα γιατί έχουμε πολλά ταλέντα που αξίζουν την αναγνώριση και στο εξωτερικό.
Επειδή όμως η διαδικασία επιλογής στο Slamdance είναι αυστηρά αξιοκρατική, δεν έχω την παραμικρή ιδέα τι θα προβάλλουμε φέτος. Οι επιτροπές προγραμματισμού μας αποτελούνται από "απόφοιτους" του φεστιβάλ, δηλαδή τους δημιουργούς των ταινιών που έχουν προβληθεί στο παρελθόν στο Slamdance.
Κανένας μέσα στην επιτροπή δεν έχει περισσότερη εξουσία από τους υπόλοιπους, και όλες οι ταινίες που υποβάλλονται στο φεστιβάλ λαμβάνουν την ίδια μεταχείριση χωρίς να παίζουν ρόλο οι γνωριμίες ή τα ονόματα.
Με αυτόν τον τρόπο καταφέρνουμε όχι μόνο να διατηρούμε το ιδιαίτερο και ανεξάρτητο ύφος του φεστιβάλ, αλλά και να είμαστε όσο πιο δίκαιοι γίνεται απέναντι σε όλους τους δημιουργούς που μας στέλνουν τις ταινίες τους. Ταλαντούχοι λοιπόν Έλληνες δημιουργοί μπορούν να βρουν τη θέση που τους αξίζει στο Slamdance.






