Δύο ενδιαφέρουσες νέες κινηματογραφικές φωνές, ο Γιώργος Γεωργόπουλος και ο Ζαχαρίας Μαυροειδής, παρουσιάζουν στο κοινό τις δουλειές τους, έχοντας πάρει την πρωτοβουλία να κάνουν τις απαραίτητες κινήσεις για την διανομή οι ίδιοι, παρακάμπτοντας τις καθιερωμένες οδούς του υπάρχοντος συστήματος. Μιλήσαμε στους δύο σκηνοθέτες για την κοινή πλέον τύχη δύο ταινιών που, αν και πολύ διαφορετικές, διαμορφώνουν έναν ενδιαφέροντα διάλογο μεταξύ τους χάρη στην πρωταγωνίστρια που μοιράζονται: την ίδια την Αθήνα.
Ο «Ξεναγός» του Ζαχαρία Μαυροειδή, με όπλα την υποδειγματική κωμική ερμηνεία από τον πρωταγωνιστή Μιχάλη Οικονόμου και την παιχνιδιάρικη σκηνοθεσία (ιδιαίτερα πετυχημένες οι καρτ ποστάλ με το ευφάνταστο animation, που χωρίζουν την ταινία σε κεφάλαια), βολτάρει σε γωνιές της Αθήνας, προσπαθώντας να βρει την απάντηση σε απολύτως αναγνωρίσιμα ερωτήματα για τους νέους, και όχι μόνο, του σήμερα, χρησιμοποιώντας την αρχιτεκτονική ως παράδειγμα της απόλυτης σύγχυσης του νεοέλληνα σε θέματα ταυτότητας.
"O xenagos" ("Ο ξεναγός") OFFICIAL TRAILER/Gr subs from o xenagos on Vimeo.
Μιλήσαμε στον σεναριογράφο και σκηνοθέτη Ζαχαρία Μαυροειδή για την έμπνευση πίσω από την ταινία, την Αθήνα ως φόντο για μια τέτοια ιστορία, αλλά και τις δυσκολίες μιας ανεξάρτητης παραγωγής.
Πώς προέκυψε η ιδέα για την ταινία; Και πιο συγκεκριμένα, γιατί σκέφτηκες την αρχιτεκτονική σαν αλληγορία για τις μπερδεμένες ταυτότητες του κεντρικού χαρακτήρα και της Αθήνας;
Η ιδέα της ταινίας προέκυψε από ένα κείμενο για την αρχιτεκτονική και τον κινηματογράφο. Αυτή η ιδέα ήταν ο μαγνήτης πάνω στον οποίο κόλλησαν άλλες ιδέες που αιωρούνταν στο κεφάλι, από τις επαφές μου με ξένους και το πώς μας βλέπουν, τα βιώματά μου από τις σπουδές μου στην αρχιτεκτονική και σκέψεις που έκανα για την Αθήνα από τότε που μετακόμισα στο κέντρο.
Η αρχιτεκτονική της Αθήνας είναι μία οπτική αλληγορία για την εθνική μας ταυτότητα. Η πόλη ταυτοποιείται μέσω της Ακρόπολης αλλά η πραγματικότητά της είναι ένα κράμα ανατολής, Βαλκανίων και δύσης, με έναν λαμπρό πολιτισμό εμβόλιμο. Νομίζω ότι αυτή η αντίφαση έχει καθορίσει και την σύγχρονη ελληνική ταυτότητα: καμαρώνουμε για ένα υπέρλαμπρο παρελθόν, το οποίο όμως έχει ελάχιστη σύνδεση με την πραγματικότητά μας. Όπως λέει και ένας χαρακτήρας από τους φοιτητές Εράσμους στην ταινία "νομίζω ότι πάσχετε από οιδιπόδειο ως έθνος".
Το ύφος της ταινίας ήταν το ίδιο από την αρχή; Δηλαδή πάντα ήθελες να κάνεις μια νεανική κομεντί ή αυτό προέκυψε στην πορεία της συγγραφής του σεναρίου ή από τα ίδια τα γυρίσματα;
Η κωμωδία είναι ένα ύφος που μου ταιριάζει. Πολλές φορές ξεκινώ να γράψω ένα δράμα αλλά στην πορεία μου βγαίνει κωμωδία. Νομίζω ότι εκ φύσεως προσπαθώ να μην παίρνω τα πράγματα πολύ στα σοβαρά και αυτό βγαίνει και στα σενάρια. Το ίδιο πάντως το σενάριο δεν φαινόταν τόσο κωμικό όσο το αποτέλεσμα, αλλά αυτό νομίζω είναι μία εγγενής αδυναμία του σεναρίου της κωμωδίας. Η καλή κωμωδία, με βάση τουλάχιστον τα δικά μου γούστα, είναι αδύνατον να περάσει στο σενάριο, είναι στις παύσεις, στα βλέμματα, στις αμηχανίες.
Ήταν κάτι που το φοβήθηκες, δεδομένου ότι η κωμωδία είναι ένα είδος στο οποίο συνήθως κυριαρχούν τα mainstream προϊόντα και τα τηλεοπτικά πρόσωπα;
Δεν με προβλημάτισε ποτέ το θέμα του αν κάνω ή όχι κάτι mainstream. Η ταινία μιλάει με ανάλαφρο τρόπο για την ταυτότητα, για τα στερεότυπα, για το ποιοι είμαστε και το πως μας βλέπουν οι άλλοι. Δεν μου αρέσουν οι ταινίες που κάνουν κήρυγμα. Η ταινία λέει ό,τι θέλει να πει μέσω της κωμωδίας. Κι είναι στην επιλογή του θεατή αν θα μείνει στο κωμικό ή αν θα το ψάξει παραπάνω. Άλλωστε, η ταινία δεν βγάζει κάποιο συμπέρασμα. Αντίθετα, αυτό που κάνει καθ' όλη την διάρκεια είναι να παραθέτει στερεότυπα και να τους βάζει ερωτηματικά. Τι σημαίνει είμαι Έλληνας; Τι σημαίνει είμαι γκέι; Τι σημαίνει είμαι Ευρωπαίος; Το μήνυμά της δεν υπάρχει κάπου ως συμπέρασμα ή ως δήλωση αλλά προκύπτει εθελούσια από τον θεατή συνθέτοντας όλα τα παραπάνω ερωτήματα.
Σαν μια ατόφια DIY παραγωγή, ποιο κομμάτι ήταν το δυσκολότερο: η προετοιμασία, τα γυρίσματα, το τελικό μοντάζ/μιξάζ ή η διανομή;
Το κομμάτι που προσωπικά με δυσκόλεψε περισσότερο ήταν το post production. Εκεί αισθάνθηκα πραγματικά την ανάγκη να είχα ένα γραφείο παραγωγής. Νομίζω πάντως ότι αν δεν είχε προκύψει η συνεργασία με τον Γιώργο και την Βασιλική Μαμαλούκου που είναι η κουμπάρα σε αυτό τον "γάμο", θα με δυσκόλευε ακόμη περισσότερο η διανομή.
Η επιλογή των τοποθεσιών έγινε πριν ή μετά την συγγραφή σεναρίου; Ανακάλυψες και χρησιμοποίησες κάποια τοποθεσία τυχαία την ώρα του γυρίσματος;
Οι τοποθεσίες επιλέγονταν παράλληλα με το σενάριο. Η ταινία παίζει με τα στερεότυπα οπότε μοιραία η Ακρόπολη και ο πεζόδρομος της Αρεοπαγίτου είναι ένα σημείο αναφοράς καθώς αυτό είναι χωρόσημο της Αθήνας. Όταν πάντως φτάσαμε στο γύρισμα ήταν όλα τα μέρη φιξαρισμένα. Πάνω στο γύρισμα αυτοσχεδιάσαμε σε μικρό βαθμό: ίσως η πιο αυτοσχεδιαστική σκηνή ήταν η βόλτα στην Κυψέλη, όπου γυρίζαμε ό,τι μας φαινόταν ενδιαφέρον.
Συνέβαλαν οι ξένοι ηθοποιοί με κάποιο τρόπο στο σενάριο, με τυχόν σκέψεις τους για την Ελλάδα, συζητήσεις σας ή κάτι αντίστοιχο;
Οι ηθοποιοί, τόσο οι Έλληνες όσο και οι ξένοι ,δώσανε ζωή στους χαρακτήρες. Μοιραία βάλανε μέσα τις δικές τους εμπειρίες, φέρανε δικές τους ατάκες, κινήσεις και απόψεις. Σε γενικές γραμμές όμως υπήρχε μια ευρεία ταύτιση σε ότι αφορά στην ουσία της ταινίας: τι είναι η ταυτότητα, πώς μας βλέπουν και πώς παρουσιαζόμαστε ως Έλληνες.
Μίλησέ μας για την Αθήνα της ταινίας σου. Τι χαρακτήρας είναι μέσα στην ιστορία σου; Πώς λειτουργεί σε συνδυασμό με την Αθήνα του «Tungsten»;
Η Αθήνα του «Ξεναγού» είναι μία πόλη μπερδεμένη. Έχει ένα πολύ ωραίο και περισπούδαστο πρόσωπο, μία ένδοξη και λαμπρή βιτρίνα με την οποία παρουσιάζεται. Είναι όμως μία βιτρίνα που μετά βίας καλύπτει όλη την όψη της αποθήκης που υπάρχει από πίσω. Η Αθήνα έχει ταυτίσει το πρόσωπό της με την Ακρόπολη και αναγκαστικά έχει κρύψει την πραγματικότητά της που είναι πολύ πιο πολύχρωμη, πολύπλοκη, ετερογενής και ενδιαφέρουσα. Μέσα στην ταινία, παράλληλα με την αναζήτηση της ταυτότητας του πρωταγωνιστή γίνεται και η αναζήτηση της ταυτότητας της πόλης. Τόσο μέσω της ξενάγησης όσο και μέσω ενός λάιτ μοτίφ πειραγμένων εικόνων της πόλης. Η καλοκαιρινή, φιλόξενη Αθήνα του «Ξεναγού» είναι σε πλήρη αντίθεση με την απειλητική Αθήνα του «Tungsten». Νομίζω ότι η κοινή διανομή των δύο ταινιών είναι πραγματικά ένας διάλογος για την πόλη, τόσο ως κινηματογραφικό φόντο όσο και ως πεδίο προβολής της συναισθηματικής μας κατάστασης. Νομίζω ότι ο κάθε Αθηναίος έχει βρεθεί σε μέρες που βίωνε την πόλη όπως αυτή παρουσιάζεται στον «Ξεναγό» και σε μέρες που την βίωνε όπως παρουσιάζεται στο «Tungsten». Ο χώρος φορτίζεται συναισθηματικά από τον χρήστη του.
* Η ταινία «Ο Ξεναγός» προβάλλεται στους κινηματογράφους Μικρόκοσμος και Άστορ μαζί με την ταινία «Tungsten». Διαβάστε περισσότερα για την πρωτότυπη κοινή τους διανομή στο επίσημο blog (http://2films4athens.blogspot.com/) και δείτε το ειδικό τρέιλερ που φτιάχτηκε για αυτήν την προσπάθεια.
Διαβάστε εδώ τη συνέντευξη του Γιώργου Γεωργόπουλου για το “Tungsten”
Χριστίνα Λιάπη






