Ο σταρ των μιούζικαλ Ρέι Ρέιμοντ γνώρισε την ηθοποιό Ντόροθι Μακέι το 1921 και την ερωτεύτηκε σφοδρά. Σε πολύ μικρό διάστημα χώρισε την γυναίκα του, παντρεύτηκε την Ντόροθι, με την οποία απέκτησαν μια κόρη, την Βάλερι και μετακόμισαν όλοι μαζί στο Λος Άντζελες για να ασχοληθούν με την καριέρα τους.
Η Ντόροθι Μακέι γνώρισε τον Πολ Κέλι στην Νέα Υόρκη το 1917 και έγιναν φίλοι. Δεν είναι ξεκάθαρο αν η φιλία τους εξελίχθηκε σε ερωτική σχέση τότε ή το 1925, όταν ο Κέλι μετακόμισε στο Λος Άντζελες. Ο Ρέιμοντ πάντως υποψιαζόταν πως κάτι συνέβαινε ανάμεσά τους και απαίτησε από εκείνη να σταματήσει να τον βλέπει, κάτι που η Μακέι αρνήθηκε, υποστηρίζοντας πως η σχέση τους ήταν πλατωνική.
Στις 16 Απριλίου 1926 η Μακέι βρισκόταν με έναν φίλο ακόμα στο διαμέρισμα του Κέλι, μεθοκοπώντας. Κάποια στιγμή και με την ενθάρρυνση της, ο Κέλι αποφάσισε να ξεκαθαρίσει τα πράγματα με τον Ρέιμοντ, του τηλεφώνησε και λίγη ώρα μετά έφτασε στο σπίτι του.
Του άνοιξε η υπηρέτρια, Έθελ Λι, η οποία αντίκρισε έντρομη τον Κέλι να εφορμεί στο σπίτι και να αρχίζει να δέρνει τον Ρέιμοντ, παρά τις προσπάθειες εκείνου να τον ηρεμήσει. Ο Ρέιμοντ ήταν μικροκαμωμένος και δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τον Κέλι, ο οποίος είχε ύψος πάνω από 1,80 και ζύγιζε περίπου 90 κιλά, αλλά δεν σταμάτησε να τον χτυπάει για αρκετή ώρα, αν και εκείνος δεν πρόβαλε ουσιαστικά καμία αντίσταση. Μάρτυρας του όλου περιστατικού ήταν και η τετράχρονη κόρη του ζευγαριού, η οποία έκλαιγε και οδυρόταν καθ όλη την διάρκεια του ξυλοδαρμού.
Η Μακέι έφτασε στο σπίτι γύρω στις 9, υποστηρίζοντας πως είχε βγει για ψώνια, αλλά δεν μετέφερε τον σακατεμένο σύζυγό της στο νοσοκομείο, αν και ήταν φανερό πως εκείνος υπέφερε. Γύρω στις 7 το πρωί η κατάσταση του είχε επιδεινωθεί αισθητά αλλά εκείνη δραστηριοποιήθηκε μόλις το απόγευμα, όταν και κάλεσε έναν γιατρό στο σπίτι. Εκείνος, βρήκε τον Ρέιμοντ γεμάτο μώλωπες σε όλο του το σώμα να σφαδάζει από τους πόνους και κίνησε τις διαδικασίες για να μεταφερθεί εσπευσμένα στο νοσοκομείο, όπου και εξέπνευσε λίγη ώρα αργότερα.
Ο υπεύθυνος γιατρός, Δρ Σάλιβαν, σε μια σαφέστατη προσπάθεια συγκάλυψης των γεγονότων, δήλωσε πως ο Ρέιμοντ απεβίωσε λόγω προβλήματος στα νεφρά, δηλαδή από φυσικά αίτια, με την Μακέι να τον πληρώνει 500 δολάρια για τις υπηρεσίες του, ποσό τεράστιο για την εποχή.
Οι συνθήκες θανάτου του θύματος μπορεί να μην είχαν αποκαλυφθεί ποτέ, αν δεν υπήρχε ένας τοπικός δημοσιογράφος, ο οποίος έχοντας κάποια επίγνωση των γεγονότων κάλεσε τον ιατροδικαστή Νανς για να μάθει τις λεπτομέρειες του θανάτου. Εκείνος του δήλωσε πως το γεγονός δεν του είχε γνωστοποιηθεί καν, ενώ όταν ο ίδιος κάλεσε το νοσοκομείο, πληροφορήθηκε πως το πτώμα είχε ήδη ταφεί.
Ο Νανς αποφάσισε τότε να να ερευνήσει μόνος του το τι συνέβη και λίγο αργότερα ανακάλυψε το πτώμα σε ένα νεκροταφείο του Χόλιγουντ και προχώρησε άμεσα σε εκταφή και αυτοψία. Αναμενόμενα τα αποτελέσματα ήταν εντελώς διαφορετικά από εκείνα του Δρ. Σάλιβαν, με τον Νανς να κατηγορεί ευθέως τους δύο εραστές για δολοφονία. Λίγο αργότερα ξεκίνησε και η δίκη.
Παρά τις προσπάθειες της Μακέι να κερδίσει την συμπάθεια των ενόρκων με ψέματα και λιποθυμίες (αφού λιποθύμησε τρεις φορές κατά την διάρκεια της παραμονής της στο εδώλιο), δεν κατάφερε τελικά να τους πείσει, με αποτέλεσμα την καταδίκη των δύο εραστών. Ο Κέλι βρέθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας και καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλάκισης, η Μακέι βρέθηκε ένοχη λόγω συγκάλυψης των γεγονότων και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια, ενώ ο Δρ Σάλιβαν, που αντιμετώπιζε την ίδια κατηγορία με εκείνη, αθωώθηκε λόγω έλλειψης στοιχείων. Η Μακέι αποφυλακίστηκε μόλις δέκα μήνες μετά ενώ κατά την διάρκεια της φυλάκισης της ανέβασε και ένα θεατρικό έργο στη φυλακή, όπου πρωταγωνιστούσε η ίδια.
Ο Κέλι αποφυλακίστηκε 25 μήνες μετά την φυλάκισή του και λίγο αργότερα οι δυο τους παντρεύτηκαν. Στις 2 Ιανουαρίου 1940 η Μακέι σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, με τον Κέλι να ξαναπαντρεύεται την επόμενη χρονιά. Πέθανε το 1956 από ανακοπή.






