Την αξιοσημείωτη πτώση του 7% σε σχέση με τις εισπράξεις του 2010 κατέγραψε το ελληνικό κινηματογραφικό 2011, σύμφωνα με δημοσίευμα της ιστοσελίδας του Screen, και πλέον, με τα δυσάρεστα νέα που πέφτουν βροχή, ο στόχος, όπως δηλώνουν διανομείς στο ίδιο άρθρο, είναι να μην υπάρξει περαιτέρω πτώση μέσα στο 2012. Οι «Πειρατές της Καραϊβικής: Σε Άγνωστα Νερά» και ο «Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου Μέρος 2» ήταν οι πιο δημοφιλείς ταινίες αλλά οι επιδόσεις τους (κάτω από 400.000 εισιτήρια και οι δύο) είναι ενδεικτικές των νέων δεδομένων που ισχύουν πια στα ελληνικά ταμεία.
Το πιο ενδιαφέρον σημείο, όμως, δεν είναι η πτώση στο σύνολο των εισιτηρίων (φαινόμενο μάλλον αναμενόμενο δεδομένης της καθοδικής πορείας του συνόλου της οικονομίας και της επίδρασης στο επίπεδο ζωής των Ελλήνων) αλλά η χλιαρή κινητικότητα των μέχρι πρότινος «δυνατών χαρτιών», δηλαδή των ξένων μπλοκμπάστερ και των ελληνικών ταινιών. Και αν οι ανεξάρτητες ελληνικές ταινίες μοιάζουν – για κάποιο καιρό ακόμα τουλάχιστον θα παραμείνουν – καταδικασμένες να θεωρούνται προϊόντα για περιορισμένο κοινό (εντελώς άδικη και τεμπέλικη εκτίμηση σε κάποιες περιπτώσεις), οι ελληνικές εμπορικές παραγωγές κάνουν την δυσάρεστη έκπληξη και κινούνται σε χαμηλά επίπεδα των 170.000 εισιτηρίων κατά μέσο όρο, μειώνοντας και συνολικά το μερίδιο της αγοράς για το σύνολο των 26 εγχώριων παραγωγών. Το μόνο βελτιωμένο κομμάτι της αγοράς ήταν αυτό των 3D ταινιών, ένας όχι και τόσο αξιόπιστος τομέας πια, αφού θεωρείται μάλλον αναπόφευκτο η παγκόσμια τάση της απαξίωσης των τρισδιάστατων ταινιών να επηρεάσει τελικά και τη χώρα μας.
Εκτός από την γενική οικονομική κρίση, οι αρνητικοί παράγοντες που ονομάζονται στο άρθρο είναι ο υπερβολικός αριθμός εταιρειών διανομής, που ανεβάζει στα ύψη τον ανταγωνισμό για την αγορά των ταινιών και οδηγεί σε ασύμφορες πλειοδοσίες, και φυσικά ενισχύει την περίεργη και μάλλον κοντόφθαλμη τακτική τους να πλημμυρίζουν την αγορά με τίτλους, με ένα ρυθμό που ούτε μια χώρα τριπλάσια σε μέγεθος δεν θα μπορούσε να απορροφήσει σε εβδομαδιαία βάση.
Το ρόλο της βέβαια σε αυτό παίζει και η ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Ελλάδα πειρατεία, που στερεί από τις εταιρείες διανομής άλλες βιώσιμες πλατφόρμες διάθεσης των ταινιών εκτός από τα σινεμά, οδηγώντας σε μια υπεραυξημένη προσφορά που δεν συναντά την αντίστοιχη ζήτηση. Οι διανομείς δεν φαίνεται να δείχνουν τα απαραίτητα αντανακλαστικά στην αντιμετώπιση ενός προβλήματος που έχει ξεφύγει πια από τα χέρια τους – σε αυτό βέβαια δεν διαφέρουν από τους διανομείς όλου του κόσμου. Η κινηματογραφική βιομηχανία στο σύνολό της αδυνατεί να αναχαιτίσει την άνοδο της πειρατείας, αφού αυτή έχει ήδη εγκατασταθεί ως μια αποδεκτή σχεδόν νοοτροπία της απόλυτα ελεύθερης επιλογής περιεχομένου από το κοινό, ανεξάρτητα από την απόφαση του εκάστοτε διανομέα για το πότε μια ταινία θα είναι διαθέσιμη και σε ποιον. Αντί να δείξουν λίγη φαντασία και προσαρμοστικότητα του επιχειρηματικού τους μοντέλου για να καταπολεμήσουν μια πραγματικότητα που πολύ δύσκολα πια μπορεί να αντιστραφεί και που ίσως είναι το μέλλον, οι ανέμπνευστες προσπάθειες για καταπολέμηση της πειρατείας περιορίζονται σε αμφιβόλου αποτελεσματικότητας και νομιμότητας νομοσχέδια – βλέπε τα περίφημα SOPA και ACTA.
Τέλος, τα συμπεράσματα για την εγχώρια παραγωγή είναι (όπως πάντα) δυσοίωνα, με το χάσμα ανάμεσα στις μεγάλες παραγωγές και τις ανεξάρτητες να παραμένει ευρύ και απροσπέλαστο: οι μεν παλεύουν να διατηρήσουν το μερίδιο της αγοράς με παραδοσιακές (και σε μερικές περιπτώσεις τεμπέλικες) συνταγές και οι δε αγωνίζονται σε no-budget συνθήκες και ελπίζουν σε φεστιβαλική πορεία, κυρίως στο εξωτερικό.
Χριστίνα Λιάπη






