• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Η άνοιξη του ελληνικού σινεμά

4 Σεπ 2009 | Θέματα | 0 comments

Μπορεί να μπήκαμε στο φθινόπωρο, αλλά το ελληνικό σινεμά διανύει επιτέλους άνοιξη! Μέχρι και πριν από λίγα χρόνια οι λέξεις «ελληνικό σινεμά» και «διεθνής παρουσία» υπήρχαν στην ίδια πρόταση μόνο εξαιτίας μεμονωμένων διακρίσεων στο εξωτερικό, οι οποίες, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, εξαντλήθηκαν πρόωρα σε ασπρόμαυρα νοσταλγικά άρθρα προορισμένα να τονώσουν την εθνική υπερηφάνεια.
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Μέχρι και πριν από λίγα χρόνια οι λέξεις «ελληνικό σινεμά» και «διεθνής παρουσία» υπήρχαν στην ίδια πρόταση μόνο εξαιτίας μεμονωμένων διακρίσεων στο εξωτερικό, οι οποίες, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, εξαντλήθηκαν πρόωρα σε ασπρόμαυρα νοσταλγικά άρθρα προορισμένα να τονώσουν την εθνική υπερηφάνεια. Το Οσκαρ της Κατίνας Παξινού για το «Για Ποιον Χτυπά Η Καμπάνα» του 1943, το Οσκαρ Τραγουδιού που δεν δέχθηκε ποτέ ο Μάνος Χατζιδάκις για «Τα Παιδιά Του Πειραιά», ο «Zorba The Greek» του Μιχάλη Κακογιάννη το 1964, η Μελίνα να χορεύει συρτάκι στο Φεστιβάλ των Κανών παρέμεναν για καιρό οι μοναδικές φωτεινές εξαιρέσεις σε μια εγχώρια παραγωγή – αυτή των δεκαετιών του ’50 και του ’60 – που έκοβε χιλιάδες εισιτήρια επενδύοντας σε χαριτωμένες κωμωδίες και λαϊκά μελοδράματα αποκλειστικής εσωτερικής κατανάλωσης.


Μετά ήρθε το τέλος της Φίνος Φιλμς, η δικτατορία των συνταγματαρχών, η τηλεόραση, η σιωπή. Και το ελληνικό σινεμά έπαψε να αφορά ακόμη και τους ίδιους τους Ελληνες. Ο ελληνικός κινηματογράφος έγινε συνώνυμος της χειρότερης εκδοχής της «κουλτούρας» και η Ελλάδα σβήστηκε γρήγορα από τον διεθνή κινηματογραφικό χάρτη. Αφήνοντας ως μόνο και μεγαλύτερο (ακόμη και σήμερα) Ελληνα διεθνή τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, με συνεχή παρουσία στα σημαντικότερα φεστιβάλ ανά τον κόσμο, ένα έργο που συγκαταλέγεται επίσημα στην παγκόσμια ιστορία του κινηματογράφου και αποκορύφωμα τη μεγαλύτερη διάκριση που κέρδισε ποτέ το ελληνικό σινεμά: τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Κανών το 1995 για το «Μια Αιωνιότητα Και Μια Μέρα».

Αυστηρά κρατικοδίαιτο, ελλείψει παραγωγών, χρημάτων και ενδιαφέροντος, το ελληνικό σινεμά θα συνέχιζε ωστόσο να προσπαθεί. Ανάμεσα σε ταινίες που κανείς δεν θυμάται ακόμη και αν προσπαθήσει πολύ, υπήρξαν δημιουργοί που θα έφταναν στα διεθνή φεστιβάλ (Παντελής Βούλγαρης, Τώνια Μαρκετάκη κ.α.) με πιο πρόσφατες τις επιτυχίες του Κωνσταντίνου Γιάνναρη στα φεστιβάλ του κόσμου («Από Την Ακρη Της Πόλης», «Δεκαπενταύγουστος», «Ομηρος») ακόμη και αν στο εσωτερικό οι ελληνικές ταινίες παρέμεναν μάλλον ένα «εξωτικό φρούτο» που κανείς δεν ήθελε να δοκιμάσει.

Από τις αρχές του 2000, ένας εκ νέου εμπορικός κινηματογράφος θα έστελνε ξανά τους θεατές στίς αίθουσες καταχωρώντας στις πρώτες θέσεις του εγχώριου box office μία τουλάχιστον ελληνική ταινία ετησίως («Safe Sex», «Πολίτικη Κουζίνα», «Λούφα Και Παραλλαγή: Σειρήνες Στο Αιγαίο», «Νύφες») μέχρι που στον αντίποδα της εμπορικής ανάτασης μια νέα γενιά έδειχνε αποφασισμένη να πάρει την κατάσταση στα χέρια της.
Ο Πάνος Χ. Κούτρας έφτασε με την cult «Επίθεση Του Γιγαντιαίου Μουσακά» (2000) στις αίθουσες του Παρισιού, ο Ντένης Ηλιάδης είδε το «Hardcore» (2004) του να πουλιέται σε Ευρώπη και Αμερική, η «Ψυχή Στο Στόμα» (2005) του Γιάννη Οικονομίδη βρήκε θέση στο παράλληλο τμήμα «Εβδομάδα Κριτικής» του φεστιβάλ των Κανών, το Forum του Φεστιβάλ Βερολίνου φιλοξένησε την «Κινέττα» του Γιώργου Λάνθιμου (2005) και τη «Διόρθωση» του Θάνου Αναστόπουλου (2008), το ντεμπούτο του νεαρού Αλέξη Αλεξίου «Ιστορία 52» ταξίδεψε μέχρι το Φεστιβάλ του Ρότερνταμ το 2008 για να αναφέρουμε μερικούς μόνο από τους εκπροσώπους αυτού που εν έτει 2009 γράφεται με χρυσά γράμματα ως «η άνοιξη του ελληνικού σινεμά».

Για πρώτη φορά στην πρόσφατη ιστορία κάτι δείχνει να αλλάζει με ταχύτητα, επιθετικότητα και αποφασιστικότητα. Οχι μόνο σε διεθνές επίπεδο, εκεί όπου η Ελλάδα αναγνωρίζεται ως μια από τις πλέον ανερχόμενες εθνικές κινηματογραφίες, αλλά κυρίως σε επίπεδο νοοτροπίας. Χτυπώντας την εσωστρέφεια που για χρόνια μάστιζε την εγχώρια παραγωγή, οι ταινίες αυτής της νέας γενιάς τολμούν να μιλήσουν με γλώσσα οικουμενική για μια άλλη Ελλάδα από αυτήν που όλοι αρέσκονται να παρακολουθούν στα τηλεοπτικά σίριαλ. Ξεσκεπάζοντας ταυτόχρονα όλα τα κακώς κείμενα πίσω από έναν υπό διάλυση μηχανισμό που επί δεκαετίες προτιμούσε να κατηγορεί τους δημιουργούς για έλλειψη σεναρίων αντί να συνειδητοποιήσει πως ό,τι σημαντικό γεννήθηκε ποτέ από αυτήν τη χώρα σε κινηματογραφικό επίπεδο υπήρξε αποτέλεσμα προσωπικού ρίσκου και οράματος των δημιουργών.

Και αν υπάρχει πάντοτε μια ιδανική στιγμή για να ξεκινήσει μια επανάσταση, αυτή η στιγμή για τον ελληνικό κινηματογράφο είναι τώρα. Στο περιθώριο μιας πρωτοφανούς τακτικής παρουσίας του ελληνικού σινεμά σε διεθνή φεστιβάλ, σχεδόν σύσσωμοι οι Ελληνες σκηνοθέτες και παραγωγοί αποφασίζουν να υψώσουν ανάστημα κατά παντός υπευθύνου. Οργανωμένοι για πρώτη φορά στα χρονικά και υπό τον γενικό τίτλο «Κινηματογραφιστές Στην Ομίχλη» αντιδρούν στην κρατική αδιαφορία για τον κινηματογράφο, μποϊκοτάρουν τον διαβλητό θεσμό των Κρατικών Βραβείων Ποιότητας (!), απειλούν να μη στείλουν ούτε ένα καρέ στο φετινό επετειακό 50ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης ζητώντας απλά το αυτονόητο: έναν σύγχρονο νόμο που θα υποστηρίζει την εγχώρια παραγωγή. Βάζοντας τέρμα σε χρόνια αδιαφορίας που κατέληξαν στο να θεωρείται η δημιουργία μιας ταινίας «ηρωισμός» και το ελληνικό σινεμά μια τέχνη «από λίγους για λίγους».


Ελλάδα – Γερμανία συμμαχία: Ακαδημία Πλάτωνος του Φίλιππου Τσίτου

Ηταν το 2001 όταν το όνομα του Φίλιππου Τσίτου ακούστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Αιτία, το επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου (τρίτο σημαντικότερο μετά τις Κάνες και τη Βενετία) που ανάμεσα στους διάσημους δημιουργούς από όλο τον κόσμο συμπεριλάμβανε και μια ταινία γερμανικής παραγωγής με τίτλο «My Sweet Home» και σκηνοθέτη έναν Ελληνα μόνιμο κάτοικο Γερμανίας. Με πρωτοφανή ευαισθησία αλλά και πηγαίο χιούμορ, η τρυφερή ιστορία δύο μεταναστών στη σύγχρονη γερμανική μητρόπολη ήταν αρκετή για να συστήσει έναν δημιουργό που θα μοίραζε τον χρόνο του ανάμεσα στην Αθήνα και το Βερολίνο πριν αποφασίσει πως η δεύτερη ταινία του θα μιλούσε άπταιστα ελληνικά.

Με αρχικό τίτλο «Δεν Θα Γίνεις Ελληνας Ποτέ» και μετέπειτα τιτλοφορούμενο ως «Ακαδημία Πλάτωνος», το δεύτερο φιλμ του Τσίτου αφηγείται την ιστορία ενός τυπικού Ελληνα που θα δει τη ζωή του να καταρρέει όταν μαθαίνει πως στην πραγματικότητα είναι Αλβανός. Στοιχεία αρκετά σε συνδυασμό με το ταλέντο του Τσίτου για μια σύγχρονη και ευτυχώς ψύχραιμη ματιά πάνω στην ξενοφοβία, η οποία επιλέχθηκε ως επίσημη συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ του Λοκάρνο και έφυγε από την ελβετική πόλη με τη Χρυσή Λεοπάρδαλη Ανδρικής Ερμηνείας για τη συγκλονιστική ερμηνεία του Αντώνη Καφετζόπουλου στον κεντρικό ρόλο αλλά και με τα βραβεία νεότητας και οικουμενικότητας συνεχίζοντας την επιτυχημένη διεθνή καριέρα του δημιουργού της αλλά και τις διακρίσεις του ελληνικού σινεμά φέτος.


Αυτό είναι ένα κάποιο βλέμμα: Κυνόδοντας του Γιώργου Λάνθιμου

Ο Γιώργος Λάνθιμος ξεκίνησε την καριέρα του ως επιτυχημένος σκηνοθέτης διαφημιστικών και βίντεο κλιπ πριν εισβάλλει στο σινεμά ως συνσκηνοθέτης της ταινίας «Ο Καλύτερος Μου Φίλος» μαζί με τον Λάκη Λαζόπουλο το 2001. Η δεύτερη, όμως, σκηνοθετική απόπειρά του με τίτλο «Κινέττα», το 2005, ήταν αυτή που αποκάλυψε έναν πραγματικά ιδιοσυγκρασιακό σκηνοθέτη και αυτή που θα τον έστελνε μέχρι το Forum του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου (τμήμα με ταινίες νέων σκηνοθετών από όλον τον κόσμο) και από εκεί στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο. Η τρίτη του ταινία ήταν ήδη γεγονός από την εποχή των γυρισμάτων της. Με επίκεντρο μια οικογένεια που έχει φυλακίσει τα παιδιά της μέσα σε μια έπαυλη διαπαιδαγωγώντας τα με ανορθόδοξους τρόπους, ο «Κυνόδοντας» αναμενόταν από πολλούς ως μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες της χρονιάς. Οταν, όμως, επιλέχθηκε από το Φεστιβάλ των Κανών ως επίσημη συμμετοχή στο πρόγραμμα «Ενα Κάποιο Βλέμμα» όλοι ήταν σίγουροι πως αυτή η σκοτεινή σάτιρα ήταν κάτι παραπάνω από απλά μια καλή ταινία.
Η πρώτη παγκόσμια προβολή της το Μάιο το επιβεβαίωσε. Κριτική και κοινό απεφάνθησαν πρώτοι για την ελληνική ταινία που ξεχώρισε με την πρωτοτυπία και τη χειρουργική ακρίβειά της, έχοντας ήδη εξασφαλίσει διεθνή διανομή από μεγάλη γαλλική εταιρεία. Και πριν η λήξη του Φεστιβάλ επικυρώσει την ήδη επιτυχημένη παρουσία του «Κυνόδοντα» με την απονομή του πρώτου βραβείου στο τμήμα «Ενα Κάποιο Βλέμμα» σε μια από τις σημαντικότερες διακρίσεις του ελληνικού σινεμά στην ιστορία του.


Κόντρα σε όλους και όλα: Στρέλλα του Πάνου Χ. Κούτρα

Η καριέρα του Πάνου Χ. Κούτρα υπήρξε ήδη από το ξεκίνημά της μια υπόθεση ρίσκου. Το πρωτοφανές σε σύλληψη και φαντασία ντεμπούτο του, «Η Επίθεση Του Γιγαντιαίου Μουσακά» (που θα προβληθεί σε επετειακή προβολή στις “Νύχτες Πρεμιέρας”) έγινε συνώνυμο της ανεξάρτητης παραγωγής στην Ελλάδα, βρήκε διανομή στη Γαλλία και αποτελεί σήμερα, δέκα χρόνια μετά, ένα καθαρόαιμο ελληνικό cult movie εντός και εκτός συνόρων. Η δεύτερη ταινία του «Αληθινή Ζωή», μια ελληνογαλλική συμπαραγωγή, θα ταξίδευε μέχρι το Διεθνές Φεστιβάλ του Τορόντο καθιερώνοντας τον δημιουργό της ως μια από τις πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις Ελλήνων σκηνοθετών. Και ενώ η τρίτη του ταινία με τίτλο «Στρέλλα» έφτανε με διαπιστευτήρια διεθνούς διανομής στη λίστα των υπό χρηματοδότηση ταινιών από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, η άρνηση οποιασδήποτε υποστήριξης θα έστελνε τον Κούτρα πίσω στην αρχή. Εκεί όπου η ριψοκίνδυνη και γεμάτη σοκαριστικές εκπλήξεις ιστορία ενός αποφυλακισμένου άντρα και της σχέσης του με μια νεαρή τρανσέξουαλ σε μια Αθήνα του περιθωρίου ολοκληρώθηκε ως μια 100% ανεξάρτητη παραγωγή.
Η επιλογή του από το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου (στο τμήμα Panorama με τις σημαντικότερες ταινίες της παγκόσμια παραγωγής) τον Φεβρουάριο του 2009 υπήρξε πανηγυρική και ουσιαστικά η απαρχή της φετινής πρωτοφανούς παρουσίας των ελληνικών ταινιών στα διεθνή φεστιβάλ. Από τότε και μέχρι σήμερα, η «Στρέλλα» χρηματοδοτήθηκε εκ των υστέρων από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, ταξιδεύει στα φεστιβάλ του κόσμου και ετοιμάζεται για την έξοδό της στις αίθουσες της Γαλλίας αποδεικνύοντας πως μερικές φορές αξίζει να ρισκάρεις.


Από που πάνε για το Χόλιγουντ παρακαλώ; The Last House On The Left του Ντένη Ηλιάδη

Οταν ο Ντένης Ηλιάδης ολοκλήρωνε την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του με τίτλο «Hardcore» το 2004, μια ανανεωτική ματιά στον εφιάλτη της εφηβείας, ήταν σίγουρο πως μπορούσε να υπολογίσει σε μια ελπιδοφόρα καριέρα εντός των τειχών. Δεν μπορούσε, ωστόσο, να φανταστεί πως τρία χρόνια αργότερα το «Hardcore» θα έφτανε στα χέρια του Γουές Κρέιβεν ο οποίος θα τον επέλεγε προσωπικά ανάμεσα σε εκατό άλλους νέους σκηνοθέτες από όλο τον κόσμο για να αναλάβει το αμερικανικό ριμέικ της πρώτης ταινίας του με τίτλο «The Last House On The Left». Διασχίζοντας την απόσταση Αθήνα – Λος Αντζελες με την ταχύτητα και τη σιγουριά ενός έμπειρου δημιουργού, ο Ηλιάδης όχι μόνο θα ανταποκρινόταν με τον καλύτερο τρόπο στις προσδοκίες του Κρέιβεν αλλά θα κατάφερνε ήδη πριν από την πρώτη προβολή της ταινίας να ενθουσιάσει τους φανατικούς θαυμαστές της θρυλικής πρώτης ταινίας του 1972. Ηδη από τις δοκιμαστικές προβολές, το Δίκτυο γέμισε από θριαμβευτικά σχόλια για το καθαρόαιμο ταλέντο του Ηλιάδη που κατάφερε να δημιουργήσει ένα φιλμ νεανικού τρόμου που στεκόταν πάνω από τον μέσο όρο και η έξοδος της ταινίας στους κινηματογράφους απλά το επιβεβαίωσε. Κατέχοντας ήδη το ρεκόρ του Ελληνα σκηνοθέτη που έφτασε τόσο κοντά στην κορυφή του αμερικανικού box office (το φιλμ καρφώθηκε στην τρίτη θέση το πρώτο Σαββατοκύριακο της προβολής του) ο Ηλιάδης θα έκλεινε ουσιαστικά με αυτήν την επιτυχία εισιτήριο χωρίς επιστροφή για το Χόλιγουντ συζητώντας ήδη για ακόμη μια ταινία τρόμου.

«Ο Κυνόδοντας», η «Στρέλλα» (που θα δούμε πρώτοι στις “Νύχτες Πρεμιέρας” και η «Ακαδημία Πλάτωνος» θα βγουν στις ελληνικές αίθουσες από τον Οκτώβρη. «Το Τελευταίο Σπίτι Αριστερά» που έκανε ήδη πρεμιέρα στις αίθουσες την άνοιξη που μας πέρασε θα κυκλοφορήσει σύντομα σε DVD.


ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΡΑΝΑΚΗΣ

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ