• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Ετοιμάστε τα μαντήλια σας!

28 Ιαν 2009 | Θέματα | 0 comments

Οι ταινίες που έκαναν τους συντάκτες του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ να μοιάζουν σαν να βρίσκονται στό μέσο ρίψης δακρυγόνων! (Μέρος 1ο)
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Αμέσως μετά το τέλος της προβολής της «απίστευτης ιστορίας του Μπέντζαμιν Μπάτον» του Ντέιβιντ Φίντσερ, λίγοι ήταν αυτοί που κατάφεραν να βγουν από την αίθουσα με τα μάτια τους στεγνά από τα δάκρυα. Επιστρέφοντας στο γραφείο ξέραμε ακριβώς ποιό θα ήταν το μεγάλο θέμα αυτού του τεύχους: οι ταινίες που έκαναν τους συντάκτες του περιοδικού να μοιάζουν σαν να βρίσκονται στό μέσο ρίψης δακρυγόνων. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να θυμηθούν. (Μέρος 1ο)


Ολα Για Τη Μητέρα Μου
(Todo Sobre Mi Madre / 1999) του Πέδρο Αλμοδόβαρ


Ο Εστέμπαν σκοτώνεται τη μέρα των 17ων γενεθλίων του, κυνηγώντας την αγαπημένη του ηθοποιό για αυτόγραφο και η μητέρα του ταξιδεύει στη Βαρκελώνη για να βρει ξανά τον πατέρα του παιδιού και να ανακαλύψει τη ζωή που άφησε πίσω της. Και αν η υπέροχη μουσική του Αλμπέρτο Ιγκλέσιας που συνοδεύει τη Μανουέλα στη νέα της διαδρομή δεν αρκεί από μόνη της για να σας σηκώσει την τρίχα κάγκελο, όσα ακολουθούν θα κάνουν τη δουλειά. Κανένα μάτι δε μένει στεγνό όταν ένας ακόμα θάνατος (της Ρόζα που υποδύεται η Πενέλοπε Κρουζ) ανοίγει το δρόμο σε μια νέα ζωή, όχι μόνο για τον μικρό Εστεμπάν που γεννιέται αλλά και για τη Μανουέλα. Συντελώντας σε ένα μαραθώνιο δακρύων που εναλλάσσονται τόσο συχνά και αδιακρίτως ανάμεσα σε χαράς και λύπης, ώστε τελικά αποφασίζεις πως δεν έχει σημασία, καθώς πρόκειται για το ίδιο πράγμα. -Θ.Δ.



Κάποτε κλαίνε κι οι δυνατοί
…και μάλιστα με τις λάθος ταινίες. Διότι, αν μοιάζει φυσιολογικό να κλαις στο «Μπέντζαμιν Μπάτον» (είναι μωράκι, αλλά είναι γέρος), τον «Τιτανικό» (χάσαμε το καλύτερο παλικάρι) ή στο «Χορεύοντας Στο Σκοτάδι» (μα κρεμάνε τυφλή γυναίκα;), πώς μπορείς να δικαιολογηθείς που πλάνταξες στο «Κορίτσι Μου» όταν ο Μακόλεϊ Κάλκιν πεθαίνει από τα τσιμπήματα μιας ολόκληρης σφηκοφωλιάς; Η δική μου δικαιολογία, βγαίνοντας από την αίθουσα, ήταν πως παρ’ ολίγον να πάθω το ίδιο όταν ήμουν πιτσιρίκος (αν και δίχως φιλί από την Ανα Κλάμσκι), αλλά αντιλαμβάνομαι ότι δεν έπεισε πολλούς. Κι αν στη «Χρυσή Λίμνη» το θέαμα του υπέργηρου Χένρι Φόντα και της κόρης του, Τζέιν, που τα ξαναβρίσκουν (και τα της αληθινής ζωής τους) επί της οθόνης (λίγο πριν ο μπαμπάς της πεθάνει) παρέσυρε κι άλλους να βγάλουν τα χαρτομάντιλα, πόσοι άραγε (έστω πόσοι πάνω από δέκα χρόνων) έκλαψαν με το «Απίθανο Ταξίδι» μιας γάτας και δύο σκύλων που πρέπει να διασχίσουν 250 μίλια για να ξαναβρούν την οικογένειά τους; Στις «Ανθισμένες Μανόλιες» η Τζούλια Ρόμπερτς είναι διαβητική και μένει έγκυος, κάτι που πιθανότατα θα την οδηγήσει κατευθείαν από το νυφικό στρώμα στο νεκροκρέβατο, σε μια ταινία που έχει φτιαχτεί για να στεγνώσει τους δακρυγόνους αδένες όσων δεν τρέξουν στην τουαλέτα για να ξεράσουν από το overdose κλισέ που συντελείται στην οθόνη, ενώ η Μπάρμπαρα Χέρσεϊ, η Μπετ Μίντλερ, μια ανίατη ασθένεια και το τραγούδι Wind Beneath My Wings είναι παραπάνω από αρκετά για να πράξουν το ίδιο στις «Φίλες». Στην πραγματικότητα, το θέαμα των δυο «πλαστικοποιημένων» πρωταγωνιστριών θα αρκούσε και δίχως το μελοδραματικό σενάριο. Το «Τσαμπ» από την άλλη χρησιμοποίησε την αλάθητη συνταγή που λέει πως, όσο ηλίθια κι αν είναι η ταινία, ένα παιδάκι με ξανθά μαλλιά και βουρκωμένα αγελαδινά μάτια θα κάνει τους πάντες να κλάψουν, ενώ ο «Ασπροδόντης» δεν χρειαζόταν τίποτα περισσότερο από το βιβλίο του Τζακ Λόντον κι έναν βασανισμένο σκύλο -άλλη αλάνθαστη συνταγή για να βγάλει με το ζόρι από τους δακρυγόνους αδένες το μικρό πληγωμένο παιδί που κρύβει μέσα του κάθε θεατής. -Γ.Κ.



Το Τέλος Μιας Σχέσης

(ΤΗΕ END OF ΤΗΕ AFFAIR / 1999) του Νιλ Τζόρνταν


Δεδομένου ότι τρέφω μια ανεξήγητη συμπάθεια για τα σκυλίσια μάτια του Στίβεν Ρία, το «Τέλος Μιας Σχέσης» χρειάστηκε διπλή θέαση για να ταυτιστώ με το δράμα του αντίπαλου στρατοπέδου. Απ’ τη μία ο απατημένος Ρία, από την άλλη ένας παράνομος πλην αναπόφευκτος έρωτας, τόσο μεγάλος και βίαιος που ακόμα κι ο εν χριστώ σύζυγός δηλώνει ανίσχυρος να τον σταματήσει. Κάποιος δεν πρέπει να πάρει και το μέρος του; Οταν, όμως, η Τζούλιαν Μουρ πέφτει στα γόνατα, με το κεφάλι βυθισμένο στο κρεβάτι και κλείνει συμφωνία με το Θεό να θυσιάσει την ευτυχία της, αρκεί Εκείνος να αφήσει τον αγαπημένο της (Ρέιφ Φάινς) να ζήσει, δεν μπορείς παρά να ανατριχιάσεις. Και να απλώσεις το χέρι στο κουτί με τα Kleenex. Την πρώτη φορά, η αυτοσυγκράτηση της συγκλονιστικής αυτής πράξης κατάφερε να μου διαφύγει. Τη δεύτερη φορά, όμως, όταν συνειδητοποίησα πόση δύναμη απαιτεί να προσευχηθείς με ψυχραιμία, αντί να πέσεις ουρλιάζοντας πάνω στο σώμα του αγαπημένου σου, κόντεψα να μείνω κι εγώ στον τόπο.-Δ.Π.



Κλαίμε ακόμη

Οταν, λίγο πριν ξεψυχήσει στα χέρια της αγαπημένης του Κιμ (Ντέμπρα Γουίνγκερ), ο Πορτ (Τζον Μάλκοβιτς) της εξομολογείται πως «Ολη μου τη ζωή ζούσα για σένα και δεν το γνώριζα». («Τσάι Στη Σαχάρα» / 1992)



Τα Καλύτερα Μας Χρόνια
(Δhe Way We Were / 1973) του Σίντνεϊ Πόλακ


Μερικά πράγματα δεν εξηγούνται. Οπως γιατί η Κέιτ (Μπάρμπρα Στρέιζαντ), μια ακτιβίστρια αριστερή, αγάπησε τόσο παράφορα τον Χάμπελ (Ρόμπερτ Ρέντφορντ) που «με κάποιον τρόπο ήταν σαν τη χώρα του», ένα πλουσιόπαιδο με μοναδική πολιτική συνείδηση την ξανθιά του φράντζα. Οπως γιατί μια ταινία, που διασχίζει με διαθέσεις μελό εποποιίας τα έργα και τις ημέρες ενός αταίριαστου ζευγαριού, μοιάζει στιγμές τόσο υπέροχα νατουραλιστική, σχεδόν βγαλμένη από την κρυφή κάμερα ενός ριάλιτι σόου. Και όπως γιατί κάθε φορά που, αφού έχουν χωρίσει οριστικά, συναντούνται τυχαία σε έναν πολυσύχναστο δρόμο της Νέας Υόρκης και η Κέιτ περνάει στο απέναντι πεζοδρόμιο για να του φτιάξει τη φράντζα, κρύβοντας τα δάκρυα πίσω από την παραδοχή πως οι πραγματικά μεγάλοι έρωτες δεν μπορούν παρά να τελειώσουν νωρίς. ?Μ.Κ.



Η Επέλαση Των Βαρβάρων
(Les Invasions Barbares / 2003) του Ντενί Αρκάν


Κλάμα για μια ολόκληρη γενιά που, απορροφημένη από το σεξ και τις καταχρήσεις, ξέχασε να κοιτάξει πέρα από τη μύτη της. Είκοσι χρόνια μετά, ο απολογισμός είναι συντριπτικός: διαλυμένοι γάμοι, πεθαμένοι έρωτες, ξεθυμασμένες φιλίες. Κι ένας επικείμενος θάνατος. Η παρέα των βαρβάρων, που μας έτριψε για πρώτη φορά τη φιλοσοφία της καλοπέρασης στη μούρη στην «Πτώση Της Αμερικανικής Αυτοκρατορίας» (1986), αποχαιρετά ένα απ’ τα ιδρυτικά της μέλη με τον μοναδικό τρόπο που της δίδαξαν τα 80s. Με ένα καλό δείπνο και ατελείωτες ώρες κουβέντας. Δεν ήταν τόσο η σκηνή του αποχαιρετισμού ούτε η ευθανασία του Ρεμί που με έστειλε αδιάβαστη, αλλά το γεγονός ότι ανέλαβε να την εκτελέσει η σκοτεινή Ναταλί, πρώην ναρκομανής και νόθο τέκνο κάποιας παλιάς του αγάπης. Και ίσως ο πιο σαγηνευτικά κατεστραμμένος χαρακτήρας της ταινίας. Γιατί, τελικά, αυτοί που υπέφεραν περισσότερο από την αβάσταχτη ελαφρότητα των πρωταγωνιστών, ήταν τα λιγοστά τσακισμένα τέκνα που έφεραν στον κόσμο. ?Δ.Π.



Τα Φώτα Της Πόλης
(City Lights / 1931) τoυ Τσάρλι Τσάπλιν


Ο Τσάρλι Τσάπλιν ήταν πάντοτε ένα αλάνι που δυσκολευόμουν να αγαπήσω. Διότι, αν έχεις γεννηθεί μετά τη δεκαετία του ‘30, το πιθανότερο είναι ότι πρώτα πληροφορήθηκες την αδυναμία που έτρεφε στα ανήλικα και μετά προσπάθησες να πείσεις τον εαυτό σου ότι οι προθέσεις του απέναντι στην αόμματη παρτενέρ του ήταν σοβαρές. Παρά τις προσωπικές του περιπέτειες όμως, τα συστατικά της πιο γλυκιάς του ταινίας παραμένουν απολύτως αγνά: ένα ρακένδυτο φτωχαδάκι τα δίνει όλα για την εκλεκτή της καρδιάς του. Αυτή, τυφλή εκ γενετής, τον περνάει για πλούσιο κι αυτός, ερωτευμένος, δεν τολμάει να τη διαψεύσει. Και παρά τα ενδιάμεσα κωμικά ξεσπάσματα, η τελευταία σκηνή είναι άψογα καλιμπραρισμένη για να σου κάνει την καρδιά περιβόλι. Μετά από 342 εφιαλτικές λήψεις, ο Τσάρλι Τσάπλιν κατάφερε να πετύχει την πιο συντριπτική έκφραση που φιλοξένησε ποτέ ο βωβός κινηματογράφος, αναμένοντας την ετυμηγορία της καλής του, όταν αυτή έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματική του ταυτότητα. Και πριν αυτή καταλήξει, κόβει σε μαύρο και σ’ αφήνει να κλάψεις με την ησυχία σου. ?Δ. Π


Ο Ανθρωπος Ελέφαντας
(The Elephant Man / 1980) του Ντέιβιντ Λιντς


Ενα διαρκές κλάμα από μόνο του. Ο Λιντς κατορθώνει χάρη στην ασπρόμαυρη φωτογραφία και την αποστειρωμένη ατμόσφαιρα του Λονδίνου του 19ου αιώνα να μη σε κάνει να κλαις από λύπηση για την αληθινή ιστορία του παραμορφωμένου (από την ασθένεια του Ρεκλινχάουζεν) Τζον Μέρικ. Είναι τόσο ρεαλιστικά δοσμένη η ιστορία και τόσο υποβλητικό το παίξιμο του Τζον Χερτ στον ομώνυμο ρόλο, που τα πάντα στο φιλμ μοιάζουν τραγικά: Η απαξίωση της κοινωνίας προς έναν άνθρωπο που διαφέρει, περιφέροντάς τον ως ζώο τσίρκου στα Βικτοριανά freak shows. Η σκηνή στο σταθμό του τρένου, με τον Τζον Μέρικ να καταδιώκεται από τον όχλο που τον κοροϊδεύει και τον ίδιο (χωρίς κουκούλα πλέον) να φωνάζει «Δεν είμαι ζώο! Είμαι άνθρωπος!», είναι συγκλονιστική. Ο άνθρωπος αποδεικνύεται σκληρότερος από το πιο άγριο ζώο. ?Η.Κ.



Κλαίμε ακόμη
– Οταν η Κάρι, έχοντας εγκαταλείψει κάθε ελπίδα να ζήσει τον έρωτά της για τον Ρον, μένει να κοιτάει την αντανάκλαση της σε μια τηλεόραση στο «Αll That Heaven Αllows» (1955) του Ντάγκλας Σερκ. Χριστουγεννιάτικο δώρο των παιδιών της, η τηλεόραση απαιτεί από αυτήν μόνο «να πατήσει το κουμπί και να έχει όλη την παρέα που χρειάζεται -δράμα, κωμωδία, η ζωή παρελαύνει μπροστά σου».


– Οταν η κωφάλαλη και τυφλή Ελεν Κέλερ (Πάτι Ντιουκ) προσπαθεί να ζητήσει νερό στο «Θαύμα Της Ανι Σάλιβαν» (1962).


– Οταν οι σκλάβοι σηκώνονται όρθιοι φωνάζοντας «Εγώ είμαι ο Σπάρτακος» στον «Σπάρτακο» (1960).



Σκιές Και Σιωπή
(Τo Kill Α Mockingbird / 1962) του Ρόμπερτ Μάλιγκαν


Ακριβώς όπως και στη ζωή, έτσι και στην ταινία του Ρόμπερτ Μάλιγκαν που προέκυψε από το βιβλίο της Χάρπερ Λι, το καλό, το δίκαιο, το φως δεν θριαμβεύουν πάντα. Ακριβώς γι’ αυτό η σχεδόν δονκιχωτική προσπάθεια ανθρώπων όπως ο Ατικους Φιντς, ο ιδεαλιστής δικηγόρος που φιλοδοξεί να αθωώσει έναν νεαρό μαύρο που κατηγορείται για τον βιασμό μιας λευκής κοπέλας στον Αμερικανικό Νότο, είναι ακόμη πιο συγκινητική. Ο Γκρέγκορι Πεκ αποτελεί εδώ το συμπύκνωμα του δικαίου, της καλοσύνης, ό,τι ενάρετο μπορεί να περιέχει η ανθρώπινη ύπαρξη. Η ερμηνεία του ενέπνευσε εκατομμύρια θεατές να θελήσουν να γίνουν «καλύτεροι άνθρωποι» (ασχέτως αν το πετύχαμε ή όχι) και η τελική του αγόρευση στο δικαστήριο και αποχώρησή του από την αίθουσα, με όλους τους μαύρους θεατές της υπόθεσης να στέκονται όρθιοι από σεβασμό, έκανε αμέτρητα μάτια να κλάψουν και την βιομηχανία χαρτομάντιλων σημαντικά πιο πλούσια. -Γ.Κ.



Σύντομη Συνάντηση
(Βrief Encounter / 1945) του Ντέιβιντ Λιν


Μια και ο Ντέιβιντ Λιν ξεκινάει την ιστορία του απ’ το τέλος προς την αρχή, ο χωρισμός είναι εγγυημένος. Το μόνο που μένει είναι να διαπιστώσεις αν η Λόρα και ο Δρ. Χάρβεϊ αγαπήθηκαν πραγματικά. Η μικροσκοπική οθόνη ενός αεροπλάνου, όμως, είναι το κατάλληλο μέρος για να διερευνήσεις την υπόθεση «Σύντομη Συνάντηση». Γιατί στην πορεία ανακαλύπτεις ότι εδώ συμβαίνει κάτι πολύ πιο βίαιο από ένα χαμένο έρωτα και μερικά χρησιμοποιημένα χαρτομάντιλα. «Ερωτεύτηκα. Είμαι μια συνηθισμένη γυναίκα. Δεν πίστευα ότι τέτοια πράγματα μπορούν να συμβούν σε συνηθισμένους ανθρώπους». Το λέει και μόνη της η γυναίκα! Αν μάλιστα έχεις ήδη καταναλώσει πλαστικά εδέσματα αεροπλάνου, η απεικόνιση της αποπνικτικής μεσαίας τάξης στην Αγγλία του ‘50 και η ανικανότητα των ηρώων να σπάσουν τα δεσμά και να ζήσουν μια μεγάλη αγάπη σε φέρνει στα πρόθυρα της ναυτίας. Η πιο όμορφη σκηνή, πάντως, παραμένει για μένα η πρώτη συνάντηση, όπου ένα σκουπιδάκι μπαίνει στο μάτι της Λόρα και ένας ευπαρουσίαστος άγνωστος σπεύδει προς διάσωσή της. Αν, μάλιστα, η αφήγηση της ταινίας εξελισσόταν σε σωστή χρονολογική σειρά, θα ταίριαζε κουτί με τη φωτεινή επιγραφή που είχε ανάψει πάνω από το κεφάλι μου. «Παρακαλώ προσδεθείτε, εισερχόμαστε σε ζώνη έντονων αναταράξεων». -Δ.Π.




Κλαίμε ακόμη

Οταν ο Τζέρι (Πολ Χάινριντ) ανάβει δύο τσιγάρα και προσφέρει το ένα στην Σαρλότ (Μπέτι Ντέιβις) γνωρίζοντας πως αυτή μπορεί να είναι η τελευταία φορά που συναντιούνται. Ο απαγορευμένος έρωτάς τους δεν χρειάζεται να «ζητήσει το φεγγάρι». Αφού θα έχουν για πάντα τα αστέρια. Στο «Νow Voyager» (1942).



Ε.Τ. Ο Εξωγήινος
(Ε.Τ. The Extra Terrestrial / 1982) του Στίβεν Σπίλμπεργκ


Στο εξωγήινων διαστάσεων μελόδραμα του Σπίλμπεργκ, τα πάντα είναι larger than life. Ακόμα κι η αγάπη μεταξύ του μικρού Ελιοτ (Χένρι Τόμας) και του διαγαλαξιακού φίλου του. Η φιλία που αναπτύσσεται ανάμεσα στους δύο, μοιάζει να χάνεται όταν ο Ε.Τ. κινδυνεύει να πεθάνει. Ο μονόλογος και τα δάκρυα του Ελιοτ μπροστά στο (υποτιθέμενο) νεκρό σώμα του Ε.Τ. δεν δίνουν μόνο μεταφυσικές/θρησκευτικές διαστάσεις στη μεταξύ τους σχέση, αλλά αποδεικνύουν επίσης πως η αγάπη ενός παιδιού δε γνωρίζει απολύτως καμία διάκριση: «Θα πρέπει να ‘σαι νεκρός, γιατί δεν ξέρω πώς να νιώσω. Δεν μπορώ να νιώσω τίποτα πια. Εχεις πάει κάπου αλλού τώρα. Θα πιστεύω σε σένα σ’ όλη μου τη ζωή. Σ’ αγαπώ Ε.Τ.». -Η.Κ.



Longtime Companion
/ 1990 του Νόρμαν Ρενέ


Γραμμένο σε μια (λιωμένη πλέον) βιντεοκασέτα από μια μεταμεσονύκτια μετάδοση της ΕΡΤ κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, το «Longtime Companion» υπήρξε (και είναι ακόμη) μια από τις πλέον «δακρυγόνες» ταινίες που έχω ποτέ δει. Δεν είναι μόνο ο θάνατος και η απειλή του που σέρνεται ύπουλα πίσω από κάθε λέξη, χάδι, γέλιο, φιλί. Είναι, κυρίως, το τέλος μιας εποχής, το απότομο ξύπνημα από ένα όνειρο, η επώδυνη έκπτωση από έναν παράδεισο που στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ. Αυτή η ιστορία μιας παρέας φίλων που, το πρωινό της 3ης Ιουλίου του 1981, διαβάζουν στους New York Times για έναν νέο «καρκίνο των gay» και αναγκάζονται να ζήσουν με μόνη σταθερά τη φθορά και την απώλεια, αποτέλεσε την πρώτη ταινία που ασχολήθηκε σοβαρά με το AIDS. Η τελική σκηνή όπου τρεις από τους εναπομείναντες ήρωες περπατούν στους κάποτε ηλεκτρισμένους αμμόλοφους του νεοϋορκέζικου θερέτρου και το βλέπουν ξαφνικά να γεμίζει από όλους όσους έφυγαν είναι απλά μια από τις στοιχειωτικές στιγμές του σινεμά, η μνήμη και μόνο της οποίας κάνει τα μάτια να βουρκώνουν… -Γ.Κ.



An Affair Το Remember
/ 1957 του Λίο ΜακΚάρεϊ


Ακόμα πιο δυνατό από το «affair» είναι το «remember». Στην απαξίωση και τον κυνισμό των καιρών μας, που κανείς δεν προσπαθεί για κανέναν, κανείς δεν ξεβολεύεται για κανέναν και κανείς δεν θυμάται τελικά κανέναν, η ιστορία ενός ζευγαριού που υπόσχεται να ξανασυναντηθεί, έχοντας φτιάξει τις συνθήκες της ζωής του, είναι από μόνη της ουτοπικά ρομαντική και βαθιά συγκινητική. Το ότι το ραντεβού με την ευτυχία γίνεται ραντεβού με το άδικο πεπρωμένο για πολλούς φαντάζει μελό. Για μένα, όμως, η ταινία ξεκινάει από εκεί. Γιατί, τόσο στο σινεμά όσο και στη ζωή, ακόμα περισσότερο κι από τον ίδιο τον έρωτα, με συγκινεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η αξιοπρέπεια που σε κάνει να αποχαιρετάς τον εγγονό σου με υγρό χαμόγελο και μια μεγάλη αγκαλιά, παρ’ όλο που ξέρεις ότι δε θα τον ξαναδείς ποτέ. Η αξιοπρέπεια που σε κάνει να μην πας καν να αποχαιρετήσεις τον έρωτά σου, γιατί δεν θα άντεχες να μείνει δίπλα σου από οίκτο. Η αξιοπρέπεια που λυγίζει τα πόδια και την κοφτερή ειρωνεία του Κάρι Γκραντ όταν ανοίγει την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και βλέπει το πορτρέτο της. Δεν μπόρεσα καν να γράψω την τελευταία πρόταση χωρίς να βουρκώσω. -Π.Λ.



Κλαίμε ακόμη
– Οταν ο αυτιστικός Ρέιμοντ (Ντάστιν Χόφμαν) παραδέχεται στον αδερφό του, Τσάρλι (Τομ Κρουζ): «Μου αρέσει που σε έχω για αδερφό» στον «Ανθρωπο Της Βροχής» (1988).


– Οταν ο Φόρεστ Γκαμπ (Τομ Χανκς) βλέπει τον γιο του μπροστά από την τηλεόραση, στη μια και μοναδική στιγμή της ζωής του που μπορεί να νιώσει κανονικός άνθρωπος στο «Φόρεστ Γκαμπ» (1994).


– Οταν προσπαθούν να πάρουν μακριά το παιδί από τον θετό του πατέρα (Τσάρλι Τσάπλιν) στο «Τhe Κid» (1921).



Ο Κύκλος Των Χαμένων Ποιητών
(Dead Poets Society / 1989) του Πίτερ Γούιαρ


Την είδα τη χρονιά που έδινα πανελλήνιες και δεν βρήκα ποτέ το κουράγιο να την ξαναδώ. Ηταν ακόμα οι εποχές που αποτυχία στις εισαγωγικές εξετάσεις στιγμάτιζε οικογένειες και 17χρονα βουτούσαν από τα μπαλκόνια από ντροπή. Οπότε η αυτοκτονία του ήρωα που δεν του επιτρεπόταν να ονειρευτεί το μέλλον του δεν καταγράφηκε ως φιξιόν στο παιδικό μου μυαλό. Δεν ήξερα τι ήθελα να γίνω όταν μεγαλώσω, ακολουθούσα μουγκά ενήλικες επιταγές ενός συστήματος που κοίμιζε έντρομο τις εφηβικές σου ανησυχίες. Και ξαφνικά βρέθηκε αυτός ο φιλμικός καθηγητής να τις ξυπνήσει. Να τις χτυπήσει στοργικά στην πλάτη, να τις καθησυχάσει. Να τις ακούσει. Θυμάμαι να βγαίνω από το Αττικόν να μπαίνω στο τρόλεϊ «10» και να κλαίω σε όλη την επιστροφή με λυγμούς. Οχι από συγκίνηση. Από απόγνωση και βουβή παραδοχή δειλίας. Πίστευα ότι εγώ θα επιστρέψω σκυμμένη στο θρανίο και την παπαγαλία μου, ενώ συνομήλικοι μου ανέβηκαν πάνω του και είδαν τη θέα από ψηλά. Εδωσα δύο φορές εξετάσεις. Απέτυχα και τις δύο. Ηταν ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί. Είκοσι χρόνια μετά, κάνω αυτό ακριβώς που αγαπώ – αλλά δεν έχω ξεχάσει ποτέ αυτό τον τρόμο της αποτυχίας. Οχι απέναντι στις εξετάσεις της ζωής, αλλά στις επαναστάσεις της. -Π.Λ.



ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ