• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Εμίν Αλπέρ: «Δεν βρήκαμε διαχρονικές λύσεις στις κρίσιμες πολιτικές διαμάχες μας»

2 Μαρ 2017 | Θέματα, Συνεντεύξεις | 0 comments

Με αφορμή την προβολή της νέας του ταινίας «Υποψίες» στις ελληνικές αίθουσες, ο Τούρκος σκηνοθέτης Εμίν Αλπέρ μας χάρισε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνέντευξη, με έντονο όπως αναμενόταν πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο.
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Γεννημένος το 1974, ο ιδιαίτερα καταξιωμένος σκηνοθέτης αλλά και καθηγητής κοινωνικών επιστημών στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης Εμίν Αλπέρ, μετά το πολυβραβευμένο του ντεμπούτο με τίτλο «Πέρα απ’ τον Λόφο» επανέρχεται με τη δεύτερη μεγάλου μήκους δημιουργία του, το «Frenzy» (μεταφρασμένο στα ελληνικά ως «Υποψίες») η οποία κέρδισε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ της Βενετίας του 2015.

Βαδίζοντας στα μονοπάτια της πρώτης του σκηνοθετικής απόπειρας, η ταινία περιγράφει την ιστορία δύο αδερφών, του Καντίρ (Μεχμέτ Οσγκούρ) και του Άχμετ (Μπερκάι Ατές) σε μια κατεστραμμένη γειτονιά ενός αστικού κέντρου που κατά πάσα πιθανότητα είναι η Κωνσταντινούπολη άλλα κάλλιστα θα μπορούσε να αποτυπώνει την ισοπεδωμένη φουτουριστική δυστοπία των «Παιδιών των Ανθρώπων» του Αλφόνσο Κουαρόν. Ο Καντίρ έχει μόλις αποφυλακιστεί με αναστολή, υπό τον όρο να προσπαθεί διαρκώς να ανακαλύψει παράνομες τρομοκρατικές δραστηριότητες, καταλήγοντας να ψάχνει στον ατέλειωτο σκουπιδότοπο της συνοικίας του για πιθανά υλικά κατασκευής βομβών. Ο δε μικρότερος Άχμετ δουλεύει σε μια δημοτική επιχείρηση εξόντωσης αδέσποτων που μοιάζει τόσο έντονα με παρακρατική πολιτοφυλακή. Οι δυο τους θα μπλεχτούν σταδιακά σε μια δίνη αμφιβολιών και σχεδόν παρανοϊκών εμμονών, καθώς ο κοινωνικός και πολιτικός ιστός τους συνθλίβει ολοένα και περισσότερο.

Ο Αλπέρ σκηνοθετεί με υπομονή και διάχυτη αλληγορία, αφήνοντας την θραυσματική γραφή να βυθίσει σχεδόν ολοκληρωτικά σε μια ιστορία που ίσως μπορεί να μην αντιλαμβάνεσαι πλήρως από την αρχή, όμως σίγουρα αισθάνεσαι το συναισθηματικό αλλά και υπαρξιακό αδιέξοδό της. Καθώς η θηλιά βαθμιαία σφίγγει όλο και περισσότερο γύρω από το λαιμό των χαρακτήρων, ο σκηνοθέτης ταυτόχρονα διερευνά με τόλμη και θάρρος τις έννοιες της θεσμικής καταπίεσης σε μια χώρα που μοιάζει να εντείνει τον συγκεντρωτισμό των πολιτικών της εξουσιών (ιδίως υπό το φως της πρόσφατης απόπειρας του πραξικοπήματος στην Τουρκία), θέτοντας παράλληλα σε αμφισβήτηση διεθνώς κατοχυρωμένα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.

Με αφορμή την προβολή αυτής της ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας ταινίας στις ελληνικές αίθουσες, ο Τούρκος σκηνοθέτης μας μίλησε για το έργο του αλλά -όπως ήταν άλλωστε αναμενόμενο- και την πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα της χώρας στην οποία ζει και εργάζεται.

Θα θέλατε να μας πείτε δυο λόγια για το πώς εμπνευστήκατε τη δημιουργία αυτής ταινίας;

Εμπνεύστηκα κυρίως από τις αναμνήσεις των φοιτητικών μου χρόνων (που τα έζησα κυρίως το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90). Την εποχή εκείνη ήταν πολύ έντονος ο πόλεμος μεταξύ Κούρδων ανταρτών και κράτους, και υπήρχαν πολλές γειτονιές στις οποίες η αστυνομία μετά βίας μπορούσε να πλησιάσει. Τότε ζούσα σε μια σχεδόν παραγκούπολη που ήταν πολύ κοντά στο πανεπιστήμιό μου. Επρόκειτο για μια αριστερή συνοικία και οι αναμνήσεις μου από εκείνα τα χρόνια με επηρέασαν πολύ στη δημιουργία της συγκεκριμένης ιστορίας.

Η πλοκή του φιλμ διαδραματίζεται σε ένα έντονα δυστοπικό σκηνικό που θυμίζει σε στιγμές ισοπεδωμένα τοπία ταινιών επιστημονικής φαντασίας. Επίσης, μόνο αργότερα καταλαβαίνει κάποιος ότι πρόκειται για την Κωνσταντινούπολη σε ένα καθεστώς μιλιταριστικής κυριαρχίας και παραστρατιωτικών οργανώσεων. Αυτές οι σκηνές αντηχούν κατά κάποιον τρόπο τη σημερινή κατάσταση στην Τουρκία;

Πάντα φανταζόμουν την ταινία αυτή χωρίς συγκεκριμένο σεναριακό χρόνο. Αφορά το παρελθόν, την παρούσα κατάσταση και το μέλλον της χώρας μου. Γι’ αυτό χρησιμοποίησα στοιχεία του παρελθόντος στο σήμερα και επιχείρησα παράλληλα να δημιουργήσω μια δυστοπική ατμόσφαιρα. Επέλεξα να είναι «άχρονη» για δύο λόγους. Κατ’ αρχάς, την καθιστά οικουμενική. Η ταινία θα μπορούσε να διαδραματίζεται στο Ισραήλ, τη Λατινική Αμερική ή οπουδήποτε και θα μπορούσε να συμβαίνει οποιαδήποτε χρονική στιγμή.

Κατά δεύτερον, η «αχρονικότητα» αντικατοπτρίζει ενός είδους πεσιμισμό για την χώρα μου, καθώς στην Τουρκία βρισκόμαστε συχνά σε καθεστώς βίας και πολιτική πίεσης. Είναι σαν να διαδραματίζονται διαρκώς κύκλοι που ανοίγουν και κλείνουν. Δεν κατορθώσαμε ποτέ να βρούμε διαχρονικές λύσεις στις κρίσιμες πολιτικές διαμάχες μας. Για τον λόγο αυτό δεν έφτιαξα μια ταινία που να λαμβάνει χώρα στο παρελθόν. Ήξερα ότι όλοι αυτοί οι εφιάλτες μπορούν να συμβούν ξανά. Και δυστυχώς, αμέσως μόλις ολοκληρώσαμε την ταινία μας (το καλοκαίρι του 2015), βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μια κατάσταση που απεικονίζεται στο φιλμ.

Η αφήγηση εξελίσσεται σε δύο βασικά μέτωπα, αυτό της σχέσης δύο αδερφών και αυτό της διαρκούς αναζήτησης της τρομοκρατικής απειλής που οδηγεί τελικά στην παράνοια. Για ποιον λόγο υπάρχει η δημιουργική σας απόφαση να μεταπηδάτε από τον ένα βασικό χαρακτήρα στον άλλο (από τον Καντίρ στον Άχμετ) κατά τη διάρκεια του φιλμ;

Ο βασικός λόγος ήταν να βάλω τον θεατή στην θέση των χαρακτήρων. Από το να προτάξω την οπτική γωνία του αφηγητή και να προβώ εξ’ αρχής σε έναν ξεκάθαρο διαχωρισμό της πραγματικότητας από την παραίσθηση, προτίμησα να γίνω μέτοχος στις ψευδαισθήσεις των πρωταγωνιστών και να βιώσω την παράνοια σε βάθος. Το θεωρώ πιο ενδιαφέρον και είναι κάτι που φέρνει το κοινό πιο κοντά στους χαρακτήρες. Μπορεί αρχικά να μπερδεύει αλλά στο τέλος σε ανταμείβει.

Σε μια Τουρκία γεμάτη ανασφάλεια, υποψίες και πολιτικές ίντριγκες, όπως αυτή της ταινίας, απεικονίζετε έναν από του βασικούς πρωταγωνιστές να δουλεύει ως μπόγιας θανατώνοντας αδέσποτα σκυλιά. Είναι αυτό κάποιο σχόλιο για την πραγματική αντιμετώπιση των αδέσποτων στην Τουρκία; Στην Ελλάδα το πρόβλημα παραμένει τεράστιο. Συμβαίνει και στην Τουρκία το ίδιο;

Τα αδέσποτα σκυλιά ήταν μεγάλο πρόβλημα για τις αρχές. Δεδομένο ότι μπορούν να μεταδώσουν διάφορες ασθένειες αλλά κυρίως επειδή χαλάνε τον «μοντέρνο» και «δυτικό» προσωπείο της πόλης, μέχρι πριν 15-20 χρόνια θανατώνονταν. Παλιότερα, θανατώνονταν ανοιχτά. Μετέπειτα, αυτό σταμάτησε να γίνεται επίσημα αλλά συνέχισαν να τα σκοτώνουν στα κρυφά, χρησιμοποιώντας δηλητήριο. Τα τελευταία 15 χρόνια όμως αυτή η πρακτική έχει σταματήσει. Τώρα τα μαζεύουν, τα στειρώνουν και τα αφήνουν και πάλι ελεύθερα στους δρόμους. Αυτό που βλέπετε στην ταινία είναι κάτι που γινόταν παλιά.

Η φρενίτιδα («Frenzy» εξάλλου και ο αγγλικός τίτλος της ταινίας) δεν αργεί να κυριεύσει τους πρωταγωνιστές, που κατακλύζονται σχεδόν από την αρχή από αμφιβολίες, αυταπάτες και καχυποψία, σε μια πάμφτωχη γειτονιά βυθισμένη σε καθεστώς γενικής ανομίας. Η πολιτική και κοινωνική κατάσταση που καθρεφτίζει το σενάριο, θυμίζει έστω και στο ελάχιστο την πραγματικότητα της χώρας σας μετά το περσινό πραξικόπημα;

Όπως σας είπα ήδη, έγραψα το φιλμ πολύ νωρίτερα και το γύρισα το 2014-2015. Ήταν πριν γίνει το πραξικόπημα. Όταν όμως γύριζα την ταινία, υπήρχε πάντα ο φόβος μέσα μου ότι η χώρα μπορεί να ξαναβρεθεί σε μια παρόμοια κατάσταση με αυτή που διαδραματίζεται στο φιλμ. Ειλικρινά, όμως, δεν περίμενα κάτι τόσο άσχημο. Αυτά που ζήσαμε τα τελευταία δύο χρόνια ξεπέρασαν την φαντασία μου.

Πιστεύω πραγματικά ότι η ταινία ίσως είναι πιο ελαφριά σε σχέση με την πραγματικότητα. Υπάρχουν πόλεις και γειτονιές όπου ζει κυρίως κουρδικός πληθυσμός που καταστράφηκαν ολοκληρωτικά. 40.000 άνθρωποι φυλακίστηκαν μετά το πραξικόπημα και 100.000 απολύθηκαν από τις δημόσιες υπηρεσίες όπου εργάζονταν, χάνοντας τα δικαιώματα τους ή ακόμα και τα διαβατήρια τους. Είμαι 42 ετών και αυτό είναι ό,τι χειρότερο έχω βιώσει στην χώρα μου.

Κατά τη γνώμη μου το σινεμά που δημιουργείτε έχει έναν έντονο πολιτικό και βαθιά ιστορικό χαρακτήρα. Μια γενική ερώτηση. Ποια η θέση και κυρίως ποια η απήχηση ενός πολιτικού κινηματογράφου στην Τουρκία του σήμερα; Πιστεύετε ότι ένα τέτοιο σινεμά έχει τη δυνατότητα να ευαισθητοποιήσει και να προειδοποιήσει κοινωνικά τους θεατές του;

Αν και υπάρχουν σκηνοθέτες που γύρισαν πολιτικές ταινίες στην Τουρκία, είναι δύσκολο να αναφερθώ σε ένα τούρκικο πολιτικό σινεμά. Τα έργα διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους και αριθμητικώς δεν είναι και πάρα πολλά. Και είναι δύσκολο να πει κανείς ότι το πολιτικό σινεμά έχει μεγάλη απήχηση στην Τουρκία. Κατ’ αρχάς, το ενδιαφέρον του κοινού για το ανεξάρτητο ή το αρτ-χάουζ σινεμά είναι εξαιρετικά περιορισμένο. Το πρώτο μου φιλμ το είδαν 30.000 θεατές και το δεύτερο 22.000. Και φανταστείτε ότι είμαι ανάμεσα στους τυχερούς.

Σήμερα δεν υπάρχει ταινία που μπορεί να υπερβεί τους 30.000 εισιτήρια. Μερικά κουρδικά πολιτικά φιλμ μπορεί να παρουσιάσουν αυξημένη απήχηση στον κουρδικό λαό και να κάνουν υψηλές πωλήσεις, αλλά κάτι τέτοιο σπανίζει. Ανταγωνιζόμαστε τις εμπορικές κωμωδίες στις αίθουσες του σινεμά. Ξέρω όμως ότι πολύς κόσμος βλέπει τις ταινίες μας μέσω του ίντερνετ. Ωστόσο, δεν ζούμε στις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Δεν υπάρχει ενεργό κοινό που βλέπει πολιτικά φιλμ και κάθετε σε καφέ συζητώντας για αυτές. Δυστυχώς, όπως βλέπετε, γυρίζουμε τις ταινίας μας σε έναν κόσμο που έχει συγκεκριμένη θέση για εμάς, σε συγκεκριμένα δημιουργικά πλαίσια αποκλειστικά προοριζόμενα για εμάς.

INFO:
Η ταινία «Υποψίες» κυκλοφορεί ήδη στις ελληνικές αίθουσες από την AMA Films

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ