• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

ΕΓΚΛΗΜΑ!

2 Απρ 2008 | Θέματα | 0 comments

Το αποκάλεσαν «trash» και «κατακάθι της εγχώριας παραγωγής». Γιατί, όμως, 20 χρόνια μετά, το ελληνικό εμπορικό σινεμά του 80 κυκλοφορεί ακόμη «ελεύθερο»; Και πιο απενοχοποιημένο από ποτέ;
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Από τον Τάσο Θεοδωρόπουλο


«Για να σου πω την αλήθεια έχω την εντύπωση ή μάλλον είμαι σίγουρος ότι χωρίζομαι σε τρεις ανθρώπους. Ο πρώτος μου εαυτός έτσι στέκεται στη μέση σαν χαμούρα, αδιάφορος και ασυγκίνητος. Παρακολουθώντας την κατάλληλη στιγμή να σκάσει μύτη και να πει στους άλλους δυο τι βλέπει. Ο δεύτερος εαυτός μου είναι χέστης. Κάνει τον τσαμπουκά και ορμά παντού πρώτος. Ξέρεις γιατί; Γιατί κλάνει μαλλί και φοβάται μη τύχει και προλάβουν και του επιτεθούν οι άλλοι. Οσο για τον τρίτο, καλά, αυτός είναι και πολύ μαλάκας. Εχει ευαισθησίες, μωρέ. Ετσι. Και κλαίει άμα ακούσει χέβι μέταλ ή Iron Maiden. Ψήνεται με το πρώτο και δίνει πίστη σε κάθε κουφάλα. Αλλά που σαι; Αμα μυριστεί τις πουστιές που του κάνουνε γίνεται θηρίο, εξαγριώνεται. Τραβάει το κέρατο και θέλει να ξεριζώσει καρδιές και να δώσει τα άντερα στο χέρι. Αυτός ο εαυτός μου είναι που μου κάνει τις μεγαλύτερες ζημιές και με κλείνει στο καβούκι μου. Και δεν γουστάρω άνθρωπο».*



  • Από τον μονόλογο του ήρωα στoυς τίτλους αρχής της ταινίας «ΧΟΥΛΙΓΚΑΝΣ».

Ξεκίνησε σαν πλάκα. Το αφιέρωμα, εννοώ. Ημασταν μεθυσμένοι μετά τα μεσάνυχτα, κάπου στην Αριστοτέλους, τις μέρες του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης κι έδινα την αγαπημένη μου παράσταση με ατάκες από το ελληνικό σινεμά της δεκαετίας του 70 με την (προσφάτως εκλιπούσα) Ελενα Ναθαναήλ, («Ο κύριος Βεργής; Τζένη») στις ταινίες του Κλέαρχου Κονιτσιώτη (ναι, τέτοιο τσίρκουλο είμαι). Μετά μου τέλειωσαν του 70 και πήρα αμπάριζα το 80. Κόλαση το χάχανο και να η ιδέα για το αφιέρωμα. Πώς και γιατί; Βασικά (καλησπέρα σας) επειδή όλοι εμείς με τα πατημένα τριάντα, εκεί μεγαλώσαμε. Αυτό είναι το δικό μας γνήσιο λαϊκό ελληνικό σινεμά. Τον Φίνο και τον Κονιτσιώτη και όλους αυτούς, εξ αντανακλάσεως τους ξέρουμε. Δεν τους νιώσαμε στο πετσί μας. Απλό παράδειγμα: Να πηγαίνω σχολείο στην Καλλιθέα κι όλοι μας να συζητάμε στην τάξη για το πότε θα πάμε να δούμε εκείνη την ταινία που βιάζει την Καίτη Φίνου ο Μιχαλόπουλος κι αυτή πετάει βυζί και μετά τα φτιάχνουν κι από πάνω. Από τον «Ανθρωπο Με Το Γαρύφαλλο» και τον Νίκο Μπελογιάννη για όσους ήμασταν γόνοι αριστερών οικογενειών στο βυζί της Φίνου, έτσι απλά. Και μετά μαθήματα μπρέικ ντανς από το «Οταν Οι Ρόδες Χορεύουν». Ω ναι, πολύ πριν μάθω τους αδελφούς Μαρξ, ήξερα πολύ καλά τα αδέλφια Στιβ και Τέτα Ντούζου. Αντε να δεις προκοπή μετά από αυτό. Να είσαι στρέιτ και να θες τη γυναίκα σου γυμνή με βάτες, γκέι και να λιώνεις όποτε βλέπεις άντρα με δασύτριχο στήθος να φτιάχνει το μαλλί του με σεσουάρ σαν τον Μιχαλόπουλο. Σκατά ζωή. Ενα καλό είχε αυτή η διαδικασία: Τη γλιτώσαμε από τα ναρκωτικά, όχι γιατί κάνουν κακό, απλά επειδή όποτε πέθαινε από ναρκωτικά κάποιος στις ταινίες κοινωνικής καταγγελίας του είδους, ψόφαγε η αίθουσα από το γέλιο. Αναβε τσιγαριλίκι ο Γαρδέλης και στην τρίτη τζούρα παρ τον ξερό στο πάτωμα στο σπίτι της Ούρσουλας της πρεζούς που είχε διακόσμηση αφίσα του Γκεβάρα και του Μάρλεϊ. Αντε να τα πάρεις στα σοβαρά μετά τα ναρκωτικά. Να πεθάνεις δηλαδή, να γελάει η γειτονιά μαζί σου και να τρέχει η μάνα σου με τη ρομπίτσα και τις παντοφλίτσες της Μέλπως Ζαρόκωστα στο δρόμο φωνάζοντας: «Το παιδί μου!». Τες πα, όπως σας είπα τριανταρίσαμε, τριαντάρισαν και άλλοι μαζί μας και η ντροπή της ένοχης κινηματογραφικής απόλαυσης εκείνης της εποχής έγινε μόδα. Κάτι τα σίριαλ της ιδιωτικής τηλεόρασης που όταν είναι δραματικά, είναι εξίσου γελοία σαν να μην πέρασε μια μέρα και όταν είναι κωμικά, ξεπατικώνουν ατάκες και δραματικά κλισέ ποντάροντας στο γκροτέσκο τους. Κάτι οι ρεπόρτερ και οι δημοσιογράφοι που όταν αναφέρονται σε πορνείες, ναρκωτικά και τέτοια αισθάνεσαι πως η μόνη επαφή που είχαν με το άθλημα είναι αυτή του Δαλιανίδη, όταν στην παρακμή του προσπαθούσε να πιάσει τον παλμό της νεολαίας και γύρναγε κουλαμάρες. Κάτι που η Σοφία Αλιμπέρτη δεν μένει πια στης Ούρσουλας της πρεζούς αλλά παρουσιάζει μαγκαζίνο για όλη την οικογένεια και ο Μιχαλόπουλος κάνει τον ναύαρχο. Αντε κάτι και το γενικότερο χαχαχούχα μιας τυποποιημένα μοδάτης γκέι κουλτούρας που ως τώρα δανειζόταν αλλοδαπά trash για να θεοποιήσει μέχρι που ανακάλυψε πως εδώ, στην Ελλάδα, γεννήθηκε ο Αλμοδόβαρ και πουθενά αλλού. Μπήκε στη μέση και το ίντερνετ στο οποίο βρίσκεις πλέον κλιπάκια από τα πάντα εκείνης της εποχής, βγήκαν και στα μαλλιά μας οι πρώτες άσπρες τρίχες που μας θέλουν να γυρνάμε στην ασφαλιστική δικλείδα της δικής μας εποχής της αθωότητας. Γιατί ό,τι κι αν ήταν εκείνη η δεκαετία (κι αυτό δεν το λέω με τον νοσταλγικό οίστρο του γερασμένου παπαρολόγου), ήταν αθώα. Και βρόμικη, σαφώς. Αλλά αθώα όσον αφορά την αρχοντοβλαχιά μιας χώρας σε μεταπολιτευτικό σοσιαλιστικό οίστρο, που ξαφνικά από το αν έχει να φάει κρέας την Κυριακή, αρχίζει να αποκτά δικαίωμα στον προβληματισμό του αν θα βρει τραπέζι στο σκυλάδικο. Εφτά χρόνια μετά τη χούντα, πρώτη φορά με σοσιαλιστή πρωθυπουργό, νεοβάπτιστοι μέσα στην κολυμπήθρα της ΕΟΚ και με το μαλλί μας να μυρίζει κεμπάπ σουβλάκι και λακ οτ κοϊφούρ να μοιάζουμε της Κριστλ από τη «Δυναστεία». Βλαχιά, δηλαδή αλλά τόσο πριμιτίφ στην άγνοια της που τώρα πια φαίνεται εντελώς αθώα. Και άλλο τόσο αισθητικά ισοπεδωτική, αδιέξοδη και θλιβερή. Τότε το κιτς, όμως, δεν ήταν άποψη, ήταν απλά παντού. Δεν ήταν νομιμοποιημένο, γι αυτό ήταν αθώο. Δεν ήταν Γιουροβίζιον – εθνικος στόχος, γιατί απλά δεν αφορούσε κανέναν η Γιουροβίζιον. Ηταν αναγνωρίσιμο, διαβατήριο και αφορισμός μαζί, αλλά επ ουδενί ύπουλο. Και μόνο όταν κάτι δεν είναι ύπουλο, όταν δεν έχει χάι τεκ φτιασίδωμα στην ούγια και αδελφές Μαγγίρες για να σε ξεγελάει, είναι αθώο. Ακόμα κι αν ο σκοπός του είναι εντελώς εκμεταλλευτικός και υπολογιστικός παραμένει αθώο, γιατί το ευτελές του είναι αναγνωρίσιμο. Λέγανε ας πούμε οι τότε κινηματογραφιστές: «Ας κάνουμε ταινίες που να καταγγέλουν πόρνες, λεσβίες, ναρκωτικά, ανωμαλίες για να πετάξουμε κανένα κώλο και βυζί στην οθόνη με άλλοθι, να μαζέψουμε φράγκα». Δεν λέγανε: «μια υπερπαραγωγή διεθνών προδιαγραφών». Και μύριζε το σελιλόιντ Ουζμπεκιστάν, δεν σε κορόιδευε, έβγαζε η πρωταγωνίστρια τα βρακιά της, αλλά ξέχναγε να βγάλει τα μουστάκια της και μια παρανυχίδα. Κινηματογραφική αποθέωση της ηθικής και της αισθητικής του καραμέσου όρου, με ήρωες τρελές αδελφές, μελαγχολικές νυμφομανείς, αυτοκτονικούς χασικλήδες και σαβουρογάμηδες επιβήτορες της άσπρης κάλτσας από ανθρώπους που ήταν όλα αυτά μαζί, ή τα ζούσαν, ή τα επιθυμούσαν, και τα πουλούσαν σε μορφή ευτελούς δράματος. Μια έθνικ τουρκμενιστάν Ελλάδα στο απόγειο της λαμέ δόξας της. Η τραγική κωμωδία της ζωής μας σε μπανιστιρτζίδικο φωτορομάντζο με μυρωδιά πατάτας τηγανητής στο φόντο από παράθυρο συνοικιακής πολυκατοικίας και μαντολίνο από συνθεσάιζερ για μουσική. Πουτάνα ανάμνηση, πώς εξωραϊζεις τα πάντα…


Χρονολόγιο / Μποξοφισολόγιο
Αναδρομή στις επιτυχίες του πρώτου μισού της δεκαετίας του 80, λίγο πριν το βίντεο στείλει το σινεμά σπίτι του.*


1980 – 81: Αλίκη εναντίον Τεό
Νούμερο ένα ο «Ανθρωπος Με Το Γαρύφαλλο» με 618.533 εισιτήρια. Ο Νίκος Μπελογιάννης σε λαϊκή μελοδραματική απόχρωση για μαζική αριστερή κατανάλωση και all star cast αφήνει πίσω την Αλίκη Βουγιουκλάκη με το «Πονηρό Θηλυκό… Κατεργάρα Γυναίκα» στη δεύτερη θέση με 289.204. Εκεί μπορείτε να απολαύσετε και την Αλίκη να ερμηνεύει Κάρμεν σε ποπ ενορχήστρωση με το στίχο «Αυτή είμαι εγώ, έτσι είμαι εγώ, το πρώτο θηλυκό». Σε ποιοτική προσφορά, έχουμε τον Παύλο Τάσιο με «Παραγγελιά» και συγκλονιστική Κατερίνα Γώγου (196.186 – 6η θέση) τον «Μεγαλέξαντρο» του Αγγελόπουλου (73.415 – 18η θέση) και το «Μελόδραμα» του Νίκου Παναγιωτόπουλου (28.893 – 23η θέση). Στις καρδιές μας, όμως, κυριαρχούν οι «17 Σφαίρες Για Εναν Αγγελο» του Φώσκολου (135.336 – 9η θέση), με τη Μαίρη Βιδάλη ως αντιστασιακή Ηρώ Κωνσταντοπούλου να φοράει σχολική ποδιά Τσεκλένη και να έχει υπνοδωμάτιο μέσα στην Κατοχή με κουρτίνες από ήρωες του Ντίσνεϊ. Και φυσικά η Ολγα Καρλάτου ως «Υπαστυνόμος Νταίζη» ή «Εξοδος Κινδύνου» όπως ονομάστηκε διπλά η ταινία. Περίπου την ίδια εποχή, η έξοχη Ολγα πρωταγωνιστούσε και στο θρυλικό «Ζombie 2» του Λούτσιο Φούλτσι ως νευρωτικό νυμφίδιο του οποίου το μάτι ξεκολλάει από τη θέση του με τη βοήθεια μιας σκλήθρας. 25ο και τελευταίο (9.783 εισιτήρια) το ερωτικό θρίλερ μυστηρίου του Νίκου Μαστοράκη με την Μαρία Αλιφέρη να γδύνεται ως «Το Κορίτσι Βόμβα».


1981 – 82: Τα «Τσακάλια» τραγουδάνε ακόμη
Παπανδρεϊκή σοσιαλιστική (λέμε και καμιά μαλακία) Αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό της χώρας και 321.571 για την ανάλογων αποχρώσεων κωμωδία «Μάθε Παιδί Μου Γράμματα» του Θόδωρου Μαραγκού. Στη δεύτερη θέση «Η Δίκη Της Χούντας» με 318.655. Τρίτος ακολουθεί ο πρώτος Δαλιανίδης της δεκαετίας με τα «Τσακάλια: Ενα Κοινωνικό Πρόβλημα» και 227.581. Πρώτη ταινία μιας άτυπης τριλογίας του σκηνοθέτη με νέους εκτός ορίων, ναρκωτικά και άλλα χαρωπά με Μιχαλόπουλο, Γαρδέλη, Αλιμπέρτη και cameo εμφάνιση της Κέλυς Σακάκου. Στην τέταρτη θέση, ο Νίκος Κούνδουρος επισκέπτεται αγριεμένος τη μικρασιατική καταστροφή με το «1922» και 190.704. Μεγάλη ήττα της Αλίκης που με την «Κατάσκοπο Νέλλη» (138.371 – 9η θέση) διασκευάζει το «Καμπαρέ» και τραγουδάει σε μαγαζί του μεσοπολέμου με…ασύρματο μικρόφωνο. Ο Φώσκολος ξαναχτυπά με κοινωνική καταγγελία, Διονύση Ξάνθο, Εφη Πίκουλα και «Αγρια Νιάτα» αλλά έρχεται 25ος (86.691). Καλύτερος στην καταγγελία, ο «Πανικός Στα Σχολεία» δια σεναριακής χειρός του πασίγνωστου πλέον μετά το σκάνδαλο Ζαχόπουλου, Γιώργου Μυλωνά. 98.641, 20η θέση, σκηνοθεσία Ντίμης Δαδήρας με Βόγλη, Χρονοπούλου, ναρκωτικά στα θρανία και απίστευτο σχόλιο στο imdb ότι αυτή η ταινία είναι η ελληνική απάντηση στον «Εκτελεστή Της Νύχτας» και τον «Ταξιτζή». Ιδιος σεναριογράφος, ίδιος σκηνοθέτης υπογράφουν την ίδια χρονιά το «Εδώ Και Τώρα Αγγούρια: Πόσα Φάγατε Σήμερα;» που μνημονεύτηκε πολλάκις πρόσφατα (48.047 – 28η θέση).


1982 – 83: Ο Σταμάτης, ο Στάθης, ο Στιβ και τα άλλα παιδιά
Χάρυ Κλυν όπως Λάκης Λαζόπουλος. Ολη η Ελλάδα λέει τις ατάκες του και το «Αλαλούμ» (που ανάμεσα στους τρεις σκηνοθέτες του ξεχωρίζει ο σοβαροφανής φρακοφόρος του «Ελ Γκρέκο» Γιάννης Σμαραγδής), χτυπάει πρωτιά με 299.491. Δεύτερος (297.461) ο δακρύβρεχτος «Αγγελος» του Κατακουζηνού που όταν προβλήθηκε σε ξένα gay φεστιβάλ σημείωσε ρεκόρ γέλιου με τον Μανιάτη ντυμένο τσιγκολελέτα, έρμαιο του πάθους του για τον νταβραντισμένο Διονύση Ξάνθο. Μετά τον «Αγγελο», ο Μανιάτης δημιούργησε μια άτυπη τριλογία της ομοφυλόφιλης κακομοιριάς με το «Αγόρια Στην Πορνεία» του Ομηρου Ευστρατιάδη όπου υποδύεται τον δημοσιογράφο Κώστα Τσαρούχα ο οποίος εξαρθρώνει κύκλωμα «γυναικωτών» και την αλήστου μνήμης βιντεοταινία «Οι Ομοφυλόφιλοι». Το αστέρι του Στάθη Ψάλτη αρχίζει να κάνει γκελ, δια χειρός Γιάννη Δαλιανίδη στο «Βασικά Καλησπέρα Σας» (253.240 – 3η θέση). Ο σκηνοθέτης ξαναχτυπά μέσα στην ίδια χρονιά με τη δεύτερη ταινία από την τριλογία κοινωνικής καταγγελίας του, «Η Στροφή», με Πάνο Μιχαλόπουλο, Λία Ράκα (η οποία μετέπειτα έγινε σύζυγος εφοπλιστή) και Σοφία Αλιμπέρτη. Την ίδια χρονιά, σκάει μύτη και το πρώτο μέρος από την τετραλογία του «Ρόδα Τσάντα Και Κοπάνα» (201.304 – 5η θέση) στα πρότυπα του «Γρανίτα Από Λεμόνι». Σκηνοθετεί ο Ευστρατιάδης, ανάμεσα στους 15χρονους μαθητές ξεχωρίζουν ο Σταμάτης Γαρδέλης και ο Στιβ Ντούζος σε ηλικία 20φεύγα, και στους καθηγητές οι Νίκος Ρίζος, Μίμης Φωτόπουλος και Βίνα Ασίκη, που θα οριοθετήσει με το ιδιαίτερο σεξ απίλ της ολόκληρη την αισθητική της δεκαετίας. Το άστρο του Ψάλτη ανεβαίνει κι άλλο με το «Πές τα Βρομόστομε» του Ερρίκου Θαλασσινού (172.546 – 7η θέση) όπως και αυτό της συμπρωταγωνίστριας και συντρόφου του, Καίτης Φίνου. Αλλες αξιοσημείωτες καλτιές νεανικής κοινωνικής καταγγελίας της χρονιάς , οι «Φυλακές Ανηλίκων» (σκηνοθετεί ο Ντίμης Δαδήρας, γράφει ο Γιώργος Μυλωνάς) με 122.742 στην 12η θέση. Από την πένα του ίδιου συγγραφέα και οι «Χούλιγκανς: Κάτω Τα Χέρια Από Τα Νιάτα» (58.681 – 20η θέση) σε σκηνοθεσία Κώστα Καραγιάννη, με σούπερ σέξι Κατιάνα Μπαλανίκα στην εποχή του Κακέτση, το βράδυ να είναι καμπαρετζού και το πρωί νεοναζί καθοδηγήτρια των ποδοσφαιρικών ομίλων με σκοπό την αποσταθεροποίηση του πολιτεύματος της χώρας. Και στις δύο ταινίες ξεχωρίζει ο Γιώργος Πετρόχειλος, με πουκαμισάκι δεμένο κόμπο πάνω από τον αφαλό. Ενας θρύλος του νέου ελληνικού σινεμά, γεννιέται στην 11η θέση, με 130.477 από τον Νίκο Περάκη και την «Αρπα Colla» του.


1983 – 84: Η κάτω βόλτα
Τα εισιτήρια αρχίζουν και παίρνουν την κατιούσα όπως και ο συνολικός αριθμός ταινιών ελληνικής παραγωγής που βγαίνουν στις αίθουσες. Δαλιανίδης με Ψάλτη χτυπάνε την κορυφή με το «Καμικάζι, Αγάπη Μου» και 222.610. Ο Νίκος Βεργίτσης δημιουργεί ένα από τα ομορφότερα κομμάτια του νέου ελληνικού σινεμά με τη «Ρεβάνς» του και συνένοχους τους Αντώνη Καφετζόπουλο, Γιώτα Φέστα και έρχεται τρίτος με120.234. Η ελληνική σχιζοφρένεια της δεκαετίας αποτυπώνεται με τον πλέον εύγλωττο τρόπο στην κατάταξη των πιο επιτυχημένων ταινιών της χρονιάς, αφού τη «Ρεβάνς» ακολουθεί η «Ρόδα Τσάντα Και Κοπάνα 2» με 119.819 και δύο επιτυχίες του Μουστάκα: «Μήτσος Ο Ρεζίλης» του Ευστρατιάδη (106.234) και «Το Παίζω Και Πολύ Αντρας» του Θαλασσινού (103.897). Αμέσως μετά, στροφή στην ποιότητα με τον «Ξαφνικό Ερωτα» του Τσεμπερόπουλου (103.347), τη «Γλυκιά Συμμορία» του Νικολαϊδη (99.229) και το «Ρεμπέτικο» του Φέρρη (98.492). Η τριλογία του Δαλιανίδη κλείνει άδοξα με τους «Επικίνδυνους: Μια Διαμαρτυρία» στην 13η θέση με 83.305. Αν δεν κάνω λάθος είναι η ταινία που ο Μιχαλόπουλος βιάζει την Καίτη Φίνου που έχει κάτι σαν μουστάκι αλλά ίσως φταίει και η φωτογραφία του Αρη Σταύρου (αυτή μετά τον ερωτεύεται) και τότε τρέχαμε να τη δούμε γιατί ήταν η πρώτη ταινία που η Φίνου πέταγε βυζί. Πιο πάνω από τον Δαλιανίδη, η πανέμορφη «Τιμή Της Αγάπης» της Τόνιας Μαρκετάκη (12η – 87.181)


* Για τα εισιτήρια συμβουλευτήκαμε το βιβλίο του Γιάννη Σολδάτου «Ενας Αιώνας Ελληνικός Κινηματογράφος».


Ιστορικές στιγμές: Το σινεμά, όπως δεν το φαντάζεσαι
Ο Σταμάτης Γαρδέλης δείχνει στη Σοφία Αλιμπέρτη φωτογραφίες από ένα άλμπουμ.


– Αυτός εδώ ήταν ένας παλιός φίλος, σκοτώθηκε πριν μια εβδομάδα από μοτοσυκλέτα.


– Τον καημένο.


Ησουν πρόσκοπος;


– Για λίγο. (Πάει να της πιάσει τα μαλλιά κι αυτή αποτραβιέται).


– Θέλουν λούσιμο. Ντράπηκα να πω στην Ούρσουλα να λουστώ. Πολύ χασίσι παίρνουν εκεί μέσα. Και στο λύκειο είχαμε χασισάκηδες. Επαιρναν και τα κορίτσια.


– Εγώ δεν έπαιρνα, δε μ άρεσε.


– Ούτε κι εμένα. Μόνο έτσι καμιά φορά για πλάκα.


Λίγο μετά, ο Σταμάτης πέφτει ξερός από τρεις τζούρες στο σπίτι της Ούρσουλας.


«Τα Τσακάλια»

Η Αννα Καλουτά αφήνει μήνυμα στον τηλεφωνητή του ζιγκολό Διονύση Ξάνθου: «Φάνι μπόι, ουάνς μορ, λίσεν μάι σουίτχαρτ, μη μου τηλεφωνήσεις, ούτε να φανείς από το χοτέλ, θα περάσει ο άντρας μου πηγαίνοντας για Σίγκαπουρ. Ονλι φορ μπίζνες, οκέι»;


«Ο Ζιγκολό Της Αθήνας»

– Σ αρέσει η ποίηση;


– Οχι κύριε μου, τη σπάει.


– Κι όμως θα έπρεπε. Είσαι ευγενικό παιδί. Το κατάλαβα από την πρώτη μέρα που ήρθες εδώ μέσα. Ετσι ξαφνικά μου ήρθαν στο νου μερικοί στίχοι από κάποιο ποίημα: «Η ομιλία τέλειωσε κι απόμειναν κατάπληκτοι και γυμνοί. Το μόνο απρόβλεπτο σημείο ήταν το βλέμμα, που όταν προσπάθησε να μετακινηθεί, πράγμα αδύνατον, κυριάρχησε η αφή».


Με καταλαβαίνεις;


– Οχι κύριε, ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω την ποίηση, μου τη σπάει, σας το πα.


– Αδιαφορώ τι κάνεις με την ποίηση. Αρκεί να καταλαβαίνεις εμένα. Σε χρειάζομαι, Στέφανε. Νομίζω ότι ο Θεός σε έστειλε σε μένα. Σαν τον άγγελο με το κρίνο.


– Τι ανωμαλίες είναι αυτές που μου λέτε κύριε;


– Ανώμαλη και διεφθαρμένη είναι η ψυχή σου. Κι όμως θα μπορούσα να κάνω πολλά για σένα, Στέφανε. Φερ ειπείν θα μπορούσα να σε πάρω από το θάλαμο και να κοιμάσαι εδώ μέσα. Τι λες για όλα αυτά;


– Μπορώ να φύγω;


– Θέλεις να με ταπεινώσεις ποταπό κάθαρμα; Θα σε συντρίψω με ακούς; Θα σε συντρίψω, γιατί σε χρειάζομαι. Γιατί μ αρέσεις…


Τσαχπίνης διευθυντής φυλακών παραδίδει μάθημα λογοτεχνίας σε κρατούμενο του.


«Φυλακες ανηλικων»

Η Βάνα Μπάρμπα αντιμετωπίζει τη μάνα της που είναι πουτάνα.


– Φύγε δε σε θέλω για μάνα μου.


– Βάνα, Βάνα, ποιος φταίει, ότι…


– Ποιος φταίει εγώ;


Που μια ζωή μου λέγανε η μάνα σου η πουτάνα;


– Θες να μάθεις την αλήθεια; Ε; Γιατί έγινα πουτάνα; Μάθε λοιπόν


ότι σου έκρυψα ότι ο πατέρας σου έχει πεθάνει (σ.σ. η ηθοποιός θέλει να πει ότι δεν έχει πεθάνει αλλά μασάει τα λόγια της), μάθε λοιπόν ότι ο πατέρας σου ζει, ναι, ζει και είναι στην Αθήνα. Αν θέλεις πήγαινε να τονε βρεις, πήγαινε τώρα, τράβα, τράβα να τονε βρεις, φύγε, φύγε (σ.σ. κλάμα).


Η Βάνα ακολουθεί τη συμβουλή της μανούλας, πάει Αθήνα και μπαίνει στο πρώτο γκεάδικο που βρίσκει στο διάβα της, προφανώς περνώντας το για σνακ μπαρ. Εκεί συνομιλεί με την μπαργούμαν.


– Τι θες εδώ κοριτσάκι μου; (σ.σ. η Βάνα ήταν ήδη κοτζάμ γαϊδούρα αλλά η μπαργούμαν φάνηκε ευγενική μαζί της).


– Συγνώμη, μου είπαν ότι έρχεται εδώ ο πατέρας μου.


– Ο πατέρας σου; Πώς τον λένε;


Δημήτρης Πετρόπουλος.


– Δεν ξέρω κανέναν Δημήτρη Πετρόπουλο.


Από το μπαρ, ξεπετάγεται ένας χαμαιτυπάς.


– Καλέ, είσαι η κόρη του Δημητράκη; Μωρή Δημητρούλα, δεν μας το χεις πει ότι έχεις τόσο ωραία κόρη.


Βλέπουμε τη «Δημητρούλα» μπαμπά της Βάνας, με κατσιασμένη γυναικεία περούκα, κολιέ και φούστα. Η Βάνα τρέχει αποτροπιασμένη έξω από το χαμαιτυπείο που μοιάζει με καφέ ξενοδοχείου (τίγκα στους φίκους) και αποφασίζει να γίνει και αυτή πουτάνα. Την ώρα που γίνεται πουτάνα και τη θωπεύει ο αμαξάς, ακούμε τη φωνή της σε voice over:


«Ημουν σε απόγνωση, εκείνο το βράδυ τίναξα τα πάντα στον αέρα, κι ο άγνωστος άρχισε να με φιλά, Θε μου, τι φρίκη. Και τότε μέσα σε αυτήν την κόλαση, ένιωσα ένα μεγάλο πόνο».


Ακούμε τη φωνή του αγνώστου, που δικαιολογεί και τον πόνο της Βανούλας:


– Παρθένα ήσουνα μωρή;


«Οι Ομοφυλόφιλοι»

Ενας άμοιρος παπάς προσπαθεί να φέρει στα σύγκαλά του τον γιο του, Γιώργο Πετρόχειλο, που κυκλοφορεί με σορτσάκι «κουνήσου μάγκα και ρίξ τα φράγκα, τα κάνω όλα εγώ» και το πουκάμισο του δεμένο σε πουστρελέ κόμπο (που τότε όμως ήταν μάλλον δείγμα μαγκιάς γιατί στο σενάριο ο Γιώργος δεν είναι γκέι) στην κοιλίτσα:


– Η αλήθεια βρίσκεται στο λόγο του Θεού.


– Ε, όχι πατέρα, η αλήθεια βρίσκεται στους Sex Pistols, γκε γκε;


– Θε μου, τι αμαρτίες πληρώνουμε.


Αμέσως μετά ο Πετρόχειλος, για να σοκάρει τους γονείς του, εμφανίζεται κρατώντας ένα τρανζιστοράκι σαν τη Μαρία Ιωαννίδου στις παλιές ελληνικές κωμωδίες και φορώντας μόνο καφετί σώβρακο και ελβιέλες, αρχίζει να χορεύει κουνώντας επιδεικτικά τους γοφούς του, σε μια μουσική που σίγουρα δεν είναι Sex Pistols, αλλά μοιάζει με το τραγούδι των Χόμπιτ την μέρα των γενεθλίων του Μπίλμπο, σε ντίσκο εκτέλεση.


«Χούλιγκανς»

Η μουσική που μοιάζει σαν να έχεις βάλει παραπληγικό να σου παίξει σε χαλασμένο αρμόνιο το «Μπλέιντ Ράνερ» και το «Εξπρές του Μεσονυχτίου» μαζί με τον ήχο της καφετιέρας όταν γουργουλίζει από την απώλεια νερού, κορυφώνεται. Ο ομοφυλόφιλος θείος του Σπύρου Μπιμπίλα περηφανεύεται για τον ανιψιό του σε μια «τρελή» που κάθεται στο μπαρ.


– Καλώς τηνα την πέρδικα.


– Τι κάνεις μωρή φιλενάς;


– Καλέ ζεις; Καλέ εγώ έλεγα αχ, την κακομοίρα την σφάξανε, χου χου χου. Ελα βρε, πού χάθηκες τόσον καιρό;


– Λοιπόν ξέρεις ποιος ήρθε στο σπίτι και με βρήκε; Ο ανιψιός μου.


– Καλέ, θεία κι ανιψιά, αιμομιξία, χου χου χου.


– Χρηστός και Παναγία. Σκάσε μωρή. Το παιδί δεν ξέρει από τέτοια. Είναι αγοράκι.


– Μωρή, είναι ωραίο τεκνό;


– Αχ, να σου δείξω τη φωτογραφία.


– Καλέ, αυτή είναι;


– Τι είπες ρε πούστη, ε; Τι είπες;


– Αντε γαμήσου μωρή πουστάρα, άντε τράβα στο πάρκο να δεις την ανιψιά σου. Προχτές τη βλέπαμε με μια άλλη και λέγαμε ντικ την εκκολαπτόμενη, χου, χου, χου.


Ο θείος πηγαίνει σπίτι, κι αρπάζει ένα μαχαίρι από την κουζίνα δίπλα στο Τρίλετ.


– Θείε μου σε παρακαλώ, βοήθησε με, αφού έτσι νιώθω, τι πρέπει να κάνω; Με καταλαβαίνεις δεν είναι έτσι; Θείε; Τι να πας να κάνεις, θείε; Σε παρακαλώ, ΑΑΑΑΑΑ, (ο θείος μαχαιρώνει την Μπιμπίλα και λέει)


– Πρέπει αγόρι μου, πρέπει, πρέπει.


«Οι Ομοφυλόφιλοι»

«Χούλι, χούλι, χούλιγκαν, χούλι χούλι, χούλιγκαν. Εχεις δυο ρόπαλα καβάντζα, μαύρο μπουφάν κι ύφος νταή, έχεις και τατουάζ στα μπράτσα, της μοναξιάς πρωταθλητή. Ελα να σου πω στ αυτί, ποιος περνά την Κυριακή. Τ αποτέλεσμα μετρά, για να βγεις πρωταθλητής. Ελα κόψε τον καβγά, ένα γκολ μετρά».


(Τραγουδάει η Κατιάνα Μπαλανίκα, ντυμένη Κόναν η ημίγυμνη βαρβάρισσα με δερμάτινο βινύλ. Σε μια στιγμή αποθέωσης του α λα Τζον Γου σλόου μόσιον, οι υπόλοιπες χορεύτριες της βγάζουν το τζακετ, κι αυτή μένει με ένα πιο σέξι που από κάτω της μπαίνει μέσα στον ποπό).


«Χούλιγκανς»

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ